ABRIR

ABRIR= ΠΡΧ ΑΠΡΙΛΗΣ> ΑΝΟΙΓΩ, ΣΑΝ ΜΗΝΑΣ ΑΝΟΙΞΗΣ, ΠΡΧ ΑΠΕΡΙΤΙΦ> ΠΟΥ ΑΝΟΙΓΕΙ ΟΡΕΞΗ, ΠΡΧ ΟΠΕΝ ΤΕΝΙΣ> ΑΝΟΙΧΤΟ, ΠΡΧ ΚΟΥΒΕΡΤΑ> ΚΑΛΥΜΜΑ, ΚΑΛΥΠΤΩ,

ΠΡΧ ΓΚΑΡΑΖ, ΓΚΑΡΑΝΤΙ, ΠΡΧ ΓΑΡΝΙΤΟΥΡΑ,

ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΟΥΣ

open 1. α, αθλ, όπεν, torneo open, τουρνουά όπεν,

¿Cuántos opens ha ganado Roger Federer hasta la fecha?

Πόσα όπεν έχει κερδίσει ο Ρότζερ Φέντερερ μέχρι σήμερα;

aperitivo 1. α, απεριτίφ, como aperitivo tomó un zumo de tomate,

Ως απεριτίφ ήπιε χυμό ντομάτας

2. ορεκτικό, Probé dos aperitivos deliciosos antes de la comida,

Δοκίμασα δύο νόστιμα ορεκτικά πριν το γεύμα

3. φρμ, αναληπτικό φάρμακο

4. ser algo sólo un aperitivo, είναι μόνο το ορεκτικό, η αρχή,

tomar un aperitivo, παίρνω ένα απεριτίφ

aperitivo, va 1. ε, ορεκτικός, -ή, -ó, που ανοίγουν την όρεξη

abril 1. α, Απρίλιος, el 20 de abril es mi aniversario, η 20ή Απριλίου είναι η επέτειος μου

2. μτφ, πρώτη νιότη, El abril de la vida, Ο απρίλης της ζωής

3. εκφ, en abril, aguas mil, του Απρίλη η βροχή κάθε στάλα και φλουρί

estar hecho un abril, είμαι σαν τα κρύα τα νερά, a pesar de su edad, está hecha un abril,

παρ’ όλο την ηλικία της, είναι σαν τα κρύα τα νερά

abriles 1. α πλ, οικ, μτφ, Απρίληδες= χρόνια, Μαΐων, καλοκαίρια, γενέθλια,

es una mujer de veinte abriles, είναι μια γυναίκα δεκαπέντε Μαΐων

Ella celebró sus 40 abriles con una gran fiesta,

Γιόρτασε τα 40α γενέθλιά της με ένα μεγάλο πάρτι

abrileño, ña 1. ε, απριλιάτικος, -η, -ο

abrir πρχ οπεν, απεριτιφ, Απρίλης> έννοια του ανοίγω και οι μεταφορές τους

1. ρμ, κυρ, ανοίγω, Llamé a la puerta pero nadie vino a abrirla,

Χτύπησα την πόρτα αλλά κανείς δεν ήρθε να μου ανοίξει,

abre la ventana para que entre el aire, άνοιξε το παράθυρο για να μπει ο αέρας

No había manera de abrir el envoltorio, Δεν υπήρχε τρόπος να ανοίξει το πακέτο

Ten cuidado al abrir la botella que se había sacudido,

Πρόσεχε όταν ανοίξεις το μπουκάλι που είχε ανακινηθεί

2. μτφ, ανοίγω, ξεδιπλώνω, Agarra el pájaro de manera que no pueda abrir sus alas,

Πιάσε το πουλί έτσι ώστε να μην μπορεί να ανοίξει τα φτερά του

abrir los brazos, unas tijeras, ανοίγω τα χέρια, το ψαλίδι

Abre el diccionario y busca tu palabra favorita,

Άνοιξε το λεξικό και ψάξε την αγαπημένη σου λέξη

abrir la mente, να ανοίξω το νου, μυαλό

3. ανοίγω, τραβάω, σύρω, Abre las cortinas y deja que entre la luz del sol,

Άνοιξε τις κουρτίνες και άσε να μπει το φως του ήλιου

abrir un cerrojo, τραβάω ένα σύρτη

4. ανοίγω μηχανισμό για να ρεύσει, περάσει το υλικό που έχει,

abrir un grifo para que salga el agua, ανοίγω μια βρύση για να βγει το νερό

5. ανοίγω σύνορα, δρόμο, λεωφόρο, πέρασμα, διόδια, για να επιτρέψω την διέλευση,

Abrieron camino en la nieve desde la entrada de su cabaña,

Άνοιξαν δρόμο στο χιόνι από την είσοδο της καλύβας τους

5. ανοίγω μια τρύπα, μια πληγή, ρωγμή, αυλάκι σε μια επιφάνεια

6. πλφ, ανοίγω ένα παράθυρο

7. μτφ, ανοίγω, ξεκινώ, εγκαινιάζω, El presidente abrió el debate con un breve discurso,

Ο Πρόεδρος άνοιξε τη συζήτηση με μια σύντομη ομιλία,

abrimos la oficina de ocho a tres, Ανοίγουμε το γραφείο από τις οκτώ έως τις τρεις,

abrir un café, ανοίγω ένα καφέ

8. μτφ, ανοίγω ένα χορό, παρέλαση, αρχίζω, προίσταμαι σε εκδήλωση,

abrir el desfile, ανοίγω την παρέλαση,

abrir una manifestación, προίσταμαι μιας διαδήλωσης

9. ανοίγω την όρεξη, el jarabe le abrió el apetito, το σιρόπι του άνοιξε την όρεξη

10. γρμ, ανοίγω σημείο ορθογραφικό διπλό, παρένθεση, εισαγωγικά,

abrir comillas, ανοίγω εισαγωγικά

11. ανοίγω λογαριασμό, abrir una cuenta

12. ανοίγω στα 2, κόβω στα 2, σχίζω, el terremoto abrió la tierra, ο σεισμός άνοιξε την γη,

abrir un melón, κόβω ένα πεπόνι στα 2

13. ραπρ, για καιρό, ανοίγει, por fin se está abriendo y se alejan los nubarrones,

επιτέλους ανοίγει ο καιρός και απομακρύνονται τα σύννεφα της καταιγίδας

14. ρα, ανοίγω, El museo abre a las 11 de la mañana los domingos,

Το μουσείο ανοίγει στις 11 το πρωί τις Κυριακές

15. ραντ, κυρ, μτφ, ανοίγει, ανοίγεται, ξεκινάει, εγκαινιάζεται,

la puerta se abrió a causa del viento, η πόρτα άνοιξε εξ’ αιτίας του ανέμου,

el pestillo se abrió como por arte de magia, το μάνταλο άνοιξε ως δια μαγείας

el telón se abrió y comenzó la obra, η αυλαία άνοιξε και το έργο άρχισε

la pared se abrió a causa del terremoto, το τείχος άνοιξε λόγω του σεισμού

se abrirá el curso escolar mañana mismo, θα ξεκινήσει η σχολική χρονιά αύριο κιόλας

se me ha abierto el apetito, μου έχει ανοίξει η όρεξη

abrirse un batallón, ανοίγει στον χώρο, απλώνεται ένα τάγμα

algunas flores ya han abierto, μερικά λουλούδια έχουν ήδη ανοίξει

16. ανοίγομαι ψυχικά, ανοίγω την καρδιά μου, se abrió a su amigo, ανοίχτηκε στον φίλο του

17. μτφ, ανοίγω> έχω θέα, βλέπω, κοιτάζω, este balcón se abre a un hermoso bosque,

Αυτό το μπαλκόνι έχει θέα σε ένα όμορφο δάσος

18. μτφ, ανοίγομαι, είμαι ανοικτός, Me abro a sugerencias, Είμαι ανοικτός σε προτάσεις

19. μτφ, ανοίγομαι, si te abres tanto en las curvas, podemos salirnos de la carretera,

Αν ανοιχτείς πολύ στις στροφές, μπορεί να βγούμε εκτός δρόμου

20. μτφ, αθλ, ανοίγομαι, el defensa se abrió por la banda derecha,

Ο αμυντικός ανοίχτηκε στη δεξιά πλευρά, πτέρυγα

21. μτφ, ανοίγω> την κάνω από μέρος, φεύγω σφαίρα, se abrió para que no lo detuvieran,

την έκανε για να μην τον συλλάβουν

Es medianoche ya. – Lo sé. Me abro después de terminar esta cerveza,

Είναι ήδη μεσάνυχτα. – Το ξέρω. Φεύγω αφού τελειώσω αυτή την μπύρα

22. εκφ, a medio abrir, μισάνοιχτος,

En un abrir y cerrar los ojos, σε ένα ανοίγω και κλείνω τα μάτια, άψε σβήσε

Abrir los ojos, Ανοίγω τα μάτια, για να δω τι γίνεται πραγματικά

Abrir su corazón, Ανοίγει την καρδιά του, κάποιος σε άλλον

abertura 1. θ, πράξη του abrir, abrirse

2. άνοιγμα, τρύπα, σχίσιμο σε επιφάνεια, ρωγμή,

el agua entraba por una abertura, το νερό έμπαινε από ένα άνοιγμα

Pudimos pasar el cable por una abertura del armario,

Μπορέσαμε να περάσουμε το καλώδιο μέσα από μια τρύπα στην ντουλάπα

A través de la abertura de la pared del salón se veía la cocina,

Μέσα από το άνοιγμα στον τοίχο του σαλονιού μπορούσες να δεις την κουζίνα

3. άνοιγμα σε φόρεμα= σχίσιμο τεχνητό

4. άνοιγμα σε διάφραγμα

5. άνοιγμα χερσαίο για την θάλασσα= ορμίσκος

6. άνοιγμα μεταξύ δύο βουνών= πέρασμα, διάβαση,

La abertura entre las dos montañas era muy estrecha,

Το πέρασμα μεταξύ των δύο βουνών ήταν πολύ στενό

7. γωλ, ρήγμα, χάσμα

8. άνοιγμα, εγκαίνια, La abertura del nuevo restaurante italiano es esta noche,

Τα εγκαίνια του νέου ιταλικού εστιατορίου είναι απόψε

9. άνοιγμα ψυχικό> ανοιχτή στάση ατόμου, δεκτικότητα, ειλικρίνεια,

Me sorprendió la abertura de Mario porque esperaba que fuera más reservado,

Με εξέπληξε η ανοιχτή στάση του Μάριου επειδή περίμενα να είναι πιο συγκρατημένος

10. γλγ, άνοιγμα σε φωνήεν

abierto, ta 1. ε, κυρ, μτφ, ανοιχτός, -ή, -ó, la puerta está abierta η πόρτα είναι ανοιχτή

abierto de par en par, ανοιχτό διάπλατα

La tienda está abierta por si quieres ir a comprar leche,

Το κατάστημα είναι ανοιχτό αν θέλεις να πάς να αγοράσεις γάλα

Estoy abierta a cualquier sugerencia o crítica que tengan,

Είμαι ανοιχτή σε οποιαδήποτε πρόταση ή κριτική κι αν έχετε

mentalidad abierta, νοοτροπία ανοιχτή

2. για άτομο, ανοιχτός, -ή, -ó, Es muy abierta, puedes hablar con ella de cualquier cosa,

Είναι πολύ ανοιχτή, μπορείς να μιλήσεις μαζί της για οτιδήποτε, τα πάντα

3. χωρίς να έχει τελειώσει, ανοιχτός, -ή, -ó, El trato queda abierto, η υπόθεση μένει ανοιχτή

4. ανοιχτός= πολύ προφανές, -ής, -ή, ξεκάθαρος, -η, -ο, abierta enemistad, προφανής έχθρα

5. ειλικρινής, -ής, -ές, tiene un carácter muy abierto, έχει ένα χαρακτήρα πολύ ειλικρινή

6. για διάλογο, ανοιχτός, -ή, -ó

7. για πληγή, τραυματισμό, ανοιχτός, -ή, -ό

8. για λουλούδι, ανοιχτός, -ή, -ό, ανθισμένος, -η, -ο

9. φων, ανοιχτός, -ή, -ό, Una vocal puede ser abierta o cerrada,

Ένα φωνήεν μπορεί να είναι ανοιχτό ή κλειστό

10. πλφ, για αρχείο, ανοιχτός, -ή, -ό

11. μτφ, ανοιχτός σε όλους= δημόσιος, -α, -ο, publicaron una carta abierta en el periódico,

δημοσίευσαν μια δημόσια επιστολή στην εφημερίδα

12. για έδαφος, χωρίς εμπόδια, ανοιχτός, -ή, -ό

13. για πόλη, φρούριο χωρίς τείχη, ανοιχτός, -ή, -ό, απερίφρακτος, -η, -ο

14. εκφ, en abierto, μτφ, σε ανοιχτή(μετάδοση)= απευθείας

abierto 1. α, αθλ, για τένις, γκολφ, ανοιχτό= όπεν

abra 1. θ, άνοιγμα χερσαίο για την θάλασσα= κολπίσκος

2. άνοιγμα μικρό σε δύο βουνά= μικρή κοιλάδα

3. άνοιγμα σε έδαφος= ρήγμα

abertal 1. ε, για έδαφος με ρωγμές λόγω ξηρασίας, διαβρωμένος, -η, -ο

2. για κτήμα ανοικτό= μη περιφραγμένος, -η, -ο

abridor, ra 1. α θ, που ανοίγει, ανοιχτήρι

abridor 1. α, ανοιχτήρι κονσέρβας

2. ανοιχτήρι μπουκαλιού

3. ανοιχτήρι για αυτιά= μικρός κρίκος για τη διατήρηση της οπής στο αυτί

4. σνθ, abridor de ostras, ανοιχτήρι για όστρακα

apertura 1. θ, πράξη του abrir, άνοιγμα, έναρξη, ξεκίνημα, εγκαίνια,

Los preparativos para la apertura del próximo Mundial ya están en marcha,

Οι προετοιμασίες για την έναρξη του επόμενου Παγκοσμίου Κυπέλλου έχουν ήδη ξεκινήσει

2. διάνοιξη, la apertura del conducto, η διάνοιξη του αγωγού

3. οκν, άνοιγμα, Pensé que la apertura de una cuenta bancaria sería más fácil,

Νόμιζα ότι το άνοιγμα ενός τραπεζικού λογαριασμού θα ήταν πιο εύκολο

La economía de China es un factor importante en la apertura del país,

Η οικονομία της Κίνας αποτελεί σημαντικό παράγοντα για το άνοιγμα της χώρας

4. άνοιγμα, τρύπα, κενό, ρωγμή, No había visto esa apertura en la pared,

Δεν είχα δει αυτό το άνοιγμα στον τοίχο

5. άνοιγμα χρονιάς, σεζόν, καταστήματος, περιόδου για κάτι

6. άνοιγμα διαθήκης

7. άνοιγμα δρόμου για διέλευση

8. ανοιχτή στάση σε διαφορετική, ενάντια θέση, άποψη, διαλλακτικότητα, ανοχή

9. φωτ, διάφραγμα, Los fotógrafos expertos ajustan la apertura de forma manual para producir diversos efectos, Οι έμπειροι φωτογράφοι ρυθμίζουν το διάφραγμα χειροκίνητα για να παράγουν διάφορα εφέ

10. άνοιγμα στο σκάκι

11. αθλ, άνοιγμα ομάδας στο ποδόσφαιρο, ράγκμπι

12. σνθ, apertura angular, άνοιγμα γωνίας

aperturar 1. ρμ, οκν, ανοίγω λογαριασμό

aperturismo 1. α, ανοιχτό πνεύμα

2. φιλελευθερισμός σε πολιτική, οικονομία

aperturista 1. ε, ανοιχτός, -η, -ο, ανοιχτόμυαλος, -η, -ο, διαλλακτικός, -ή, -ó,

προοδευτικός, -ή, -ό, hace falta una postura más aperturista,

χρειάζεται μια στάση πιο ανοιχτόμυαλη

2. σε πολιτική, οικονομία, φιλελεύθερος, -η, -ο

3. α θ, φιλελεύθερος, -η, οπαδός του φιλελευθερισμού

entreabrir 1. ρμ, μισ-ανοίγω για πόρτα, παράθυρο, στόμα, μάτια

Al entreabrir la ventana entró un viento muy frío y por eso la cerré,

Όταν μισάνοιξα το παράθυρο, μπήκε ένας πολύ κρύος αέρας και για αυτό το έκλεισα

2. ραντ, μισανοίγει κάτι

entrecubierta 1. θ, ναυ, μεσο-κουβερτα, χώρος ανάμεσα στα καταστρώματα του πλοίου

entreabierto, ta 1. ε, μισάνοιχτος, -η, -o, για πόρτα, παράθυρο, στόμα, μάτια

semiabierto, ta 1. ε, ημι-ανοιχτός= μισάνοιχτος, -η, -o

reabrir 1. ρμ, ραντ, ξανανοίγω, La cafetería reabrirá mañana, Η καφετέρια ξανανοίγει αύριο,

El cirujano tuvo que reabrir la herida, Ο χειρουργός χρειάστηκε να ανοίξει ξανά την πληγή

la herida se reabrió, η πληγή ξανάνοιξε

2. μτφ, ξανανοίγω, επαναφέρω θέμα, El juez decidió reabrir el caso,

Ο δικαστής αποφάσισε να ανοίξει ξανά την υπόθεση

Debemos reabrir el debate sobre este tema,

Πρέπει να ανοίξουμε ξανά τη συζήτηση για αυτό το θέμα

3. επαναλειτουργώ, Es fundamental reabrir la línea de tren,

Είναι θεμελιώδες να επαναλειτουργήσει η σιδηροδρομική γραμμή

reapertura 1. θ, πράξη του reabrir, κυρ, μτφ, άνοιγμα εκ νέου, ξανά σε κάτι

2. επαναλειτουργία

3. επανέναρξη σε δραστηριότητα

barniz 1. α, πρχ βερνίκι, El barniz que le dimos a la mesa de roble tardará dos días en secarse

Το βερνίκι που του περάσαμε στο δρύινο τραπέζι θα πάρει δύο ημέρες για να στεγνώσει

2. μτφ, επιφανειακή γνώση πάνω σε κάτι, εισαγωγή, στρώση, επίχρισμα,

En el colegio solo adquirimos un barniz de cultura general,

Στο σχολείο αποκτούμε μόνο ένα επίχρισμα γενικής κουλτούρας

3. σνθ, barniz para las uñas, βερνίκι για τα νύχια

barnizar 1. ρμ, βερνικώνω, σμαλτώνω

barnizado 1. α, βερνίκωμα, βερνίκωση, στίλβωση

barnizador, ra 1. ε, που βερνικώνει, βερνικωτικός, -ή, -ό

barnizador 1. α, βερνικωτής

cubertería 1. θ, κουβέρ, μαχαιροπίρουνα, σετ από κουταλο-μαχαιροπίρουνα,

Los sirvientes pulieron toda la cubertería antes de la gran cena,

Οι υπηρέτες γυάλισαν όλα τα μαχαιροπίρουνα πριν από το μεγάλο δείπνο

cobertera πρχ κουβέρτα

1. θ, καπάκι για κατσαρόλες, χύτρες,

Pon la cobertera a la olla y cocina durante una hora,

Βάλε το καπάκι στην κατσαρόλα και μαγείρεψε για μία ώρα

2. μτφ, προξενήτρα

3. κουβέρτα, σκέπασμα

4. κάθε ένα από τα πτερά που καλύπτουν την ουρά των πτηνών

cobertizo πρχ κουβερτα

1. α, παράπηγμα, πρόχειρο κτίσμα σα γκαράζ, υπόστεγο σε κάτι, αποθήκη,

Voy a construir un cobertizo para guardar leña,

Θα φτιάξω ένα υπόστεγο για να αποθηκεύω καυσόξυλα

2. στέγαστρο για άτομα

3. υπόστεγο, Delante de la casa hay una terraza con cobertizo y barbacoa, y en verano pasamos mucho tiempo allí, Μπροστά από το σπίτι υπάρχει μια βεράντα με υπόστεγο και μπάρμπεκιου, και το καλοκαίρι περνάμε πολύ χρόνο εκεί

cobertor πρχ κουβέρτα

1. α, σκέπασμα, κουβέρτα, Puse un cobertor sobre el sofá para que el perro se acostara,

Έβαλα μια κουβέρτα πάνω από τον καναπέ ώστε να ξάπλωνε ο σκύλος

2. κουβερλί, κάλυμμα κρεβατιού, πάπλωμα, Me compré un nuevo juego de cama y el dependiente me regaló un cobertor, Αγόρασα ένα καινούργιο σετ κλινοσκεπασμάτων και ο υπάλληλος μου έκανε δώρο ένα πάπλωμα

cobertura πρχ κουβέρτα= που καλύπτει

1. θ, τχν, κάλυψη για σήμα κινητού, No puedo llamarla porque no tengo cobertura,

Δεν μπορώ να την καλέσω επειδή δεν έχω σήμα

ή κάλυψη, todo el país ya tiene cobertura de fibra óptica,

ολόκληρη η χώρα έχει πλέον κάλυψη οπτικών ινών

2. τηλ, ραδ, κάλυψη, La final de la Copa Mundial tuvo mayor cobertura televisiva que la boda del príncipe, Ο τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου είχε περισσότερη τηλεοπτική κάλυψη από τον γάμο του πρίγκιπα

3. οκν, κάλυψη πίστωσης, υποθήκης, κάλυψη έναντι κινδύνου ή αντιστάθμιση,

El oro no es siempre la mejor cobertura frente a la inflación,

Ο χρυσός δεν είναι πάντα η καλύτερη αντιστάθμιση κατά του πληθωρισμού

4. μαγ, κουβερτούρα

5. ιατ, κάλυψη ιατροφαρμακευτική, ασφάλιση υγείας, Médicos voluntarios brindan asistencia gratuita a niños sin cobertura médica, Εθελοντές γιατροί παρέχουν δωρεάν φροντίδα σε παιδιά χωρίς ασφάλιση υγείας

6. καπάκι, κάλυμμα, Quite la cobertura de plástico del lente antes de colocarlo,

Αφαιρέστε το πλαστικό κάλυμμα από τον φακό πριν τον τοποθετήσετε

7. αθλ, κάλυψη αμυντική= άμυνα

8. σνθ, cobertura informativa, μετάδοση πληροφοριών, κάλυψη των γεγονότων

cobertura sanitaria, υγειονομική κάλυψη

cobertura social, κοινωνική κάλυψη

9. εκφ, quedarse sin cobertura, μένω χωρίς κάλυψη, εκτός δικτύου, δεν έχω σήμα,

La comunicación se cortó porque me quedé sin cobertura,

Η επικοινωνία διακόπηκε επειδή έμεινα χωρίς κάλυψη

cubierta πρχ κουβέρτα

1. θ, κάλυμμα βιβλίου= εξώφυλλο, la cubierta de un diccionario, το εξώφυλλο ενός λεξικού

2. κάλυμμα κρεβατιού, Mi nueva cubierta de cama está adornada con flores de cerezo,

Το καινούριο μου κάλυμμα κρεβατιού είναι στολισμένο με άνθη κερασιάς

3. κάλυμμα επίπλου

4. περίβλημα καλωδίου

5. ναυ, κουβέρτα, κατάστρωμα

6. ατκ, στέγαστρο, Cuando comenzó a llover, nos metimos debajo de la cubierta,

Όταν άρχισε να βρέχει, μπήκαμε κάτω από το στέγαστρο

7. αυτ, πέλμα του ελαστικού

8. μτφ, φάκελος για γραπτό

9. μτφ, πρόφαση

10. σνθ, cubierta a un agua, a dos aguas, ατκ, μονόρριχτη, δίρριχτη στέγη

cubierta de popa, ναυ, κουβέρτα πρύμνης, πρυμναίο κατάστρωμα

cubierta de proa, ναυ, κουβέρτα πλώρης, πρωραίο κατάστρωμα

cubierta vegetal, βοτ, φυτοκάλυψη

contracubierta 1. θ, πρχ κοντρα-κουβερτα= οπισθόφυλλο βιβλίου, δημοσίευσης

sobrecubierta υπερ-κουβερτα= επι-κάλυμμα

1. θ, ατκ, υπερκείμενη στέγη για κτίριο

2. κάλυμμα για βιβλίο

3. ναυ, άνω κατάστρωμα για πλοίο

cubierto, ta πρχ κουβερτα= κάλυμμα

1. ε, σκεπαστός, -ή, -ó, κλειστός, -ή, -ó, καλυμμένος, -η, -ο, εσωτερικός, -ή, -ό σε χώρο,

terraza cubierta, σκεπαστή βεράντα,

No me gusta nadar en la piscina cubierta,

Δεν μου αρέσει να κολυμπάω στην εσωτερική πισίνα,

Su escritorio estaba totalmente cubierto de papeles,

Το γραφείο του ήταν ολόκληρο καλυμμένο με χαρτιά,

2. για καιρό, κλειστός, -ή, -ó, El cielo estaba cubierto, iba a llover de un momento a otro,

Ο ουρανός ήταν κλειστός, συννεφιασμένος, θα έβρεχε από στιγμή σε στιγμή

3. για θέση εργασίας, καλυμμένος, -η, -ο, el puesto está cubierto, η θέση είναι καλυμμένη

4. α, κουβέρ, μαχαιροπίρουνο, κομμάτι από κουβέρ, μαχαίρι, πιρούνι, κουτάλι

ή κουβέρ, μενού ανά άτομο, este local de boda cobrará $100 por cubierto para la comida,

αυτός ο χώρος γάμου θα χρεώσει 100 δολάρια κουβέρ ανά άτομο για το φαγητό

5. ατκ, στέγαστρο

6. σνθ, cubierto turístico, κουβέρ τουριστικό> μενού

7. εκφ, ponerse a cubierto, καλύπτομαι από κίνδυνο,

se puso a cubierto de las balas enemigas, καλύφθηκε από τα εχθρικά πυρά

a cubierto, επρ, υπό κουβέρτα> υποστεγώς> υπό κάλυψη, υπό στέγη, υπό προστασία,

lograron llegar al refugio y dormir a cubierto,

κατάφεραν να φτάσουν στο καταφύγιο και να κοιμηθούν υπό στέγη

cubrecadena 1. α, κάλυμμα καδένας= αλυσίδας ποδηλάτου

cubrecama 1. α, κάλυμμα κρεβατιού

cubrenuca 1. α, στρ, κάλυμμα λαιμού

cubreobjetos 1. α, καλυπτρίδα αντικειμένων μικροσκοπίου

cubreplatos 1. α, κάλυμμα πιάτου

cubrerradiador 1. α, κάλυμμα σχάρας καλοριφέρ

cubrición 1. θ, ζωλ, πρχ κάλυψη = επίβαση θηλυκού ζώου, καβαλίκεμα

cubrir πρχ κουβέρτα= καλύπτω και οι μεταφορές του

1. ρμ, κυρ, μτφ, καλύπτω, σκεπάζω, Cubrí los muebles porque van a pintar el salón,

Κάλυψα τα έπιπλα επειδή θα βάψουν το σαλόνι,

Cubre la olla para que hierva más rápido,

Σκέπασε την κατσαρόλα για να βράσει πιο γρήγορα,

Intentó cubrir el moretón con maquillaje, pero todos se dieron cuenta,

Προσπάθησε να καλύψει τη μελανιά με μακιγιάζ, αλλά όλοι το πρόσεξαν

El seguro cubre los gastos médicos del accidente,

Η ασφάλεια καλύπτει τα ιατρικά έξοδα του ατυχήματος

cubrió la factura con un talón, κάλυψε τον λογαριασμό με μια επιταγή

2. καλύπτω μια επιφάνεια με ένα υλικό, tienes que cubrir la grieta con yeso,

πρέπει να καλύψεις την ρωγμή με γύψο

3. ατκ, κατ, καλύπτω χώρο ή κτίριο με σκεπή, τοποθετώ στέγη,

cubrieron las casas en construcción antes de que llegara el invierno,

έβαλαν σκεπή στα υπό κατασκευή σπίτια πριν φτάσει ο χειμώνας

4. καλύπτω κάποιον με ρούχο

5. καλύπτω κάποιον, προστατεύω, Cúbreme mientras corro a recoger la munición caída,

Κάλυψε με καθώς τρέχω να μαζέψω τα πεσμένα πυρομαχικά

varios soldados cubren la fortaleza, αρκετοί στρατιώτες προστατεύουν το φρούριο

6. μτφ, καλύπτω με πράξεις αγάπης, φιλιά, αγκαλιές, πνίγω με φιλιά, γεμίζω, κατακλύζω,

cubrió de alabanzas a su madre, γέμισε με επαίνους τη μητέρα του

ή αρνητικά, στολίζω, Cubrir de insultos a una persona, Στολίζω με προσβολές ένα άτομο

7. καλύπτω θέση εργασίας, Cancelaron mi entrevista porque ya habían cubierto el puesto,

Ακύρωσαν τη συνέντευξή μου επειδή είχαν ήδη καλύψει τη θέση

8. καλύπτω ανάγκη ή απαίτηση, ¿Podrías cubrir mi turno en la cafetería mañana?

Θα μπορούσες να καλύψεις τη βάρδια μου στην καφετέρια αύριο;

Un vaso de leche al día no cubre tus necesidades diarias de calcio,

Ένα ποτήρι γάλα την ημέρα δεν καλύπτει τις ημερήσιες ανάγκες σου σε ασβέστιο

9. αθλ, καλύπτω ένα παίκτη, μαρκάρω, ή καλύπτω μια ζώνη

los defensas cubrían la portería a duras penas,

Οι αμυντικοί κάλυπταν την εστία με τα χίλια ζόρια

10. καλύπτω απόσταση, την τρέχω, cubrió el trayecto en dos horas,

κάλυψε την διαδρομή σε δύο ώρες

11. ζωλ, πρχ κουβ-ριρ> καβ-αλάω, καλύπτω ένα θηλυκό, γονιμοποιώ,

Pagan $100 para perros de raza a cubrir sus perras mientras están en celo,

Πληρώνουν 100 δολάρια για καθαρόαιμα σκυλιά για να γονιμοποιήσουν τις σκύλες τους όσο είναι σε φάση ζευγαρώματος

12. καλύπτω θέμα για δημοσιογράφο, El periodista fue a cubrir la noticia de las elecciones,

Ο δημοσιογράφος πήγε να καλύψει την είδηση των εκλογών

13. μτφ, καλύπτω, κρύβω, Trató de cubrir su tristeza con una sonrisa,

Προσπάθησε να καλύψει τη θλίψη του με ένα χαμόγελο

14. ραντ, καλύπτομαι με καπέλο ή άλλο ρούχο, σκεπάζομαι, Cúbrete que estás tiritando,

Σκεπάσου γιατί τρέμεις

15. καλύπτεται ο ουρανός από σύννεφα, συννεφιάζει, De repente, el cielo se cubrió y empezó a llover, Ξαφνικά, ο ουρανός συννέφιασε και άρχισε να βρέχει

16. μτφ, καλύπτομαι θετικά ή αρνητικά με δόξα, ντροπή, προσβολές= κερδίζω, λαμβάνω,

Se cubrió de gloria con su descubrimiento, Κέρδισε δόξα με την ανακάλυψή του

17. μτφ, καλύπτομαι, προστατεύομαι, παίρνω μέτρα προστασίας απέναντι σε κάτι,

Solo está tratando de cubrirse contra cualquier acusación,

Απλώς προσπαθεί να προστατευθεί από τυχόν κατηγορίες

18. καλύπτομαι, Por la mañana, el bosque se había cubierto de nieve,

Το πρωί, το δάσος είχε καλυφθεί με χιόνι

descubrir πρχ δεν-καλύπτω> απο-καλύπτω και οι μεταφορές του

1. ρμ, ανακαλύπτω κάτι άγνωστο, κρυμμένο, Cristóbal Colón descubrió América,

Ο Χριστόφορος Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική,

Descubrieron una cueva en la montaña durante la excursión,

Ανακάλυψαν μια σπηλιά στα βουνά κατά τη διάρκεια της εκδρομής

2. ξεσκεπάζω, αφαιρώ καπάκι, κάλυμμα, σκέπασμα, Descubre la olla antes de que hierva, Ξεσκεπάστε την κατσαρόλα πριν βράσει

cuando descubrieron la fosa no estaba el cadáver,

όταν ξεσκέπασαν τον τάφο, το σώμα δεν ήταν εκεί

El médico descubrió la herida para examinarla,

Ο γιατρός ξεσκέπασε την πληγή για να την εξετάσει,

ή ξεσκεπάζω μέρος του σώματος, Por favor, descúbrete la cabeza antes de entrar al templo, Σε παρακαλώ, ξεσκέπασε το κεφάλι σου πριν μπεις στον ναό

3. αποκαλύπτω έργο τέχνης, άγαλμα, El anfitrión pidió descubrir la estatua,

Ο οικοδεσπότης ζήτησε να αποκαλύψουν το άγαλμα

4. μτφ, αποκαλύπτω, ξεσκεπάζω, Eduardo descubrió la identidad del espía,

Ο Εδουάρδο αποκάλυψε την ταυτότητα του κατασκόπου

5. μτφ, ανακαλύπτω, μαθαίνω, He descubierto que van a despedir a la secretaria,

ανακάλυψα, έμαθα ότι πρόκειται να απολύσουν την γραμματέα

Hugo descubrió que su esposa tuvo un amorío con su socio,

Ο Χιούγκο ανακάλυψε ότι η γυναίκα του είχε σχέση με τον συνέταιρο του

En el viaje, descubrí mi pasión por la pintura,

Στο ταξίδι, ανακάλυψα το πάθος μου για τη ζωγραφική

6. μτφ, αποκαλύπτω προθέσεις κάποιου, προδίδω,

¡No nos descubran! Estamos preparando una fiesta sorpresa para Imelda,

Μην μας προδώσετε! Σχεδιάζουμε ένα πάρτι-έκπληξη για την Ιμέλντα.

7. αποκαλύπτω οπτικά, La luz de la luna descubrió el contorno de la montaña en la distancia, Το φως του φεγγαριού αποκάλυψε το περίγραμμα του βουνού στο βάθος

ή διακρίνω από μακριά κάτι, no puedo descubrir la silueta de la persona en la distancia,

Δεν μπορώ να διακρίνω τη σιλουέτα του ατόμου στο βάθος

8. ανακαλύπτω φυσικό νόμο, El español Miguel Servet descubre la circulación de la sangre,

Ο Ισπανός Μιγκέλ Σερβέτ ανακαλύπτει την κυκλοφορία του αίματος

9. ραντ, αφαιρώ καπέλο, κάλυμμα, αποκαλύπτομαι, ξεσκεπάζω,

La novia se descubrió el rostro para besarle al novio,

Η νύφη αποκαλύφθηκε, ξεσκέπασε το πρόσωπο της για να φιλήσει τον γαμπρό,

Por favor, descúbrete la cabeza antes de entrar al templo,

Σε παρακαλώ, ξεσκέπασε το κεφάλι σου πριν μπεις στον ναό

5. μτφ, βγάζω το καπέλο, παραδέχομαι κάποιον, Me descubro ante usted,

Σας βγάζω το καπέλο μου, σας παραδέχομαι

6. μτφ, προδίδομαι, Mi hermano intentó asustarme, pero se descubrió al reírse,

Ο αδερφός μου προσπάθησε να με τρομάξει, αλλά προδόθηκε όταν γέλασε

7. εκφ, ¡hay que descubrirse! σου βγάζω το καπέλο!, σε παραδέχομαι!

descubrimiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του descubrir, ανακάλυψη, αποκάλυψη

Este descubrimiento hizo famoso al arqueólogo,

Αυτή η ανακάλυψη έκανε διάσημο τον αρχαιολόγο

descubierta 1. θ, στρ, αποκάλυψη για έδαφος, βάση= αναγνώριση

2. ναυ, επιθεώρηση, επειδή αποκαλύπτεται η ετοιμότητα

3. εκφ, a la descubierta, απροκάλυπτα, φανερά, με ανοιχτά χαρτιά,

ir a la descubierta, στρ, πηγαίνω για αναγνώριση

descubiertamente 1. επρ, απροκάλυπτα, φανερά, ανοιχτά

descubierto, ta πρχ χωρίς κουβέρτα= κάλυμμα> ακάλυπτο

1. ε, ακάλυπτος, -η, -o, ασκεπής, -ές, -ή, No dejes la cacerola descubierta,

Μην αφήσεις την κατσαρόλα ακάλυπτη

las normas exigían que los hombres acudieran descubiertos,

οι κανόνες απαιτούσαν από τους άνδρες να πήγαιναν ασκεπείς, χωρίς καπέλο

ή μέρος σώματος, γυμνός, -ή, -ó, Se había quitado la camisa y llevaba el pecho descubierto,

Είχε βγάλει το πουκάμισό του και είχε το στήθος ακάλυπτο, ήταν γυμνόστηθος

2. ανοιχτός, -ή, -ó, εξωτερικός, -ή, -ό, La casa tiene una pista de tenis descubierta,

Το σπίτι διαθέτει ένα γήπεδο τένις ανοιχτό,

Las clases de natación son en una piscina descubierta,

Τα μαθήματα κολύμβησης γίνονται σε εξωτερική πισίνα

3. υπαίθριος, -α, -o

4. για όχημα, ανοιχτός, -ή, -ó, Recorrimos la ciudad en un autobús descubierto,

Γυρίσαμε την πόλη με ένα λεωφορείο ανοιχτό, με ανοιχτή οροφή

5. για ουρανό χωρίς σύννεφα, αίθριος, -α, -ο, καθαρός, -ή, -ό, Hoy el cielo está descubierto,

Σήμερα ο ουρανός είναι καθαρός

6. α, οκν, υπερανάληψη χρημάτων, Tiene un descubierto de €200 en su cuenta,

Έχετε μια υπερανάληψη €200 στον λογαριασμό σας

7. θρη, αποκάλυψη= παρουσίαση της Θείας Ευχαριστίας στους πιστούς

8. εκφ, dejar al descubierto, αφήνω ακάλυπτο= δείχνω, εκθέτω,

estar al descubierto, είμαι ακάλυπτος, για προστασία, οικονομικά

poner al descubierto, αποκαλύπτω,

los servicios secretos pusieron al descubierto la trama golpista,

Οι μυστικές υπηρεσίες αποκάλυψαν το σχέδιο πραξικοπήματος,

al descubierto, υπαίθρια, στο ύπαιθρο, dormimos al descubierto, κοιμηθήκαμε στο ύπαιθρο

en todo lo descubierto, μτφ, σε όλη την οικουμένη, σε όλο τον κόσμο,

no hubo masacre parecida en todo lo descubierto,

Δεν υπήρξε παρόμοια σφαγή σε όλη την οικουμένη

descubridor, ra πρχ που ανακαλύπτει, αποκαλύπτει

1. ε, για εκδρομή, αποστολή, εξερευνητικός, -ή, -ó, una expedición descubridora,

μια εξερευνητική αποστολή

2. ναυ, για πλεούμενο, αναγνωριστικός, -ή, -ó

3. α, εξερευνητής, -ια για εδάφη

4. εφευρέτης, -ια, el descubridor de la nitroglicerina, ο εφευρέτης της νιτρογλυκερίνης

5. ανιχνευτής ταλέντων

descubridor 1. α, στρ, ανιχνευτής

encubrir πρχ επι-καλύπτω

1. ρμ, καλύπτω, κρύβω, Adriana encubrió su rostro con una bufanda,

Η Αντριάνα κάλυψε το πρόσωπό της με ένα μαντήλι

El denso follaje encubría la entrada a la cueva,

Το πυκνό φύλλωμα έκρυβε την είσοδο της σπηλιάς

2. μτφ, καλύπτω, κρύβω, αποκρύπτω, La prensa lo acusa de encubrir a su socio,

Ο Τύπος τον κατηγορεί ότι κρύβει τον συνεργάτη του,

Usa la risa para encubrir su tristeza, Χρησιμοποιεί το γέλιο για να κρύψει τη θλίψη του,

El asesino sonrió para encubrir sus malvadas intenciones,

Ο δολοφόνος χαμογέλασε για να καλύψει τις κακές του προθέσεις

4. συγκαλύπτω, Intentaron encubrir el fraude fiscal,

Προσπάθησαν να συγκαλύψουν τη φορολογική απάτη

5. νομ, υποθάλπω, Manuel fue procesado por encubrir a fugitivos,

Ο Μανουήλ διώχθηκε επειδή υπέθαλψε τους φυγάδες

encubrimiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του encubrir, κάλυψη, απόκρυψη, κρύψιμο

2. νομ, υπόθαλψη, alojó al terrorista en su casa y está acusado de encubrimiento,

φιλοξένησε τον τρομοκράτη στο σπίτι του και κατηγορείται για υπόθαλψη

encubiertamente 1. επρ, επι-καλυμμένα= κρυφά

encubierto, ta 1. ε, κρυφός, -ή, -ό, συγκαλυμμένος, -η, -o, μυστικός, -ή, -ό,

αποκρυμμένος, -η, -ο, Descubrieron que Rossi era un agente encubierto,

Ανακάλυψαν ότι ο Ρόσι ήταν μυστικός πράκτορας,

La candidata cuenta con el apoyo encubierto de muchos de sus opositores,

Η υποψήφια έχει την συγκαλυμμένη υποστήριξη πολλών αντιπάλων της

2. λανθάνων, -ουσα, -ον, Sentimiento encubierto, Λανθάνον συναίσθημα

encubridor, ra 1. ε, συγκαλύπτει, συνεργεί σε πράξη, υποθάλπων, -ουσα, -ον,

Toda persona encubridora de un delito puede ser acusada y juzgada por ello,

Κάθε άτομο που συνεργεί σε ένα έγκλημα μπορεί να κατηγορηθεί και να δικαστεί γι’ αυτό

2. α θ, που προσφέρει συγκάλυψη σε παρανομίες, συνεργός, υποθάλπων, -ουσα

obertura 1. θ, μσκ, πρχ ουβερτούρα

operculado, da πρχ οπερ-κουλ-αδο> επι-καλ-υμμένος

1. ε, βοτ, ζωλ, επικαλυμμένος, -η, -ο

opercular 1. ε, ζωλ, επικαλυπτικός, -ή, -ό

opérculo 1. α, βοτ, ζωλ, καλύπτρα, πώμα, επίφραγμα

recubrir πρχ περι-καλύπτω

1. ρμ, καλύπτω επιφάνεια, Pensamos recubrir las paredes del baño con azulejos blancos,

Σκεφτόμαστε να καλύψουμε τους τοίχους του μπάνιου με λευκά πλακάκια,

ή επενδύω, Recubrir la fachada con mármol, Επενδύω την πρόσοψη με μάρμαρο

ή επιχρίω, Recubrir un metal con cromo, Επιχρίω ένα μέταλλο με χρώμιο

2. καλύπτω, recubre los muebles con telas para que no se ensucien de pintura,

κάλυψε τα έπιπλα με υφάσματα για να μην λερωθούν με μπογιά

3. επισκευάζω σκεπή, στέγη, Tuvimos que recubrir el tejado,

Χρειάστηκε να επισκευάσουμε τη στέγη

recubrimiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του recubrir

2. επικάλυψη, σκέπασμα, επίχρισμα, επένδυση, επίστρωση,

El recubrimiento en las paredes les da un aspecto más moderno,

Η επένδυση στους τοίχους τους δίνει μια πιο μοντέρνα εμφάνιση

La chapa lleva un recubrimiento que impide la corosión,

Η λαμαρίνα έχει μια επίστρωση που εμποδίζει τη διάβρωση

redescubrir 1. ρμ, ξαν-ανακαλύπτω, ανακαλύπτω εκ νέου, ανακαλύπτω νέα προοπτική,

Redescubrimos la belleza de la ciudad, Ξανά ανακαλύψαμε την ομορφιά της πόλης,

La tecnología nos permite redescubrir textos antiguos con nuevas herramientas de análisis,

Η τεχνολογία μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε ξανά αρχαία κείμενα με νέα αναλυτικά εργαλεία

garaje 1. α, α, γκαράζ, Solo un coche cabe en el garaje de mi casa,

Μόνο ένα αυτοκίνητο χωράει στο γκαράζ μου στο σπίτι

2. πάρκινγκ, El garaje está lleno, así que voy a intentar estacionarme en la calle,

Το πάρκινγκ είναι γεμάτο, οπότε θα προσπαθήσω να παρκάρω στον δρόμο

3. μτφ, συνεργείο επισκευής, Mi coche ha estado en el garaje por dos meses,

Το αυτοκίνητο μου είναι στο συνεργείο εδώ και δύο μήνες

garantía πρχ γκαραντί> εγγύηση, πρχ σα γκαράζ> εγγύηση, φύλαξη, ασφάλεια για κάτι

1. θ, εγγύηση για κάτι, ασφάλεια για την πιστότητα του,

firmaron un documento como garantía del pacto acordado,

υπέγραψαν ένα έγγραφο ως εγγύηση της συμφωνημένης συμφωνίας

2. εγγύηση χρηματική, ενέχυρο, dejó como garantía su reloj,

άφησε το ρολόι του ως εγγύηση

3. εγγύηση προϊόντος, La máquina de afeitar tiene seis meses de garantía,

Το μηχανή ξυρίσματος έχει εγγύηση έξι μηνών

el dependiente selló la garantía del televisor,

Ο υπάλληλος σφράγισε την εγγύηση στην τηλεόραση

4. σνθ, garantía bancaria, τραπεζική εγγύηση

garantía financiera, χρηματοοικονομική εγγύηση

garantía prendaria, παρακαταθήκη

garantía de por vida, εγγύηση (εφ’ όρου) ζωής

de garantía, μτφ, γκαραντί, εγγύηση, εγγυημένος, -η, -ο, es un profesional de garantía,

είναι ένας επαγγελματίας γκαραντί

garante 1. ε, α θ, πρχ γκαραντί= που εγγυάται, εγγυητικός, -ή, -ό, εγγυητής, -ια

Julián es garante del préstamo que su hijo sacó para comprar una casa,

Ο Χουλιάν είναι εγγυητής για το δάνειο που πήρε ο γιος του για να αγοράσει ένα σπίτι

El sello de calidad es garante de la frescura del producto,

Η σφραγίδα ποιότητας είναι εγγυητική για τη φρεσκάδα του προϊόντος

2. εκφ, salir garante, βγαίνω (σαν) εγγυητής= μεσολαβώ ως εγγυητής

garantizar 1. ρμ, εμπ, εγγυώμαι, El concesionario garantiza sus coches durante cinco años,

Η αντιπροσωπεία εγγυάται τα αυτοκίνητά της για πέντε χρόνια

2. μτφ, εγγυώμαι, Todo saldrá bien, te lo garantizo, Όλα θα πάνε καλά, σου το εγγυώμαι

El dinero no garantiza la felicidad, Το χρήμα δεν εγγυάται την ευτυχία

No puedo garantizar la profesionalidad de un desconocido ante mi gerente,

Δεν μπορώ να εγγυηθώ τον επαγγελματισμό ενός αγνώστου στο διευθυντή μου

3. μτφ, διασφαλίζω, ¿Cómo podemos garantizar que esto no vuelva a ocurrir?

Πώς μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι αυτό δεν θα ξανασυμβεί;

4. εγγυώμαι για δάνειο, οφειλή, Mis padres garantizaron el préstamo de mi carro,

Οι γονείς μου εγγυήθηκαν το δάνειο αυτοκινήτου μου

garantizado, da 1. ε, κυρ, μτφ, εγγυημένος, -η, -o, διασφαλισμένος, -η, -ο

garantir 1. ρμ, εγγυώμαι

garantismo 1. α, πολ, γκαραντισμός> εγγυητισμός, δόγμα υπέρ της εγγύησης των ελευθεριών του ατόμου δια του νόμου

Warrant 1. α, εμπ, εγγύηση

garita πρχ γκαραζ-άκι

1. θ, φυλάκιο, σκοπιά, Los centinelas vigilan el cuartel desde las garitas,

Οι φρουροί επιτηρούν το στρατόπεδο από τα φυλάκια

2. θυρωρείο, el portero no estaba en la garita, ο θυρωρός δεν ήταν στο θυρωρείο

garito γκαραζ-άκι

1. α, μτφ, παράνομη λέσχη τζόγου, καζίνο ή κέρδη από παράνομο τζόγο,

En ese garito que clausuraron había hasta peleas de perros para apostar,

Σε εκείνο το καζίνο που έκλεισαν υπήρχαν ακόμη και κυνομαχίες για να στοιχηματίσεις

2. οικ, κακόφημο μπαρ, A la vuelta hay un garito en donde los borrachos siempre terminan a los puñetazos, Στη γωνία υπάρχει ένα κακόφημο μπαρ όπου οι μεθυσμένοι πάντα καταλήγουν να παίζουν μπουνιές

3. καπηλειό, καταγώγιο

garitero πρχ, μτφ γκαραζιέρης

1. α, ιδιοκτήτης κακόφημου κλαμπ

2. ιδιοκτήτης παράνομης λέσχης τζόγου, καζίνου

3. ιδιοκτήτης σε καταγώγιο, καπηλειό

4. παίκτης σε παράνομη λέσχη τζόγου, καζίνου

guarecer πρχ, μτφ, γκαραζώνω= δίνω γκαράζ

1. ρμ, παρέχω άσυλο, προσφέρω στέγη, La ONG guareció a los niños sin hogar,

Η ΜΚΟ προσέφερε στέγη σε άστεγα παιδιά

2. προσφέρω, δίνω καταφύγιο, προστατεύω, προφυλάσσω, Un amable tendero guareció a unos turistas de la tormenta en su tienda, Ένας ευγενικός καταστηματάρχης προσέφερε καταφύγιο σε μερικούς τουρίστες από την καταιγίδα στο κατάστημα του

La familia guareció al pobre animal en su casa,

Η οικογένεια παρείχε καταφύγιο στο καημένο το ζώο στο σπίτι της

2. ραντ, προφυλάσσομαι, προστατεύομαι, βρίσκω καταφύγιο,

Nos guarecimos del chaparrón en un centro comercial,

Βρήκαμε καταφύγιο από την καταρρακτώδη βροχή σε ένα εμπορικό κέντρο

guarida πρχ γκαραζ

1. θ, για ζώα, καταφύγιο

2. φωλιά, El héroe entró en la guarida del dragón, Ο ήρωας μπήκε στη φωλιά του δράκου

3. κρησφύγετο, άντρο, λημέρι παρανόμων, Los ladrones guardaron el botín en su guarida,

Οι κλέφτες φύλαξαν τα λάφυρα στο άντρο τους

4. μτφ, μέρος ιδιαίτερο κάποιου, φωλιά, γωνιά, κρησφύγετο,

no quiere que nadie entre en su guarida mientras escribe,

Δεν θέλει να μπαίνει κανείς στο κρησφύγετο του ενώ γράφει

guarnecer πρχ γαρνίρω και οι μεταφορές του

1. ρμ, El plato principal del banquete consistirá en una carne guarnecida con papas, pimientos y cebolla, Το κυρίως πιάτο του συμποσίου θα αποτελείται από κρέας γαρνιρισμένο με πατάτες, πιπεριές και κρεμμύδια

2. μτφ, διακοσμώ, στολίζω κάτι, guarneció las telas con pedrería,

διακόσμησαν τα υφάσματα με στρας

3. κατ, σοβαντίζω τοίχο ή καλύπτω επιφάνεια, el baño está guarnecido con baldosas blancas

Το μπάνιο είναι καλυμμένο με λευκά πλακάκια

4. μτφ, παρέχω, χορηγώ, un benefactor anónimo guarneció de fondos al colegio,

ένας ανώνυμος ευεργέτης χορήγησε με χρήματα το σχολείο

5. στρ, φρουρώ, περιφρουρώ, οχυρώνω, επανδρώνω με στρατιώτες,

Consciente de la posibilidad de un ataque, el coronel guarneció la ciudad con dos regimientos, Γνωρίζοντας την πιθανότητα επίθεσης, ο συνταγματάρχης περιφρούρησε την πόλη με δύο συντάγματα

guarnecido 1. α, κατ, σοβάς

guarnición 1. θ, μαγ, γαρνιτούρα, La guarnición daba color al plato principal del menú,

Η γαρνιτούρα έδωσε χρώμα στο κυρίως πιάτο του μενού

2. διάκοσμος, στόλισμα, La falda es muy sencilla pero las guarniciones la hacen única,

Η φούστα είναι πολύ απλή αλλά τα στολίσματα την κάνουν μοναδική

3. προφυλακτήρας σπαθιού

4. στρ, φρουρά, El castillo estaba vigilado por una guarnición de más de 200 hombres,

Το κάστρο φρουρούνταν από φρουρά άνω των 200 ανδρών

5. τχν, δακτυλίδι εμβόλου

6. βάση, πλαίσιο για πέτρα σε κόσμημα

7. εκφ, estar de guarnición, στρ, είμαι σε φρουρά

guarniciones 1. θ πλ, ιππ, ιμάντες, χαλινάρια αλόγου, χάμουρα, σαγή,

los caballos llevaban guarniciones de vistosos colores en la exhibición equina,

Τα άλογα φορούσαν έντονους χρωματιστούς ιμάντες στην ιππική έκθεση

guarnicionar 1. ρμ, στρ, εγκαθιστώ φρουρά

guarnicionería

1. θ, σαγματοποιείο, μέρος όπου βάζουν χαλινάρια

2. σαμαράδικο για καρέκλες, σαμάρια αλόγου

3. επάγγελμα σαγματοποιού, σαγματοποιία

guarnicionero, ra 1. α, θ, χαλιναράς, σαγματοποιός για άλογα

2. σαμαράς για καρέκλες, σαμάρια

guarnir 1. ρμ, ναυ, τοποθετώ καταλλήλως τα ξάρτια

guarnimiento 1. α, ναυ, ξάρτια, επειδή στολίζουν το πλοίο

desguarnecer πρχ ξε-γαρνιτάρω= αφαιρώ την γαρνιτούρα, στολισμό

1. ρμ, ξεστολίζω κάτι

2. στρ, αφήνω ανοχύρωτο, απροστάτευτο, αφύλακτο,

Habían desguarnecido el castillo, que fue invadido por fuerzas enemigas,

Είχαν αφύλακτο το κάστρο, το οποίο δέχτηκε εισβολή από εχθρικές δυνάμεις

ή αφαιρώ κομμάτι ή κομμάτια από την πανοπλία του αντιπάλου με χτυπήματα

3. ξεζεύω, αφαιρώ το ζέψιμο, χαλινάρια, Lleva los caballos al granero y desguarnécelos,

Πήγαινε τα άλογα στον στάβλο και ξέζεψε τα

4. ξεμοντάρω, αποσυναρμολογώ, desguarnecer un coche, ξεμοντάρω ένα αμάξι

5. εκφ, dejar desguarnecido, αφήνω ανοχύρωτο, αφύλαχτο, απροστάτευτο,

el ataque por un flanco dejó desguarnecida la entrada del castillo,

η επίθεση στη μία πλευρά άφησε αφύλακτη την είσοδο του κάστρου

quedar desguarnecido, είμαι ανοχύρωτος

guirlanda 1. θ, πρχ γιρλάντα

2. βοτ, αμάραντο

enguirnaldar 1. ρμ, στολίζω με γιρλάντες

garete πρχ γαρ-ετε> α-γύρ-ιστος> πάει στον α-γύριστο, πάει κατά διαόλου

1. εκφ, al garete, στον αγύριστο, στα τσακίδια, Lo mandó al garete,

Τον έστειλε στον αγύριστο, στα τσακίδια

2. ir, irse al garete, μτφ, πάει κατά διαόλου κάτι, su matrimonio se fue al garete,

ο γάμος τους πήγε κατά διαόλου

ή για σχέδιο, δουλειά, πέφτω έξω, πάει στράφι, χαράμι,

Todo mi trabajo se fue al garete, Όλη η δουλειά μου πήγε στράφι

3. ναυ, πάω, πλέω, αρμενίζω ακυβέρνητος, El barco iba al garete,

Το πλοίο πήγαινε ακυβέρνητο

Scroll to Top