ABABOL

ABABOL= ΠΡΧ Α-ΜΠΑ-ΜΠΟΛ> ΠΑ-ΠΑ-ΡΟΥΝΑ, ΠΡΧ ΠΑΠΑΛΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

papaverina 1. θ, χημ, παπαβερίνη

papaverácea 1. θ, βοτ, παπαβερίδα

ababol 1. α, βοτ, παπαρούνα, μήκων η ροιάς

amapola 1. θ, βοτ, παπαρούνα, μήκων η ροιάς

pamplina 1. θ, βοτ, αναγαλλίδα

2. οικ, μτφ, πρχ παπαλινα> πάπαλα, λόγια ανούσια, ανοησία, κουραφέξαλα, σαχλαμάρα,

¡no me vengas con pamplinas y hablemos con seriedad!

μην μου έρχεσαι με πάπαλα και ας μιλήσουμε με σοβαρότητα

déjese de pamplinas, σταματήστε τις σαχλαμάρες

¡basta de pamplinas! αρκετά πια με τις ανοησίες σας!

2. μτφ, ασήμαντο πράγμα, no te preocupes por eso, es una pamplina,

μην ανησυχείς γι’ αυτό, είναι πάπαλα, ασήμαντο

3. μτφ, λόγια πάπαλα σαν γαλιφιές για κάτι

4. σνθ, pamplina de agua, βοτ, υδρόβια αναγαλλίδα

pamplinada 1. θ, οικ, μτφ, παπαλαδα> ανοησία

pamplinería 1. θ, οικ, μτφ, λόγια ή πράγμα σαν πάπαλα, χαζομάρα, κουταμάρα

pamplinero, ra 1. ε, οικ, μτφ, που λέει πάπαλα, παπαρο-λόγος, -α, -ικο, σαχλός, -ή, -ó

2. γαλιφολόγος, -α, -ικο

pamplinoso, sa 1. ε, pamplinero

pamema 1. θ, υτμ, πρχ παπαρεμα= λόγια ανούσια, ανοησία, ασημαντότητα,

ή πράγμα μηδαμινό, ¿y me molestas para contarme semejante pamema?

και με ενοχλείς για να μου πεις τέτοια ανοησία;

2. πρχ παντο-μιμα σε κάτι= ψεύτικο φέρσιμο, επιτήδευση

3. εκφ, dejarse de pamemas, κόβω τις ανοησίες, σαχλαμάρες

Scroll to Top