ACHARAR

ACHARAR= ΠΡΧ ΤΣΙ-ΤΣΙΡΙΖΩ> ΝΤΡΟΠΙΑΖΩ ΚΑΠΟΙΟΝ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

acharar 1. ρμ, ντροπιάζω

achares 1. α πλ, νιώθω τσι-τσίρισμα ψυχικό= ζήλια, φθόνος

2. εκφ, darle achares a alguien, προκαλώ τη ζήλια κάποιου,

Paseaba por delante de su casa para darle achares,

Περπάτησε μπροστά στο σπίτι του για να του προκαλέσει ζήλιες

Scroll to Top