PASAR= ΠΡΧ ΠΑΣΑΡΩ, ΠΑΣΟ, ΠΕΡΑΣΩ, ΠΕΡΝΑΩ, ΠΡΧ ΠΕΤΑΛΟ, ΠΡΧ ΠΑΤΕΝΤΑ, ΠΡΧ ΠΛΑΤΥ,
ΠΡΧ ΕΚ-ΠΛΑΤΥΝΩ> ΕΠ-ΕΚ-ΤΕΙΝΩ, ΠΡΧ Μ-ΠΑΝΤΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
pétalo 1. α, βοτ, πέταλο
apétalo, la 1. ε, απέταλος, -η, -o
dipétalo, la ε, βοτ, που έχει δύο πέταλα
polipétalo, la 1. ε, βοτ, πολυπέταλος, -ή, -ó
petaloideo, a 1. ε, βοτ, πεταλοειδής, -ής, -ές
tépalo 1. α, βοτ, τέπαλο
sépalo 1. α, βοτ, σέπαλο
asépalo, la 1. ε, βοτ, ασέπαλος, -η, -ο
dialisépalo, la 1. ε, βοτ, που έχει χωρισμένα σέπαλα
monosépalo, la 1. ε, βοτ, μονοσέπαλος, -η, -o
sepaloideo, a 1. ε, βοτ, σεπαλοειδής, -ής, -ές
patena πρχ πατένα< φάτνη ή πλατίνα> πλατύ σκεύος
1. θ, θρη, μτφ, άγιο δισκάριο, δίσκος για τις όστιες της Θείας Κοινωνίας των Καθολικών
2. εκφ, limpio, blanco como una patena, καθαρός, λευκός σαν δισκάριο= πεντακάθαρος
dejó la casa limpia como una patena, άφησε το σπίτι καθαρό σαν δισκάριο
pátera 1. θ, πρχ πλατιέρα= πλατύ και ρηχό αγγείο, δοχείο για θυσία στην αρχαιότητα
patera 1. θ, πρχ πλατιέρα= πλεούμενο γαΐτα
2. πλεούμενο για λαθρομετανάστες από Βόρεια Αφρική για να διαπλεύσουν τη Μεσόγειο
patíbulo 1. α, πρχ πλατύ-βολο ή πατο-βολο= σημείο ή τάβλες για κρεμάλα, ικρίωμα, λαιμητόμος, αγχόνη, Los soldados llevaron a los sentenciados a muerte al patíbulo,
Οι στρατιώτες οδηγούσαν τους καταδικασμένους σε θάνατο στην αγχόνη
patibulario, ria 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με την κρεμάλα, ικρίωμα, αγχόνη, λαιμητόμος,
tarima patibularia, εξέδρα ικριωματική
La pintura muestra el dolor y la vergüenza de la muerte patibularia con gran realismo,
Ο πίνακας δείχνει τον πόνο και την ντροπή του θανάτου στην αγχόνη με μεγάλο ρεαλισμό
2. μτφ, σαν σε ικρίωμα, τρομακτικός, -ή, -ó, cara patibularia, τρομακτική φάτσα,
La actriz apareció flanqueada por dos guardaespaldas patibularios,
Η ηθοποιός εμφανίστηκε πλαισιωμένη από δύο τρομακτικούς σωματοφύλακες
pátina 1. θ, πατίνα, σκουριά χαλκού
patinar 1. ρμ, περνώ πατίνα, para terminar hay que patinar la escultura,
για να τελειώσει το γλυπτό πρέπει να περαστεί πατίνα
patente πρχ πατέντα και οι έννοιες της
1. θ, δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, tiene la patente de este invento,
έχει την πατέντα αυτής της εφεύρεσης
patente de invención, δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
Registraron una patente para proteger su nuevo diseño de coche eléctrico,
Κατοχύρωσαν ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για να προστατεύσουν το νέο σχέδιο του ηλεκτρικού αυτοκινήτου
2. ναυ, άδεια χειριστή σκάφους,
3. δελτίο μέλους που δίνουν κάποιες αδελφότητες στα μέλη τους
4. άδεια, δίπλωμα εξάσκησης επαγγέλματος
5. σνθ, patente de corso, ιστ, έγγραφη άδεια επιδρομής κατά εχθρικών σκαφών ή εδαφών,
η οποία χορηγείτο από ένα μονάρχη
ή έγγραφο που δίνεται από μονάρχη σαν προνόμιο, χάρη
patente de navegación, ναυ, πιστοποιητικό αξιοπλοΐας
patente de sanidad, πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου
patente limpia, sucia, ναυ, καθαρό, επιβαρυμένο πιστοποιητικό υγειονομικού ελέγχου
patente πρχ μτφ, κάτι με πλατιά προβολή προς όλους= προφανές
1. ε, προφανής, -ή, -ές, έκδηλος, -η, -ο, κατάφωρος, -η, -ο, ξεκάθαρος, -η, -ο,
es patente que la quiere, είναι προφανές πως την θέλει
Es patente que no estás de acuerdo con la decisión,
Είναι προφανές ότι δεν συμφωνείς με την απόφαση
¿Estas ciega? Su engaño es patente, Είσαι τυφλή; Η απάτη του είναι ξεκάθαρη
2. εκφ, dejar algo patente, αφήνω κάτι ξεκάθαρο, ξεκαθαρίζω κάτι
hacerse, quedar patente, κάνω, αφήνω προφανές, έκδηλο κάτι,
con sus palabras hizo patente su enfado, με τα λόγια του έκανε προφανή τον θυμό του
patentado, da 1. ε, πατενταρισμένος, -η, -o, κατοχυρωμένος, -η, -o με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
patentar 1. ρμ, πατεντάρω, κατοχυρώνω με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας,
ha patentado el dispositivo para que nadie se lo copie,
έχει κατοχυρώσει την συσκευή για να μην του την αντιγράψει κανείς
2. καταθέτω σήμα, para evitar problemas en el futuro es preferible patentar la marca,
για να αποφευχθούν προβλήματα στο μέλλον είναι καλύτερα να κατατεθεί το σήμα
patentizar 1. ρμ, πρχ κάνω πλατύ σε όλους κάτι= καθιστώ κάτι προφανές,
con su tono patentizó su desacuerdo,
με τον τόνο της φωνής του έκανε προφανής την διαφωνία του
patentemente 1. επρ, πρόδηλα, έκδηλα
padilla πρχ πλατ-ούλα
1. θ, τηγάνι, παδέλα
2. φούρνος για ψωμί
paella πρχ πλατ-ούλα
1. θ, μαγ, φαγητό παέλια, παέγια
2. σκεύος για παέλια, παέγια
3. σνθ, paella de marisco, mixta, valenciana,
παέλια, παέγια θαλασσινών, ανάμικτη, α λα Βαλενθιάνα
paellera 1. θ, πρχ πλατιέρα= σκεύος για παέλια, παέγια
pandilla πρχ μ-παντ-ούλα= ομάδα ατόμων
1. θ, παρέα, una pandilla de niños, μια παρέα παιδιών,
he quedado con la pandilla para cenar, έχω κανονίσει με την παρέα για να φάμε βράδυ
ή μτφ, ομάδα ατόμων, ¡vaya pandilla!, ωραία ομάδα!
2. μπάντα, συμμορία κακοποιών, απατεώνων, φάρα,
Dos miembros de la pandilla murieron en el tiroteo,
Δύο μέλη συμμορίας σκοτώθηκαν στην ανταλλαγή πυροβολισμών,
una pandilla de estafadores, μια συμμορία με απατεώνες
3. τσούρμο, ¡sois una pandilla de vagos! είστε ένα τσούρμο αργόσχολοι!
pandillero, ra, pandillista 1. ε, της παρέας, los jóvenes pandilleros, οι νέοι της παρέας
2. της μπάντας, συμμορίας
3. α θ, μέλος παρέας, συμμορίας, los pandilleros del barrio son auténticos delincuentes,
τα άτομα της γειτονιάς είναι πραγματικοί κακοποιοί
pandillaje 1. α, συμμορία, la quema de coches son actividades de pandillaje,
το κάψιμο αυτοκινήτων είναι δραστηριότητες συμμορίας
apandillar 1. ρμ, σχηματίζω συμμορία, συσπειρώνω άτομα για κάτι
2. ραντ, γίνομαι μέλος συμμορίας
panda 1. μτφ, πρχ μ-πάντα= παρέα, συντροφιά, hoy iremos con la panda al cine,
σήμερα θα πάμε με την παρέα στο σινεμά
2. οικ, υτμ, συμμορία κακοποιών, una panda de maleantes me atracó,
μια συμμορία με κακοποιούς με λήστεψε,
3. τσούρμο, menuda panda de vagos estáis hechos! καταντήσατε ένα τσούρμο τεμπέληδων!
apandar 1. ρμ, οικ, μτφ, πρχ βάζω στην μπάντα κάτι ξένο= σουφρώνω, βουτάω
pandano 1. α, βοτ, πάνδανος
pando 1. α, πρχ πλατύ έδαφος μεταξύ 2 βουνών= κοιλάδα, (μικρή) πεδιάδα,
un pando entre las dos montañas servía de paso,
μια πεδιάδα ανάμεσα στα δύο βουνά χρησίμευε για πέρασμα
pando, da πρχ παντο> πλατύ ή μπατά-ρω> γέρνω και οι έννοιες του
1. ε, για υλικό που λόγω πλάτους λυγίζει= λυγισμένος, -η, -o, κυρτωμένος, -η, -ο,
καμπύλος, -η, -o, habrá que reparar las vigas pandas del techo,
θα πρέπει να επισκευάσουμε τα λυγισμένα δοκάρια της σκεπής
2. για τοίχο, τάβλα, σκεβρωμένος, -η, -ο, εξογκωμένος, -η, -o,
un muro pando, ένας σκεβρωμένος τοίχος,
una plancha panda, μια σκεβρωμένη σανίδα
3. για ποτάμι, νερά, με πλατύ βάθος ή πρχ α-βαθον= αβαθής, -ής, -ές, ρηχός, -ή, -ó,
no te tires desde la roca que es un río pando,
μην βουτάς από τον βράχο διότι είναι ένα ποτάμι αβαθή
aguas pandas, ρηχά νερά
4. μτφ, για άτομα, κίνηση με πλατιά ψυχική ένταση= φλεγματικός, -ή, -ό, ατάραχος, -η, -ο, συγκρατημένος, -η, -o, es tan pando que aunque sepa que llega tarde, no se inmuta,
είναι τόσο φλεγματικός που ακόμα κι αν ξέρει πως φτάνει αργά, δεν ταράζεται,
hizo un pando ademán, έκανε μια συγκρατημένη κίνηση
5. για ζώο, με πλατύ βήμα> βραδυκίνητος, -η, -ο, ήσυχος, -η, -o, χαύνος, -η, -ο,
un buey, un caballo pando, ήσυχο βόδι, άλογο
pandear πρχ πλατύνω και λυγίζω ή μπατάρω
1. ρα, για δοκάρι, κολώνα, τοίχο, τάβλα, λυγίζω, στρεβλώνω, κυρτώνω, σκεβρώνω,
estos estantes pandean debido al peso de los libros,
αυτά τα ράφια κυρτώνουν εξαιτίας του βάρους των βιβλίων,
las columnas soportan una carga excesiva y empiezan a pandear,
oι κολόνες στηρίζουν υπερβολικό βάρος και αρχίζουν να λυγίζουν
los muros que sostenían la bóveda pandearon antes de ceder,
οι τοίχοι που συγκρατούσαν το θόλο σκέβρωσαν πριν υποχωρήσουν
2. ραντ, κάμπτομαι, λυγίζω, κυρτώνομαι, σκεβρώνω,
con el peso el panel terminó por pandearse,
από το βάρος η πινακίδα κατέληξε να κυρτωθεί
pandeo 1. α, κύρτωση, λύγισμα, σκέβρωμα, κάμψη, στρέβλωση, παραμόρφωση,
el pandeo de un estante, το κύρτωμα ενός ραφιού
el pandeo de una tapia, η παραμόρφωση ενός τοίχου
pandiculación 1. θ, πρχ πλάτυνση σώματος ή μελών για να φύγει η βαρεμάρα= τέντωμα,
άπλωμα, ανακλάδισμα
expandir πρχ εξ-παντιρ> εκ-πλατύνω ή επ-εκ-τείνω
1. ρμ, ραντ, για υλικό, αέριο, διαστέλλω, -ομαι, διογκώνω, -ομαι,
El calor hizo que el metal se expandiera, Η ζέστη έκανε το μέταλλο να διασταλεί,
El universo continúa expandiéndose desde el Big Bang,
Το σύμπαν συνεχίζει να διαστέλλεται από το Big Bang,
La mezcla de calor y levadura expande la masa en el horno,
Το μείγμα θερμότητας και μαγιάς διογκώνει τη ζύμη στο φούρνο
2. για πυρκαγιά, αρρώστια, εξαπλώνω, -ομαι, el incendio se expandió rápidamente,
η πυρκαγιά εξαπλώθηκε γρήγορα
Hay que hacer algo antes de que la enfermedad se expanda,
Πρέπει να κάνουμε κάτι προτού η αρρώστια εξαπλωθεί
3. μτφ, επεκτείνω, -ομαι, αναπτύσσω, -ομαι οικονομικά, εμπορικά, σαν εταιρία,
La compañía planea expandir sus operaciones a nuevos mercados,
Η εταιρεία σχεδιάζει να επεκτείνει τις δραστηριότητές της σε νέες αγορές
4. για έδαφος, επεκτείνω, -ομαι, διευρύνω, -ομαι,
La ciudad se ha expandido mucho en los últimos diez años,
Η πόλη έχει επεκταθεί πολύ τα τελευταία δέκα χρόνια.
5. μτφ, διαδίδω, -ομαι, la costumbre se expandió rápidamente,
το έθιμο διαδόθηκε γρήγορα,
Quieren expandir el conocimiento sobre los efectos del cambio climático,
Θέλουν να διαδώσουν τη γνώση για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής,
expandir una noticia, διαδίδω μια είδηση
el rumor se expandió rápidamente por toda la ciudad,
η φήμη διαδόθηκε γρήγορα σε όλη την πόλη
6. πλφ, επεκτείνω
7. μτφ, επεκτείνω, διευρύνω, Viajar me ayudó a expandir mi perspectiva sobre la vida,
Τα ταξίδια με βοήθησαν να διευρύνω την προοπτική μου για τη ζωή
expansión 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του expandir, expandirse
2. διαστολή, La expansión del universo es un concepto fundamental en la cosmología,
Η διαστολή του σύμπαντος είναι μια θεμελιώδης έννοια στην κοσμολογία
3. επέκταση, la expansión del imperio romano, η εξάπλωσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας La expansión de la ciudad, Η επέκταση της πόλης
4. εξάπλωση, la expansión del incendio, η εξάπλωση της πυρκαγιάς
la expansión del sida por todo el mundo, η εξάπλωση του Aids σε όλο τον κόσμο
La expansión de las redes sociales ha cambiado la forma en que nos comunicamos,
Η εξάπλωση των κοινωνικών δικτύων έχει αλλάξει τον τρόπο που επικοινωνούμε
5. διάδοση, la expansión de la noticia, η διάδοση της είδησης
6. επέκταση, ανάπτυξη, la expansión de la empresa, η επέκταση της εταιρίας
La empresa está en plena expansión hacia mercados internacionales,
Η εταιρεία βρίσκεται σε πλήρη επέκταση προς διεθνείς αγορές
un sector económico en franca expansión, ένας τομέας της οικονομίας σε πλήρη ανάπτυξη , διακίνηση, προώθηση, algunos consideran que habría que tomar medidas frente a la
expansión de material pornográfico en la red ορισμένοι θεωρούν ότι θα έπρεπε να ληφθούν μέτρα εναντίον της διακίνησης πορνογραφικού υλικού μέσω Διαδικτύου
7. μτφ, εξωτερίκευση, διάχυση συναισθήματος, una expansión de cariño,
μια διάχυση τρυφερότητας
8. μτφ, εκ-πλάτυνση ψυχική ή σκέψης= εκτόνωση, χαλάρωση, διασκέδαση,
de vez en cuando me cuenta sus problemas porque necesita expansión,
που και που μου διηγείται τα προβλήματα του γιατί χρειάζεται εκτόνωση,
después de tantas horas trabajando necesito un poco de expansión,
μετά από τόσες ώρες δουλειάς χρειάζομαι μια χαλάρωση
sus duras palabras eran la expansión del dolor,
τα σκληρά λόγια του ήταν η εκτόνωση του πόνου του
a todos nos va bien un poco de expansión, σε όλους μας πάει καλά λιγάκι διασκέδαση
9. σνθ, expansión colonial, αποικιοκρατική επέκταση
expansión económica, οικονομική ανάπτυξη
expansión industrial, βιομηχανική ανάπτυξη
expansibilidad 1. θ, φσκ, διασταλτικότητα
expansible 1. ε, για ουσία, υλικό, εκτατός, -ή, -ó, επεκτάσιμος, -η, -o
2. φσκ, διασταλτός, -ή, -ó
3. πλφ, επεκτάσιμος, -η, -o
expandido, da 1. ε, για ουσία, υλικό, διασταλτός, -ή, -ό, επεκτατός, -ή, -ό
2. πλφ, επεκτάσιμος, -η, -ο
expansionar πρχ κάνω εκ-πλάτυνση σε κάτι ή εκ-πλατύνομαι
1. ρμ, ραντ, διαστέλλω, -ομαι, el material se ha expansionado por efecto del calor,
το υλικό έχει διασταλεί λόγω της ζέστης
2. οκν, επεκτείνω, αναπτύσσω, La empresa quiere expansionar su red de sucursales en todo el país, Η εταιρεία θέλει να επεκτείνει το δίκτυο των καταστημάτων της σε όλη τη χώρα
3. για έδαφος, επεκτείνω, διευρύνω
4. διαδίδω, Decidieron expansionar la filosofía de su organización a nivel internacional, Αποφάσισαν να διαδώσουν τη φιλοσοφία της οργάνωσής τους σε διεθνές επίπεδο
5. μτφ, διευρύνω, Leer libros le permitió expansionar su mente y su imaginación,
Η ανάγνωση βιβλίων του επέτρεψε να διευρύνει το μυαλό και τη φαντασία του
6. ραντ, εκπλατύνομαι ψυχικά= εκτονώνομαι, εξομολογούμαι σε κάποιον τα βάσανα μου,
me contó sus penas porque necesitaba expansionarse,
μου διηγήθηκε τις θλίψεις του διότι χρειαζόταν να εκτονωθεί
7. μτφ, διασκεδάζω, los sábados va a la piscina para expansionarse,
τα Σάββατα πάει στην πισίνα για να διασκεδάσει
expansionismo 1. α, επεκτατισμός
expansionista 1. ε, α θ, επεκτατικός, -ή, -ό, επεκτατιστής, -ια
una política expansionista, μια επεκτατική πολιτική
expansivo, va 1. ε, σχετικό με την expansión= επεκτατικός, -ή, -ό, εξαπλωτικός, -ή, -ό, ωστικός, -ή, -ό, διασταλτικός, -ή, -ό, onda expansiva de una bomba,
κύμα ωστικό μιας βόμβας
2. μτφ, που εξωτερικεύει τα συναισθήματα, σκέψεις του= διαχυτικός, -ή, -ό
es muy expansivo incluso con las personas que apenas conoce,
είναι πολύ διαχυτικός ακόμα και με τα άτομα που μόλις γνωρίζει
expansividad 1. θ, ιδιότητα του expansivo, επεκτατικότητα
2. μτφ, διαχυτικότητα
paso πρχ να πε(ρά)σω> πασο> βήμα και οι έννοιες του
1. α, βήμα, Dio un paso hacia adelante, Έκανε ένα βήμα μπροστά,
oía pasos arriba, άκουγα βήματα από πάνω,
los soldados desfilan siguiendo el paso, οι στρατιώτες παρελάσουν ακολουθώντας το βήμα
2. ίχνος από βήμα, vimos sus pasos en la arena, είδαμε τα βήματα του στην άμμο
3. τρόπος βηματισμού, paso firme, σταθερό, αποφασιστικό βήμα
4. απόσταση ενός βήματος, a tres pasos, σε τρία βήματα
el estadio mide 100 pasos de largo y 50 de ancho,
το στάδιο έχει μήκος 100 πόδια και πλάτος 50
5. πράξη του ρήματος pasar, πέρασμα από ένα μέρος, su paso por la ciudad,
το πέρασμα από την πόλη,
πέρασμα από ένα μέρος στο άλλο, διέλευση,
avanzaban en fila en su paso por el desfiladero,
προχωρούσαν σε σειρά στην διέλευση τους από το φαράγγι
πέρασμα κόσμου από σημείο, προσέλευση, κίνηση,
la tienda está en una zona de mucho paso,
το μαγαζί είναι σε μια περιοχή με πολλή κίνηση
μτφ, πέρασμα χρόνου, el paso del tiempo, το πέρασμα του χρόνου,
μτφ, πέρασμα απο μια κατάσταση σε άλλη, el paso de la juventud a la madurez,
το πέρασμα από τη νεότητα στην ωριμότητα
6. σημείο περάσματος= πέρασμα, δίοδος, δρόμος,
existe un paso para cruzar el río a pocos kilómetros de aquí,
υπάρχει ένα πέρασμα για να διασχίσεις το ποτάμι στα λίγα χιλιόμετρα απο εδώ,
El paso está bloqueado por una piedra, Η δίοδος είναι μπλοκαρισμένη από μια πέτρα
7. πρόσβαση, διέλευση, el paso está libre, ελεύθερη διέλευση
se prohíbe el paso a toda persona ajena a la empresa,
απαγορεύεται η πρόσβαση σε άτομα που δεν ανήκουν στην επιχείρηση
8. διαδικασία, βήματα, me explicó todos los pasos para obtener el certificado,
μου εξήγησε όλη τη διαδικασία για να αποκτήσω τη βεβαίωση
9. βήμα, φάση, στάδιο, El primer paso es leer las instrucciones,
Το πρώτο βήμα είναι να διαβάσετε τις οδηγίες,
cada paso del proceso es importante, κάθε φάση της διαδικασίας είναι σημαντική
siga los siguientes pasos, ακολουθήστε τα παρακάτω βήματα
10. βήμα προόδου, πρόοδος, Este es un gran paso para nuestra carrera,
Αυτό είναι ένα μεγάλο βήμα για την καριέρα μας,
este descubrimiento representa un enorme paso para la ciencia,
αυτή η ανακάλυψη αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό βήμα για την επιστήμη
11. βήμα χορού, los pasos que mejor sabe son los del vals,
τα βήματα που καλύτερα ξέρει είναι του βαλς
12. τχν, βήματα χρεωστικά σε τηλ, ρεύμα= μονάδα, los pasos del contador de la luz,
οι μονάδες του μετρητή του φωτός,
la llamada han sido veinte pasos, η κλήση έχει κοστίσει 20 μονάδες
13. στα χαρτιά, πάσο
14. πάσο, άδεια για πρόσβαση, Necesitamos un paso especial para entrar aquí,
Χρειαζόμαστε ειδική άδεια για να μπούμε εδώ
15. πέρασμα σε βουνό, Cruzamos el paso de montaña al amanecer,
Διασχίσαμε το πέρασμα του βουνού την αυγή
ή πέρασμα θαλάσσιο, στενό, el paso de Calais, το στενό του Καλαις
16. θρη, άρμα που μεταφέρει τα αγάλματα που αναπαριστούν τις σκηνές της Μεγάλης Εβδομάδας
17. θτρ, ιντερμέδιο
18. μχν, βήμα έλικα, paso de hélice
19. βήμα σε σκάλα, σκαλοπάτι, la escalera tenía un paso roto,
η σκάλα είχε ένα σκαλοπάτι σπασμένο
20. μτφ, πέρασμα δύσκολο, espero no encontrarme nunca en ese difícil paso,
ελπίζω να μην βρεθώ ποτέ σε αυτή την δύσκολη κατάσταση
21. μτφ, βήμα, συμπεριφορά, vigilaremos todos sus pasos,
θα επιτηρούμε όλα τα βήματα του
22. σνθ, mal paso, λάθος βήμα
paso a nivel (con, sin barrera), σδρ, δρύφρακτη, αφύλακτη, ισόπεδη διάβαση
paso de costado, ιππ, πλαγιοποδισμός
paso castellano, ιππ, επιμήκες, εκτεταμένο βάδην
paso de ambladura, de andadura, ιππ, ανδαδούρα, γρήγορος πλάγιος βηματισμός
paso de cuatro, πα-ντε-κατρ, χορός, βήμα για τέσσερις
paso de baile, βήμα χορού
paso doble, μσκ, πάσο ντόμπλε
paso de cebra, πρχ πέρασμα της ζέβρας= διάβαση πεζών
paso peatonal, paso de peatones, διάβαση πεζών
paso de escalera, φάρδος της σκάλας
paso de ataque, de carga, στρ, τροχάδην
paso acompasado, ligero, στρ, βήμα σταθερό, τροχάδην
paso de maniobra, στρ, ανάπαυση
paso de ganso, στρ, βήμα της χήνας
paso de la oca, στρ, βήμα της χήνας
paso del Ecuador, γιορτή που γίνεται στα πλοία μετά το πέρασμα από τον ισημερινό
ή γιορτή που κάνουν οι φοιτητές στο μέσο ακριβώς της πανεπιστημιακής τους φοίτησης
paso elevado, protegido, υπέργεια, προστατευμένη διάβαση
paso subterráneo, υπόγεια διάβαση
paso fronterizo, συνοριακό πέρασμα
paso gimnástico, ελαφρό τροχάδην
paso redoblado, βηματισμός παρέλασης
23. εκφ, abrir, hacer paso a alguien, ανοίγω πέρασμα, αφήνω κάποιον να περάσει
abran paso para que pase la comitiva, ανοίξτε δρόμο για να περάσει η ακολουθία,
abrirse, hacerse paso, ανοίγω πέρασμα, δρόμο, βρίσκω πέρασμα ευνοϊκό στην ζωή,
a pesar de no tener estudios, siempre se ha abierto paso en la vida,
παρόλο που δεν είχε σπουδές, πάντα άνοιγε δρόμο στην ζωή
ή στρ, ανοίγω δρόμο, ελευθερώνω το δρόμο
abrirse paso a codazos, ανοίγω δρόμο με αγκωνιές, περνάω σπρώχνοντας
a buen paso, γρήγορα, βιαστικά, andaron todo el rato a buen paso,
βάδισαν όλη την διάρκεια γρήγορα
a cada paso, σε κάθε βήμα, συχνά, συνεχώς, se encuentra con él a cada paso,
συναντιέται με αυτόν σε κάθε βήμα
a este paso, με αυτό το ρυθμό, a este paso no acabarán nunca las obras,
με αυτό το ρυθμό δεν θα τελειώσουν ποτέ τα έργα
aflojar el paso, οικ, χαλαρώνω το βήμα
ajustar el paso al de alguien, συγχρονίζω το βήμα μου με κάποιου άλλου
al paso, στο πέρασμα από κάπου χωρίς να σταματήσω, περνώντας,
pasó por mi lado y me saludó al paso,
πέρασε από την πλευρά μου και με χαιρέτησε περνώντας
al paso por el supermercado, compraré la leche,
περνώντας από το σουπερ μάρκετ, θα αγοράσω το γάλα
ή με βήμα κανονικό, no tenemos prisa, así que vamos al paso,
δεν έχουμε βιασύνη, οπότε πάμε κανονικά
ή ιππ, βάδην
al paso que va, vamos κ.λπ, με αυτό το ρυθμό, έτσι όπως πάει
a paso de carga, στρ, τροχάδην ή γρήγορα
a paso de tortuga, de buey, de carreta, με βήμα, ρυθμούς χελώνας
a paso largo, με μεγάλα βήματα
a paso lento, με μικρά βήματα
a paso ligero, με βήμα ελαφρύ καθώς βαδίζω= γρήγορα, τροχάδην
a pasos agigantados, con pasos de gigante, με γιγάντια βήματα
andar en malos pasos, βαδίζω σε άσχημα βήματα, με κακές παρέες ή διαγωγή,
anda en malos pasos frecuentando esos locales,
βαδίζει σε άσχημα βήματα συχνάζοντας αυτά τα μαγαζιά
apretar, alargar el paso, οικ, επιταχύνω το βήμα
“ceda el paso”, «παραχώρηση προτεραιότητας»
ceder el paso, παραχωρώ προτεραιότητα, eres tú quien debe ceder el paso en ese cruce,
είσαι εσύ ο οποίος πρέπει να παραχωρήσει προτεραιότητα σε αυτή το σταυροδρόμι
cerrarle, cortarle el paso a alguien, κλείνω το δρόμο σε κάποιον
con el paso del tiempo, de los años, με το πέρασμα του καιρού, του χρόνου
con paso firme, με σταθερό, αποφασιστικό βήμα
contar los pasos a una persona, μτφ, μετράω> παρατηρώ τα βήματα σε κάποιον,
cuenta los pasos al vecindario, παρατηρεί τις κινήσεις της γειτονιάς
dar los primeros pasos, κυρ, μτφ, κάνω τα πρώτα βήματα, el bebé dio sus primeros pasos,
το μωρό έκανε τα πρώτα του βήματα
dar, dejar paso a, ανοίγω το δρόμο για, el guardia dio paso a los vehículos,
ο αστυφύλακας άνοιξε δρόμο για τα οχήματα
dar, hacer pasos, κινώ διαδικασίες ή αθλ, τρέχω
dar un paso, κάνω ένα βήμα ή μτφ, κάνω ένα βήμα σε πράξη= ενεργώ, δρω, κάνω,
antes de dar cualquier paso siempre me pregunta,
πριν να ενεργήσει πάντοτε με ρωτά
dar un paso adelante, al frente, κάνω ένα βήμα μπροστά ή μτφ, προοδεύω σε κάτι
dar un paso en falso, un mal paso, κάνω ένα λάθος βήμα και σκοντάφτω
ή μτφ, κάνω μια λάθος κίνηση σε κάτι
no dar un paso, μτφ, να μην κάνω βήμα σε κάτι, να μην προχωρήσω,
no daré un paso hasta arreglar este tema, δεν θα προχωρήσω μέχρι να λύσω αυτό το θέμα
dejar paso libre, αφήνω ελεύθερο δρόμο
de paso, στο δρόμο, ya pasaré yo por la tienda, me queda de paso,
θα περάσω εγώ από το μαγαζί, στο δρόμο μου είναι
ή μτφ, επί τη ευκαιρία, fui a la universidad y de paso me presté un libro,
πήγα στο πανεπιστήμιο και επί τη ευκαιρία δανείστηκα ενα βιβλίο
estar de paso (en un lugar), είμαι περαστικός (από ένα μέρος)
dicho sea de paso, πρχ ειπωμένο ας είναι σαν πάσο= παρεμπιπτόντως
encaminar sus pasos hacia, κατευθύνω τα βήματά μου προς
(estar) a dos, cuatro pasos de un lugar, (είμαι) δυο βήματα απόσταση από ένα μέρος
está a dos pasos de aquí, βρίσκεται δυο βήματα από εδώ
por los mismos pasos, από τα ίδια βήματα= μτφ, από τον ίδιο δρόμο, πορεία με κάποιον,
el menor va por los mismos pasos que el mayor,
ο μικρός πάει από τον ίδιο δρόμο με τον μεγάλο, ακολουθεί τα βήματα του
llevar a buen paso, οδηγώ με καλό ρυθμό, γρήγορα
llevar el paso, στρ, ακολουθώ το βηματισμό
tocar paso de carga, στρ, σήμανε επίθεση
marcar el paso, δίνω το βήμα
medir sus pasos, μετράω τα βήματά μου, είμαι επιφυλακτικός
paso a, por paso, βήμα προς βήμα
“prohibido el paso” «απαγορεύεται η διέλευση»
reanudar el paso, ξαναρχίζω το βήμα
sacar de un mal paso, βγάζω κάποιον από κακό δρόμο
salir al paso (de algo), βγαίνω στο βήμα μπροστά και το αποκρούω, διαψεύδω,
salirle a una persona al paso, βγαίνω στο βήμα κάποιου μπροστά και τον συναντώ,
salió al paso al jefe para pedirle las vacaciones,
συνάντησε τον διευθυντή για να του ζητήσει διακοπές
salió al paso de la acusación con su coartada, διέψευσε την κατηγορία με το άλλοθι του
salir del paso, βγαίνω από το βήμα του να κάνω κάτι, απαλλάσσομαι, γλιτώνω,
no logró salir del paso con una excusa tan poco convincente,
δεν κατάφερε να γλιτώσει με μια δικαιολογία τόσο λίγο πειστική
salir una persona de su paso, βγαίνει κάποιος από το πρόγραμμα του,
no suele salir de su paso en la hora de acostarse,
δεν συνηθίζει να βγαίνει από το πρόγραμμα του για την ώρα που ξαπλώνει
seguirle los pasos a alguien, ακολουθώ, παρακολουθώ κάποιον
seguir los pasos de alguien, ακολουθώ τα βήματα κάποιου
volver sobre sus pasos, γυρίζω πίσω μια απόφαση ή διαγωγή, διορθώνω, ανακαλώ, αναιρώ, volvió sobre sus pasos y acabó estudiando una carrera,
ανακάλεσε και κατέληξε να σπουδάζει μια επιστήμη
pasos 1. α πλ, αθλ, βήματα στο μπάσκετ
paso 1. επφ, ¡paso libre! ανοίξτε (δρόμο)!, κάντε πέρα!
paso 1. επρ, χαμηλόφωνα, no hables tan paso que no te oigo,
μην μιλάς τόσο χαμηλόφωνα γιατί δεν σε ακούω
pasito 1. επρ, απαλά, σιγά, προσεκτικά, abrió la puerta pasito para que no nos enteráramos,
άνοιξε την πόρτα απαλά για να μην το καταλαβαίναμε
2. χαμηλόφωνα, habla pasito para no despertarles,
μίλα χαμηλόφωνα για να μην τους ξυπνήσεις
bypass 1. α, ιατ, μπάι-πας, αορτοστεφανιαία παράκαμψη
entrepaso 1. α, ιππ, πρχ ενδο-πάσο= πλαγιο-ποδισμός σε τέσσερις χρόνους
pase 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του pasar
2. πέρασμα σε άλλο μέρος, επίπεδο ή κατάσταση, μετάταξη, μεταπήδηση,
pase a una categoría superior, πέρασμα σε μια κατηγορία ανώτερη,
aprobaron su pase al departamento de contabilidad,
ενέκριναν τη μετάταξη του στο λογιστήριο
obtuvieron el pase a la final del campeonato,
κατάφεραν να περάσουν στον τελικό του πρωταθλήματος
no consiguió el pase a la fase de entrevistas,
δεν κατάφερε να περάσει στη φάση της συνέντευξης
3. πάσο, άδεια για να κάνω κάτι, tengo un pase para asistir a la conferencia,
έχω ένα πάσο για παρακολουθήσω το συνέδριο
con este pase entro gratuitamente en todos los museos,
με αυτό το πάσο μπαίνω δωρεάν σε όλα τα μουσεία
es un pase provisional, είναι μια προσωρινή άδεια
4. πασαπόρτε, διαβατήριο σε κάποιες χώρες
5. πρόσκληση, no llevo el pase, δεν έχω την πρόσκληση
6. πέρασμα ταινίας από οθόνη= προβολή, el próximo pase de película es a las 8,
η επόμενη προβολή της ταινίας είναι στις 8
7. πέρασμα μοντέλων = ντεφιλέ, esta noche hay un pase de alta costura,
απόψε έχει ένα ντεφιλέ υψηλής ραπτικής
8. πέρασμα χεριού από μάγο= κίνηση, ταχυδακτυλουργικό κόλπο,
un pase y ¡hop!, aparece una paloma,
ένα ταχυδακτυλουργικό κόλπο και τσουπ, να σου ένα περιστέρι!
9. αθλ, πάσα ή σε ξιφομαχία, προσποίηση
10. ταυ, πέρασμα
11. εμπ, άδεια διέλευσης
12. σνθ, pase adelantado, adelante, αθλ, μπροστινή πάσα, βαθιά μπαλιά
pase picado, de pique, σκαστή πάσα
pase cambiado, ταυ, πέρασμα του ταύρου κάτω από το ελεύθερο χέρι του ταυρομάχου pase natural, de muleta, de pecho,
φυσιολογικό πέρασμα, πέρασμα κάτω από το πανί, κίνηση με το στήθος
pase de favor, δωρεάν εισιτήριο
pase de modelos, πασαρέλα
pase de pernocta, στρ, άδεια διανυκτεύρεσης
pase de prensa, δημοσιογραφικό πάσο
pase privado cine πριβέ προβολή
13. εκφ, dar un pase, δίνω πάσα, πασάρω ή μτφ, κάνω ένα ταχυδακτυλουργικό κόλπο
tiene un pase, μτφ, έχει ένα πέρασμα> δικαιολογία, δικαιολογείται, είναι ανεκτό κάτι,
que lo haga un niño tiene un pase, pero ¡que lo hagas tú a tu edad!
το να το κάνει ένα παιδί, δικαιολογείται, αλλά (όχι) να το κάνεις εσύ στην ηλικία σου!
no es fantástico, pero tiene un pase, δεν είναι φανταστικό, αλλά πάει κι έρχεται
dar el pase, δίνω πασαπόρτε σε κάποιον, τον διώχνω από μέρος, εργασία,
le dieron el pase por estafador, του έδωσαν πασαπόρτε επειδή ήταν απατεώνας
impasse 1. α, πρχ μη πέρασμα για κάτι= αδιέξοδο σε κατάσταση, ζήτημα,
las negociaciones se hallan, se encuentran en un impasse,
οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε αδιέξοδο,
salir del impasse, να βγω από το αδιέξοδο
pasaporte πρχ πάσο για να πορευτώ ή πασαπόρτε
1. α, διαβατήριο, necesito el pasaporte para ir a Australia,
χρειάζομαι το διαβατήριο για να πάω στην Αυστραλία
2. στρ, φύλλο πορείας
3. μτφ, άδεια, εξουσιοδότηση, ελευθερία για να κάνεις κάτι,
ten las llaves, tienes pasaporte para entrar y salir cuando quieras,
έχε τα κλειδιά, έχεις άδεια για να μπαίνεις και να βγαίνεις όταν θελήσεις
4. μτφ, διαβατήριο, εγγύηση, ser hijo de un director es un pasaporte al cine,
να είσαι παιδί ενός σκηνοθέτη είναι διαβατήριο για το σινεμά
5. σνθ, pasaporte diplomático, διπλωματικό διαβατήριο
6. εκφ, dar pasaporte ή dar el pasaporte a una personaa, οικ, δίνω πασαπόρτι σε κάποιον, χαλάω σχέση μαζί του ή τον διώχνω από μέρος,
se dio cuenta de que ese chico no le convenía y le dio pasaporte,
κατάλαβε πως αυτό το παλικάρι δεν της έκανε και του έδωσε πασαπόρτι,
ή μτφ, στέλνω στον άλλο κόσμο, καθαρίζω
expedir un pasaporte, εκδίδω διαβατήριο
pasaportar 1. ρμ, χορηγώ, εκδίδω διαβατήριο
2. οικ, μτφ, δίνω πασαπόρτι σε κάποιον, διώχνω από μέρος,
le pasaportaron del bar por alboroto, του έδωσαν πασαπόρτι από το μπαρ λόγω φασαρίας
3. οικ, μτφ, στέλνω στον άλλο κόσμο, καθαρίζω,
durante la guerra pasaportaron a mucha gente,
κατά την διάρκεια του πολέμου έστειλαν στον άλλο κόσμο πολύ κόσμο
4. ταυ, θανατώνω
paspartú 1. α, πασπαρτού
pasamano πρχ να περάσω τα χέρια= κουπαστή
1. α, κιγκλίδωμα, κουπαστή, se agarró al pasamano para no caer por las escaleras,
πιάστηκε στην κουπαστή για να μην πέσει από τα σκαλιά
2. ναυ, στενό πέρασμα από την πλώρη στην πρύμνη δίπλα στην κουπαστή
3. μτφ, σαν κουπαστή στο σχήμα= χοντρό κορδόνι, σειρήτι, τρέσα για στολίδι σε ύφασμα
pasamanar 1. ρμ, κατασκευάζω κορδόνια, σειρήτια, τρέσες κ.λπ.
pasamanero, ra 1. α θ, άτομο που κατασκευάζει κορδόνια, σειρήτια, τρέσες κ.λπ.
pasamanería 1. θ, κατασκευή κορδονιών, σειρητιών, τρεσών κ.λπ.
pasajuego 1. α, αθλ, απόκρουση της μπάλας στο βασκικό παιγνίδι πελότα
pasamontañas 1. α, πρχ να περάσω-βουνά= μπαλακλάβα
pasapurés 1. α, μηχανή του πουρέ
pasatiempo 1. α, πρχ να περάσω τον καιρό ή σα πασατέμπος= χόμπι, ενασχόληση,
Mi pasatiempo favorito es la fotografía, Το αγαπημένο μου χόμπι είναι η φωτογραφία
pasatiempos 1. α πλ, σταυρόλεξα, γρίφοι, παιχνίδια σε περιοδικό, σελίδες με παιγνίδια,
Prefiero resolver pasatiempos en línea porque es más fácil rectificar,
Προτιμώ να λύνω γρίφους online επειδή είναι πιο εύκολο να τα διορθώσω
pasavante 1. α, ναυ, έγγραφο ασφαλείας που χορηγείται σε ένα σκάφος από το διοικητή των εχθρικών δυνάμεων
pasicorto, ta 1. ε, πρχ με πάσο> βήμα- κοντό= που περπατάει με μικρά βήματα
ή κοντοπόδαρος, -η, -ο, El dueño era un hombre paticorto,
Ο ιδιοκτήτης ήταν ένας άντρας κοντοπόδαρος
pasilargo, ga 1. ε, που περπατάει με μεγάλα βήματα ή μακρυ-πόδαρος, -η, -ο,
Es alto y patilargo, Είναι ψηλός και μακρυ-πόδαρος
pasitrote 1. α, ιππ, μικρός τροχασμός
pasodoble 1. α, μσκ, χορός, πάσο ντόμπλε
pasota 1. οικ, ε, α θ, πρχ που πάει με το πάσο του χωρίς να τον νοιάζει= αδιάφορος, -η, -o, ζαμανφουτίστικος, -η, -o, ζαμανφουτίστας, -ια,
No soporto a los pasotas. Hay que tener conciencia social,
Δεν αντέχω τους αδιάφορους. Πρέπει να έχεις κοινωνική συνείδηση
pasotismo 1. α, οικ, ζαμανφουτισμός, ωχαδερφισμός, έλα μωρέ
paspié 1. α, πασπιέ
pasa 1. θ, πρχ πα(τη)σα σταφύλι> περασμένο από ήλιο και πατημένο= σταφίδα
2. ναυ, πλωτό κανάλι σε αβαθή νερά για να περάσει το πλοίο
3. σνθ, pasa de Corinto, κορινθιακή σταφίδα
4. εκφ, estar, quedarse hecho una pasa, οικ, για σώμα, είμαι σταφιδιασμένος, σταφιδιάζω
ή για πρόσωπο, είμαι σταφιδιασμένος, σταφιδιάζω
pasero, a 1. α θ, έμπορος σταφίδας
pasera 1. θ, πρχ πα(τη)σιερα> μέρος αποξήρανσης φρούτων
paso, sa 1. ε, για φρούτα, ξηρός, -ή, -ó, αποξηραμένος, -η, -ο, higo paso, ξηρό σύκο
pasear πρχ πάω με το πάσο μου, να περι-περάσω> περι-πατήσω
1. ρα, περπατώ, κάνω βόλτα, περίπατο, paseaba por el parque, έκανε περίπατο στο πάρκο
2. με όχημα, κάνω μια γύρα, βόλτα, sube a mi moto, vamos a pasear,
ανέβα στη μηχανή να κάνουμε καμιά βόλτα
3. με άλογο, κάνω μια βόλτα, puso la silla a la yegua y fue a pasear por el bosque,
έβαλε το σαμάρι στη φοράδα και πήγε μια βόλτα στο δάσος
4. ρμ, βγάζω για περίπατο άτομο ή ζώο, βγάζω βόλτα,
saca a pasear al bebé cada tarde, βγάζει για βόλτα το μωρό κάθε απόγευμα,
Pasea a su perro por el parque por la noche, Πάει βόλτα το σκύλο του στο πάρκο το βράδυ
5. μτφ, κάνω πασαρέλα κάποιον ή κάτι για να με δουν, κάνω επίδειξη, επιδεικνύω, δείχνω,
pasearon al alcalde, έκαναν πασαρέλα τον δήμαρχο,
Mi hermana paseó su nuevo vestido en la fiesta,
Η αδερφή μου έδειξε το νέο της φόρεμα στο πάρτι
le gusta pasear sus joyas, της αρέσει να επιδεικνύει τα κοσμήματα της
6. ραντ, βγαίνω περίπατο, σεργιανίζω, βαδίζω, pasan las tardes paseándose,
περνούν τα απογεύματά τους κάνοντας περίπατο
fueron a pasearse por la playa, πήγαν να περπατήσουν στην παραλία
Se paseó todo el día por el centro comercial, Σεργιάνιζε όλη μέρα στο εμπορικό κέντρο
7. οικ, μτφ, κερδίζω με περίπατο, κάνω περίπατο, Barcelona se paseó en la final,
η Μπαρτσελόνα έκανε περίπατο στον τελικό
8. μτφ, βρίσκεται μια ιδέα, σκέψη στο κεφάλι μου, σκέφτομαι, με τριγυρίζει έντονα κάτι,
se me pasea una idea por la cabeza, μου τριγυρίζει μια ιδέα στο κεφάλι
9. μτφ, ασχολούμαι με κάτι χωρίς να εμβαθύνω, κάνω ένα πέρασμα,
me paseo por la arqueología por afición, ασχολούμαι με την αρχαιολογία από χόμπι
10. μτφ, περιπατώ σε δουλειά= τεμπελιάζω, Pedro se pasea en el trabajo y no da golpe,
ο Πέδρο τεμπελιάζει στην δουλειά και δεν κάνει τίποτα
11. εκφ, salir a pasear, βγαίνω (για) περίπατο
paseo 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του pasear, pasearse
2. περπάτημα, βόλτα, βάδισμα, σεργιάνι με τα πόδια, el paseo me gusta mucho,
το περπάτημα μου αρέσει πολύ
2. με όχημα, βόλτα, γύρα, paseo en bicicleta, βόλτα με ποδήλατο
3. με άλογο, paseo a caballo, βόλτα με άλογο
4. δρόμος ή σημείο για περίπατο, βόλτα, περατζάδα, μονοπάτι περιπάτου,
un paseo bordea la playa, ένας δρόμος περιπάτου πλαισιώνει την παραλία
paseo marítimo, παραλιακή λεωφόρος
Detrás de las casas nuevas, hay un paseo hermoso que tiene vista al río,
Πίσω από τα καινούργια σπίτια, υπάρχει ένας όμορφος περίπατος με θέα στο ποτάμι
5. μτφ, πέρασμα μικρό από σημείο σε σημείο, απόσταση μικρή, δυο βήματα,
sólo es un paseo hasta el estadio, είναι δυο βήματα μέχρι το στάδιο
6. οικ, μτφ, κάτι εύκολο, περίπατος, el partido fue un paseo, ganamos por goleada,
το ματς ήταν ένας περίπατος, κερδίσαμε με πολλά γκολ
7. ταυ, παρέλαση
8. σνθ, paseo espacial, διαστημικός περίπατος
9. εκφ, dar un paseo, κάνω μια βόλτα, γύρα, κάνω ένα περίπατο,
La pareja da un paseo cada noche para hablar de su día,
Το ζευγάρι κάνει μια βόλτα κάθε βράδυ για να συζητήσει για την ημέρα του
de paseo, για περίπατο, llevó al niño de paseo con él, πήγε το παιδί για περίπατο με αυτόν
mandarlo todo a paseo, οικ, τους στέλνω όλους στα τσακίδια, τα παρατάω όλα
mandar o enviar algo, a alguien a paseo, οικ, στέλνω κάποιον στα τσακίδια, στο διάολο
se cansó del coche y lo mandó a paseo, κουράστηκε με το αμάξι και το έστειλε στα τσακίδια
ser algo un paseo ή ser un paseo militar, είναι κάτι περίπατος, εύκολο να γίνει
salir de paseo, βγαίνω βόλτα
darle el paseo a alguien, οικ, μτφ, του δίνω πέρασμα στην άλλη ζωή σε κάποιον= καθαρίζω, ξεπαστρεύω κάποιον
paseante 1. ε, περιπατών, -ούσα, -όν, περιπατητικός, -ή, -ό
2. α θ, περιπατητής, -ια, los paseantes disfrutaban del sol de la tarde,
οι περιπατητές απολάμβαναν τον ήλιο του απογεύματος
paseíllo 1. α, ταυ, παρέλαση
pasapasa 1. α, πρχ πασο-πασο= ταχυδακτυλουργικό κόλπο με τα χέρια
pasacalle 1. α, μσκ, πασακάλια
pasacintas 1. α, κεντητή δαντέλα, (στολισμός στα γυναικεία εσώρουχα)
pasarela 1. θ, Las modelos caminaron por la pasarela luciendo diseños de alta costura,
Τα μοντέλα περπάτησαν στην πασαρέλα φορώντας σχέδια υψηλής ραπτικής
2. πεζογέφυρα, εναέρια διάβαση, la pasarela de la autopista,
η πεζογέφυρα του αυτοκινητόδρομου
3. γέφυρα αποβίβασης, επιβίβασης επιβατών σε αεροπλάνο, πλοίο,
Los pasajeros abordaron el avión a través de la pasarela,
Οι επιβάτες επιβιβάστηκαν στο αεροπλάνο μέσω της γέφυρας επιβίβασης
4. εκπ, πλφ, πύλη
5. σνθ, pasarela de correo, πλφ, πύλη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας
pasarela telescópica, de acceso, αερογέφυρα (φυσούνα), γέφυρα πρόσβασης
pasiega 1. θ, πρχ αυτή που πασ-άγει την τροφή στο παιδί= παραμάνα, τροφός
paseriforme 1. θ, ορν, πρχ πασερίνες= στρουθιόμορφο
pasero, ra 1. ε, για άλογο που έχει εκπαιδευτεί να πάει με το πάσο του= βαδιστικός, -ή, -ό, un caballo pasero, ένα άλογο βαδιστικό, που βαδίζει
pasar πρχ πασαρ> πασάρω ή να πε-ρά-σω κάτι, κάποιον και οι ιδιότητες του
1. ρμ, να περάσω κάτι από κάπου, περνάω, διαπερνάω,
pasa el hilo por el ojal, πέρασε την κλωστή από το ματάκι,
el clavo pasó la pared de la habitación, το καρφί διαπέρασε τον τοίχο του δωματίου,
hay que pasar las maletas por la máquina de rayos X,
πρέπει να περάσουμε τις βαλίτσες από το μηχάνημα με τις ακτίνες X,
pasar la leche por el colador, περνώ το γάλα από το στραγγιστήρι
2. περνάω κάτι από ένα μέρος σε άλλο, μεταφέρω ή περνάω κάτι σε κάποιον, δίνω,
te pasaré esos libros mañana, θα σου περάσω αυτά τα βιβλία αύριο,
¿me pasas la sal? μου περνάς το αλάτι;
pasó un sobre por debajo de la puerta, πέρασε ένα φάκελο κάτω από την πόρτα
3. περνάω κάποιον από μέρος σε άλλο, μεταφέρω, pásame a la niña que yo te la cuido,
πέρασε μου, φέρε μου την μικρή και εγώ σου την προσέχω
ή βάζω μέσα, περνώ, el criado nos pasó al salón, o υπηρέτης μάς πέρασε στο σαλόνι
4. περνάω μέρος, διασχίζω, pasaremos la montaña a pie,
θα περάσουμε το βουνό με τα πόδια
5. να περάσω πληροφορία, είδηση, μήνυμα σε κάποιον, περνάω, δίνω, πηγαίνω,
yo te paso la nota que me han dado y me voy,
εγώ σου περνάω την σημείωση που έχουν δώσει και φεύγω
6. να περάσω εμπόρευμα, κάποιον λαθραία, he conseguido pasar joyas por la aduana,
έχω καταφέρει να περάσω κοσμήματα από το τελωνείο,
se dedican a pasar inmigrantes ilegales por la frontera,
η δουλειά τους είναι να περνούν παράνομα μετανάστες από τα σύνορα
7. να περάσω τον χρόνο μου κάνοντας κάτι ή να βρίσκομαι κάπου,
pasé dos años en Μαδριδ, πέρασε δύο χρόνια στη Μαδρίτη,
¿dónde vas a pasar las vacaciones? πού θα περάσεις τις διακοπές;
pasó la tarde leyendo, πέρασε απόγευμα διαβάζοντας
8. να περάσω μια εμπειρία ή περνώ δύσκολα, hemos pasado una racha muy mala,
περάσαμε μια πολύ δύσκολη φάση
lo hemos pasado muy mal últimamente, τα περάσαμε πολύ άσχημα τελευταία
¿qué tal lo has pasado? πώς τα πέρασες;
¡que lo pases bien! καλά να περάσεις!
9. να περάσω κάτι χωρίς να με πειράξει= επιτρέπω, ανέχομαι, το περνάω στο ντούκου,
no paso su acción porque me parece insultante,
δεν ανέχομαι την πράξη του γιατί μου φαίνεται προσβλητική
ή να το περάσω σιωπηλά= αποκρύπτω, αποσιωπώ, pasó el asunto para no preocuparla,
αποσιώπησε το ζήτημα για να μην την ανησυχήσει
10. κνμ, τηλ, να περάσουν μια ταινία από οθόνη= προβάλλω, δείχνω,
¿qué película pasan esta noche? τι ταινία προβάλλουν απόψε;
11. να περάσω χρονικό όριο, περνώ, ξεπερνώ, υπερβαίνω χρονικά κάτι,
cuando el automóvil pase los primeros cinco años debe ir a revisión,
όταν το αυτοκίνητο περάσει τα πρώτα πέντε χρόνια πρέπει να περάσει από ΚΤΕΟ,
ya ha pasado los 30, έχει ξεπεράσει ήδη τα 30
12. να περάσω στο τηλέφωνο κάποιον, δίνω, – ¿está Juan? – si, te lo paso,
– είναι εκεί o Χουάν; – ναι, σου τον περνάω, δίνω
13. να περάσω ασθένεια, αρρώστια σε άλλον, κολλάω, μολύνω, μεταδίδω,
me pasó la gripe, μου κόλλησε την γρίπη
ή περνάω ασθένεια, αρρώστια, ¿has pasado la varicela? έχεις περάσει ανεμοβλογιά;
14. να περάσω+ουσιαστικό= ρήμα, pasar miedo, frío, calor, περνάω φόβο, κρύο, ζέστη > φοβάμαι, κρυώνω, ζεσταίνομαι
15. να περάσω εξέταση, διαγώνισμα, περνώ, επιτυγχάνω, pasar un examen,
logró pasar el curso con buenas notas,
κατάφερε να περάσει τα μαθήματα με καλούς βαθμούς
16. να περάσω κάτι πάνω από μια επιφάνεια, pasa la mano, verás qué suave,
πέρασε το χέρι, θα δεις τι απαλό,
pasa un paño por la mesa, πέρνα μ’ ένα πανί το τραπέζι
17. αθλ, πασάρω, pasar el balón a un compañero, να πασάρω την μπάλα σε ένα συμπαίκτη
18. να περάσω αρμοδιότητες, δικαιώματα σε άλλον, pasó sus funciones al secretario,
πέρασε τις λειτουργίες του στον γραμματέα
19. να περάσω φαγητό ή ποτό από το λαρύγγι= να φάω, τρώω, καταπίνω,
no puedo pasar esta carne tan seca, δεν μπορώ να φάω αυτό το τόσο ξερό κρέας
20. να περάσω επιφανειακά ένα βιβλίο, μια ανάγνωση, sólo pasé el artículo, no lo estudié,
μόνο πέρασα επιφανειακά το άρθρο, δεν το μελέτησα
ή να περάσω > να διαβάσω μια προσευχή λέγοντας την χωρίς προσοχή
21. περνάω, διασχίζω χώρο, Ten cuidado al pasar la carretera,
Έχε το νου σου, πρόσεχε όταν περάσεις τον δρόμο
22. να περάσω κάτι από τον ήλιο, αέρα, αποξηραίνω ή αφαιρώ υγρασία
23. να περάσω το όριο με κάποιον ή να ξεπεράσω, pasar el límite, la raya con una persona,
να ξε-περάσω το όριο με ένα άτομο
ή να ξεπεράσω τα λογικά όρια σε προσόν, su bondad le pasa en muchas ocasiones,
η καλοσύνη του τον ξεπερνά σε πολλές περιπτώσεις
24. ρα, για άτομο, όχημα, κάτι, είμαι περαστικός, περνώ από, περνώ μέσα από, πηγαίνω,
¿cuándo pasa el camión de la basura? πότε περνά το σκουπιδιάρικο;
¿me deja pasar, por favor? με αφήνετε να περάσω, σας παρακαλώ;
he pasado por tu barrio, έχω περάσει από την γειτονιά σου
yo sólo pasaba por aquí, εγώ απλά περαστικός ήμουν
pasaré por tu casa, θα περάσω από το σπίτι σου
el Támesis pasa por Londres, o Τάμεσης περνά μέσα από, διασχίζει το Λονδίνο
25. να περάσω από μέρος, περνώ, μπαίνω, Pasé por tu casa esta mañana,
Πέρασα από το σπίτι σου σήμερα το πρωί,
pasen por aquí, por favor, περάστε από εδώ, παρακαλώ
lo siento, no se puede pasar, λυπάμαι, αλλά δεν μπορείτε να περάσετε
¡pase!, περάστε!
26. για χρόνο, να περάσει, Los días pasan muy rápido cuando estás de vacaciones,
Οι μέρες περνούν πολύ γρήγορα όταν είσαι σε διακοπές
pasaron tres meses, πέρασαν τρεις μήνες
27. να περάσει γεγονός, συμβάν, συμβαίνει, γίνεται, ¿qué le pasa? τι σας συμβαίνει;
¿Sabes qué pasó anoche en la fiesta? Ξέρεις τι συνέβη χθες το βράδυ στο πάρτι;
¿le pasó algo al niño? του συνέβη κάτι στο παιδί;
28. να περάσει, τελειώσει κάτι σαν συμβάν, La tormenta ya pasó, podemos salir,
Η καταιγίδα πέρασε, μπορούμε να βγούμε έξω
Después del susto, todo pasó y volvimos a la calma,
Μετά τον φόβο, όλα πέρασαν και επανήλθε η ηρεμία
No te preocupes, todo pasa con el tiempo, Μην ανησυχείς, όλα περνούν με τον χρόνο
29. να περάσει σαν επιτρεπτό, αποδεκτό κάτι, Este proyecto no pasó en la reunión,
Αυτό το έργο δεν πέρασε στη συνάντηση
30. να περάσω σε άλλη φάση, κατάσταση, Pasó de niño a adolescente muy rápido,
Πέρασε από παιδί σε έφηβο πολύ γρήγορα.
31. να ξε-περάσω, υπερβώ όριο, No te pases de los 60 km/h en esta carretera,
Μην ξεπεράσεις τα 60 χλμ/ώρα σε αυτόν τον δρόμο
32. να προσ-περάσω με απόρριψη κάτι, απορρίπτω, δεν κάνω κάτι, δε θέλω,
Hoy paso de salir, prefiero quedarme en casa,
Σήμερα δεν βγαίνω, προτιμώ να μείνω σπίτι
– ¿vienes a dar una vuelta? — no, yo paso — έρχεσαι βόλτα; όχι, δε θέλω
Paso de lo que digan los demás, Προσπερνάω ή δεν με νοιάζει τι λένε οι άλλοι
33. για υλικό που περνάει ακόμα η μπογιά του= περνάει, αντέχω, βαστώ, βγάλει,
Este vestido puede pasar este verano, αυτό το φόρεμα μπορεί να βγάλει το καλοκαίρι
34. σε παιχνίδι, πάω πάσο: ¿juegas o pasas? παίζεις ή πας πάσο;
35. να περάσω στην άλλη ζωή, πεθαίνω, el abuelo pasó a mejor vida,
ο παππούς πέρασε στην καλύτερη ζωή, πέθανε
36. ραπρ, συμβαίνει, τρέχει, ¿qué pasa (aquí)? τι τρέχει (εδώ);
¿qué pasa con esas bebidas? τι θα γίνει με αυτά τα ποτά;
no te preocupes, no pasa nada, μην ανησυχείς, δεν τρέχει τίποτα
37. ραντ, να περάσω ή να πάω από ένα σημείο στο άλλο,
pásate por la farmacia y compra aspirinas, πέρνα από το φαρμακείο και πάρε ασπιρίνες
38. ξεπερνάω όριο, παρακάνω, ella se pasó de la raya, αυτή ξεπέρασε το όριο
Te pasaste con el comentario, fue muy grosero,
Το παράκανες με το σχόλιο, ήταν πολύ αγενές
te has pasado con el ajo, το παράκανες με το σκόρδο
no te pases con el ejercicio, μην το παρακάνεις με τη γυμναστική
39. να περάσω στην άλλη ζωή, πεθαίνω, φεύγω, Su abuelo se pasó hace unos meses,
Ο παππούς του έφυγε από τη ζωή πριν από λίγους μήνες
40. να μου περάσει κάτι χωρίς να το θυμηθώ, ξεφύγει, διαφύγει στο μυαλό, ξεχνώ κάτι,
no se le pasa nada, δεν του ξεφεύγει τίποτα,
se me pasó ese detalle μου ξέφυγε αυτή η λεπτομέρεια,
Se me pasó felicitarte por tu cumpleaños, Μου διέφυγε να σου ευχηθώ για τα γενέθλιά σου,
¡que no se te pase! μην το ξεχάσεις!
se me pasó decírtelo, ξέχασα va στο πω
ή να μου περάσει κάτι από το μυαλό, No se me ha pasado por la cabeza reñirte,
Δεν μου έχει περάσει από το μυαλό να σε μαλώσω
41. να περάσει το όριο και να χαλάσει κάποιο τρόφιμο, φάρμακο, ξινίζω, σαπίζω,
Este yogurt ya se pasó, no lo comas, Αυτό το γιαούρτι χάλασε, μην το φας
si no te comes la fruta, se pasará, αν δεν φας το φρούτο, θα χαλάσει
esta leche se ha pasado, αυτό το γάλα έχει λήξει
42. να περάσει η περίοδος ωφέλιμη για κάτι, τελειώσει,
ya se pasó el buen tiempo, πλέον πέρασε ο καλός καιρός
43. να περάσω σε άλλη ομάδα, στρατόπεδο, κόμμα, se pasó al otro bando,
πέρασε στην άλλη πλευρά
44. να περάσω το όριο με ένα προσόν, δραστηριότητα, χρήση, παρακάνω,
pasarse de generoso, de bueno, είμαι υπερβολικά φιλότιμος, καλός,
Tu madre se pasa de buena, no debería mimaros tanto,
Η μητέρα σου είναι υπερβολικά καλή, δεν θα έπρεπε να σας καλομαθαίνει τόσο,
ή μτφ, να περάσω σε άλλο επίπεδο, ξεφεύγω όταν κάνω κάτι,
¡amigo, te has pasado con los videojuegos!
φίλε, έχεις περάσει σε άλλο επίπεδο με τα βιντεοπαιχνίδια!
45. να περάσει η διάρκεια σε κάτι, σταματώ, τελειώνω, ¿ya se ha pasado la hora de clase? πέρασε κιόλας η ώρα του μαθήματος;
46. να περάσω τον καιρό, χρόνο μου με κάτι, περνάω, se pasaron el día hablando,
πέρασαν τη μέρα κουβεντιάζοντας
47. προσπερνάω, περνώ, ξεπερνώ, te has pasado una página, πέρασες, πήδηξες μια σελίδα,
nos hemos pasado de parada, έχουμε προσπεράσει τη στάση
48. περνιέμαι για, se pasa de listo, περνιέται για, το παίζει έξυπνος,
Se pasó de listo al intentar engañarnos,
Το έπαιξε έξυπνος όταν προσπάθησε να μας κοροϊδέψει
49. ξεφεύγω, υπερβάλλω, te pasaste pidiéndole 10.000 euros,
το παράκανες με τα 10.000 ευρώ που του ζήτησες
50. για φυτό, μαραίνομαι, estas rosas ya se han pasado,
αυτά τα τριαντάφυλλα έχουν πια χαλάσει
51. παραβράζω, καίω φαγητό, παραψήνω, μαγειρεύω παραπάνω από το κανονικό,
se me ha pasado el arroz, μου παράβρασε το ρύζι
¡Qué pena! La carne se pasó, Τι κρίμα! Το κρέας παραψήθηκε
52. περνάω εμπειρία, διασκεδάζω, ¿qué tal te lo estás pasando? λοιπόν, πώς τα περνάς;
53. να περάσω να κάνω την πράξη που λέγεται, pasar a bañarse, περνάω να μπανιαριστώ
Paso a contestar las preguntas, Αμέσως περνάω να απαντήσω τις ερωτήσεις
54. εκφ, ραντ, pasársele algo a alguien, να του περάσει κάτι σε κάποιον,
se me ha pasado el dolor, μου πέρασε o πόνος,
se le ha pasado la fiebre, του πέρασε o πυρετός
se le ha pasado el enfado, el sueño του πέρασε o θυμός, η νύστα
ή αφήνω να περάσει κάτι χωρίς να ωφεληθώ, αφήνω κάτι ανεκμετάλλευτο,
se me pasó la oportunidad, άφησα την ευκαιρία να περάσει
se le pasó el turno, señora, πέρασε η σειρά σας κυρία μου
pasarse a, να περάσω σε άλλη προτίμηση, αλλάζω σε,
me he pasado a la cerveza sin alcohol, έχω περάσει στην μπύρα χωρίς αλκοόλ
¡No pasarán! Δεν θα περάσουν!, σύνθημα αντίστασης για κάτι
55. εκφ, με πρθ, pasar a, περνώ σε, pasemos a otra cosa, ας περάσουμε σε άλλο θέμα
ahora pasaré a explicarles cómo funciona esta máquina και τώρα θα σας εξηγήσω
τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει αυτό το μηχάνημα
να περάσω να γίνω, γίνομαι, Juan pasa a (ser) jefe de personal,
ο Χουάν έγινε διευθυντής προσωπικού
pasó a formar parte del nuevo equipo, έγινε μέλος της νέας ομάδας
pasar con, να περάσω με τηλ/κη γραμμή κάποιον= συνδέω, le paso (con él), σας συνδέω
páseme con el encargado, συνδέστε με τον υπεύθυνο
pasar de, να περάσω από ένα όριο, περνώ, ξεπερνώ, si pasas de 200, vibra el volante,
αν περάσεις τα 200 τρέμει το τιμόνι
yo creo que no pasa de los 50 años, δε νομίζω ότι έχει περάσει τα 50 χρόνια
ή να προσ-περάσω ή δίνω πάσο σε μια πρόταση, απορρίπτω, paso de ir al cine hoy,
πασάρω> δεν πάω σινεμά σήμερα
ή να προσπεράσω κάτι χωρίς ενδιαφέρον, αδιαφορώ, σνομπάρω,
¡ése pasa de todo! αυτός αδιαφορεί για τα πάντα!
paso de la política, αδιαφορώ για την πολιτική
siempre ha pasado de mi, πάντα με αγνοούσε
pasar de curso, περνώ, προβιβάζομαι, περνώ σε μεγαλύτερη τάξη
pasar por, να περάσω από σημείο, περνώ, χωράω από, por ahí no pasa este sofá,
από εδώ δεν περνάει αυτός ο καναπές
ή να περάσω από μια εμπειρία, κατάσταση, περνώ, υποφέρω,
hemos pasado por situaciones difíciles, έχουμε περάσει από πολύ δύσκολες καταστάσεις
ή να προσπεράσω κάτι= να το ανεχτώ, να κάνω πίσω, να συμβιβαστώ,
¡yo por ahí no paso! εγώ από εκεί δεν προσπερνώ= αυτό δεν το δέχομαι!
ή να περάσω τον εαυτό μου ως= θεωρούμαι,
pasa por ser uno de los mejores futbolistas del momento,
θεωρείται ένας από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές αυτή την στιγμή
hacerse pasar por, περνάω σαν, για, se hizo pasar por un amigo íntimo de la familia,
κατάφερε να περάσει για στενός φίλος της οικογένειας
pasar sin, να περάσω χωρίς να έχω κάτι, κάνω χωρίς, αντέχω,
no puede pasar sin su coche, δεν μπορεί να κάνει χωρίς το αμάξι του
pasar algo a limpio, να περάσω κάτι σε καθαρογραμμένο, καθαρογράφω
pasar algo a máquina, al ordenador, να περάσω κάτι= δακτυλογραφώ κάτι στην γραφομηχανή, περνάω κάτι στον υπολογιστή
pasar algo por alto, να περάσω αφ’ υψηλού, προσπερνώ κάτι, δεν δίνω σημασία σε κάτι
pasar de largo, περνάω χωρίς να σταματήσω, συνεχίζω πορεία μου,
me vio y pasó de largo, με είδε και πέρασε χωρίς να σταματήσει
pase lo que pase, ας γίνει ό, τι γίνει ή όπως και να’ χει, tengo que ir, pase lo que pase,
πρέπει να πάω, όπως και να ΄χει
pasa como sobre brasas, να περάσω κάτι σαν πάνω από κάρβουνα, επειδή είναι θέμα που δεν θέλω να αγγίξω, να το περάσω στα γρήγορα, αποφεύγω να αναφερθώ σε κάτι,
Pasó como sobre brasas cuando le preguntaron por las pérdidas de la empresa,
Πέρασε στα γρήγορα το θέμα όταν τον ρώτησαν για τις απώλειες της εταιρίας
pasar la bandeja, να περάσω τον δίσκο για έρανο, συλλογή χρημάτων για κάποιο σκοπό
pasada 1. θ, πέρασμα από ένα σημείο, me daré una pasada por el bar a ver si le encuentro,
θα κάνε ένα πέρασμα από το μπαρ για να δω αν τον βρω
ή για όχημα, αεροπλάνο, la motocicleta hizo varias pasadas por debajo de mi casa,
η μοτοσυκλέτα έκανε αρκετά περάσματα κάτω από το σπίτι μου
es la segunda pasada de la avioneta por la playa,
είναι το δεύτερο πέρασμα του αεροσκάφους από την παραλία
2. πέρασμα ελέγχου σε κάτι, επανάληψη, τσεκ, una última pasada antes de entregarlo,
ένας τελευταίος έλεγχος προτού παραδοθεί
dar una pasada al examen, να κάνω ένα τσεκ στο διαγώνισμα
3. πέρασμα σε επιφάνεια για καθάρισμα, γρήγορο ξεσκόνισμα,
barreré y daré una pasada al suelo con la fregona,
θα σκουπίσω και θα κάνω ένα πέρασμα με την σφουγγαρίστρα
4. πέρασμα με σίδερο, ελαφρύ σιδέρωμα, dar una pasada a una camisa,
να κάνω ένα πέρασμα σε μια μπλούζα
5. οικ, μτφ, πράγμα ή πράξη σαν πέρασμα ορίου σε αυτό που αναφέρεται= άπαιχτο, θαύμα, απίστευτο, φοβερό, υπερβολή, Mira ese avión, ¡qué pasada!,
Κοίτα αυτό το αεροπλάνο, απίστευτο!
– ¿qué te parece mi moto? – ¡una pasada! – πώς σου φαίνεται η μηχανή μου; – φοβερή!
esa jugada ha sido una pasada, αυτό το παίξιμο ήταν απίστευτο
¡menuda pasada decirle eso al profesor!, πωπω υπερβολή να το πει αυτό στον καθηγητή!
me han regalado una pasada de ordenador, μου χάρισαν έναν καταπληκτικό υπολογιστή este sitio es una pasada de bonito, αυτό το μέρος μια υπερβολή ομορφιάς, θαυμάσιο
6. ρπτ, πέρασμα με βελόνα= πόντος, βελονιά
7. τχν, μετάδοση κίνησης, πρόωση
8. ιππ, πορεία αλόγου που περνάει ξανά και ξανά από την ίδια διαδρομή
9. πέρασμα υλικού σε επιφάνεια, στρώμα, χέρι, una pasada de pintura,
ένα στρώμα βαφής
10. παρτίδα σε παιχνίδι, una última pasada y guardamos el dominó,
μια τελευταία παρτίδα και κλείνουμε το ντομινό
11. μέρος, σημείο από όπου περνά κάποιος, πέρασμα
12. ποσότητα χρημάτων για να περάσει κάποιος, να διατηρηθεί
13. σνθ, mala pasada, οικ, βρώμικο φέρσιμο, ha sido una mala pasada no invitarle,
ήταν βρώμικο φέρσιμο να μην τον καλέσει
14. εκφ, dar una pasada, κάνω ένα πέρασμα με πινέλο, σίδερο, πανί, περνώ ένα χέρι,
dar una pasada de pintura, περνάω ένα χέρι μπογιά
dales una pasada a los muebles, κάνε ένα πέρασμα, ξεσκόνισε λιγάκι τα έπιπλα
dale una pasada a la blusa, σιδέρωσε λιγάκι την μπλούζα
ή ελέγχω, ρίχνω μια ματιά, κάνω τσεκ, dale una última pasada al texto,
ρίξε μια τελευταία ματιά στο κείμενο
ή ρπτ, βάζω έναν πόντο, κάνω μια βελονιά, dale unas pasadas al dobladillo,
βάλε μερικές βελονιές στο στρίφωμα
dar pasada, δίνω πάσο σε κάτι= το ανέχομαι, προσπερνώ, δεν δίνω σημασία,
por esta vez daré pasada al retraso, για αυτή την φορά θα προσπεράσω την καθυστέρηση
dar una pasada a alguien, δίνω ένα πέρασμα με λόγια επίπληξης σε κάποιον, κατσαδιάζω,
me dieron una buena pasada por catear dos asignaturas,
με κατσάδιασαν για τα καλά επειδή κόπηκα σε 2 μαθήματα
de pasada, με το πέρασμα> μια που περνάω από κάπου, περνώντας, επ’ ευκαιρία,
vete a comprar el pan y de pasada tráeme el periódico,
πήγαινε να αγοράσεις ψωμί και επ’ ευκαιρία πάρε μου την εφημερίδα
ή με πέρασμα επιφανειακό, χωρίς προσοχή, στα πεταχτά, στα γρήγορα,
me contó de pasada lo sucedido, με διηγήθηκε στα πεταχτά το συμβάν
he leído la noticia de pasada, έχω διαβάσει την είδηση στα πεταχτά
dicho sea de pasada, παρεμπιπτόντως
jugar, hacer una mala pasada a alguien, οικ, παίζω βρώμικο παιχνίδι σε κάποιον
me jugó una mala pasada quitándome el coche sin avisarme,
μου έπαιξε ένα βρώμικο παιχνίδι παίρνοντας το αμάξι χωρίς να με ειδοποιήσει
ser una cosa de pasada ή una pasada, είναι ένα πράγμα απίστευτο, υπέροχο,
el nuevo parque acuático es de pasada, το νέο υδάτινο πάρκο είναι απίστευτο
¡qué pasada! οικ, απίστευτο!: – le han tocado cinco millones de euros en la lotería,
– ¡qué pasada! – κέρδισε δέκα εκατομμύρια ευρώ στο λότο, -απίστευτο!
pasado πρχ περασμένο
1. α, παρελθόν, no pienses tanto en el pasado y mira hacia el futuro,
μη σκέφτεσαι τόσο το παρελθόν και κοίταξε το μέλλον
vive en el pasado, ζει στο παρελθόν
tiene un pasado oscuro, έχει ένα σκοτεινό παρελθόν
2. γρμ, αόριστος, ¿Cómo se conjuga el verbo "ser" en el pasado?
Πώς κλίνετε το ρήμα «είναι» στον αόριστο χρόνο;
3. στρ, στρατιωτικός που πέρασε σε αντίπαλο στρατόπεδο
4. α πλ, περασμένοι συγγενείς= πρόγονοι, προπάτορες
5. εκφ, olvidar el pasado, ξεχνώ το παρελθόν
agua pasada, νερό περασμένο> κάτι περασμένο, χωρίς σημασία, ενδιαφέρον πλέον,
Olvida esa ofensa, que ya es agua pasada,
Ξέχνα αυτή την προσβολή, είναι κάτι περασμένο
pasado, da 1. ε, που συνέβη στο παρελθόν, περασμένος, -η, -ο, τελευταίος -α, -o,
ocurrió el pasado lunes, συνέβη την περασμένη Δευτέρα
nos vimos la semana pasada, ειδωθήκαμε την περασμένη εβδομάδα
experiencias pasadas, εμπειρίες του παρελθόντος
el año pasado, πέρσι
el mes pasado, τον περασμένο μήνα
2. για ώρα, περασμένος, -η, -o, son las nueve pasadas, είναι περασμένες εννιά
se pusieron en marcha pasada la medianoche, ξεκίνησαν περασμένα μεσάνυχτα
ή περασμένο ένα χρονικό διάστημα= μετά από, pasado un año, μετά από ένα χρόνο,
pasada una semana, μετά από μια εβδομάδα
pasado ese tiempo, μετά από αυτό το χρονικό διάστημα
3. μτφ, περασμένης εποχής, ντεμοντέ, παρωχημένος, -η, -o, esa música está pasada,
αυτή η μουσική είναι ντεμοντέ
4. μτφ, για τρόφιμο που πέρασε ο χρόνος κατανάλωσης, σάπιος, -α, -ο, χαλασμένος, -η, -o, ληγμένος, -η, -ο, tira la carne porque está pasada, πέτα το κρέας γιατί είναι χαλασμένο
ή για φρούτο, la fruta está pasada, το φρούτο είναι σάπιο
5. μτφ, υπερ-περασμένο σε μαγείρεμα= παραψημένος, -η, -o, παραβρασμένος, -η, -ο,
nos sirvieron un arroz pasado, μας σέρβιραν ένα παραβρασμένο ρύζι,
este bistec está pasado, αυτή η μπριζόλα είναι παραψημένη
6. μτφ, περασμένο πολύ από χρήση= φθαρμένος, -η, -o, λιωμένος, -η, -ο,
una chaqueta pasada sobre todo en los codos, ένα φθαρμένο σακάκι, κυρίως στους αγκώνες
7. μτφ, ξεθωριασμένος, -η, -o, con el sol los colores de la cortina empiezan a estar pasados, με τον ήλιο τα χρώματα της κουρτίνας αρχίζουν να είναι ξεθωριασμένα
8. για φυτό, μαραμένος, -η, -ο
9. εκφ, estar, ir pasado, οικ, μτφ, είμαι περασμένος σε άλλη κατάσταση λόγω ναρκωτικών = είμαι μαστουρωμένος, πιωμένος, está pasado, no le digas nada,
είναι μαστουρωμένος, μην του πεις τίποτα
lo pasado, pasado está, το περασμένο, περασμένο είναι, περασμένα-ξεχασμένα,
ότι έγινε, έγινε
pasable πρχ περάσιμος
1. ε, για σημείο, περάσιμος, -η, -ο, διασχίσιμος, -η, -ο, el río no es pasable en esta zona,
το ποτάμι δεν είναι διασχίσιμο σε αυτή την ζώνη
2. μτφ, περάσιμος, -η, -ο οριακά σε ποιότητα, οριακός, -ή, -ό, ανεκτός, -ή, -ό,
υποφερτός, -ή, -ό, ha hecho un examen pasable, έχει κάνει ένα διαγώνισμα ανεκτό, οριακό
3. μτφ, μέτριος, -α, -o, La película no está mal, es pasable,
Η ταινία δεν είναι κακή, είναι μέτρια
pasador, ra 1. α θ, αθλ, πασαδόρος
2. μτφ, περαστής λαθραίου εμπορεύματος, λαθρέμπορος, διακινητής
Detuvieron al pasador en la frontera con mercancía ilegal,
Συνέλαβαν τον διακινητή στα σύνορα με παράνομο εμπόρευμα
3. ε, διαπεραστικός, -ή, -ό
4. λαθρεμπορικός, -ή, -ό, διακινητικός, -ή, -ό
pasador πρχ περαστήρι, πασαδόρος και οι έννοιες του
1. α, σύρτης, μπάρα πόρτας, siempre corre el pasador cuando se queda sola,
πάντα βάζει τον σύρτη όταν μένει μόνη
2. μπετούγια παραθύρου
3. καρφίτσα γραβάτας
4. αγκράφα ζώνης
5. πόρπη, αγκράφα
6. παράσημο
7. μανικετόκουμπο
8. κοκαλάκι για μαλλί, Compré un pasador para sujetarme el cabello,
Αγόρασα ένα κοκαλάκι για να μαζέψω τα μαλλιά μου
9. κούμπωμα, δακτύλιος τσάντας
10. μτφ, σκεύος σαν περαστήρι υγρού υλικού= σουρωτήρι, τρυπητό
11. τχν, κοχλίας, περόνη
12. ναυ, κέστρα
pasadera πρχ περαστ-ιέρα
1. θ, πέτρα, ξύλο ή κάτι που χρησιμεύει σαν πέρασμα σε νερό, λάσπη, λακκούβα,
usó unos tablones de pasadera para no pisar el barro,
χρησιμοποίησε μερικές τάβλες για πέρασμα για να μην πατήσει την λάσπη
2. πέτρα σε ρυάκι που διευκολύνει το πέρασμα
3. ναυ, περαστά σχοινιά μεταξύ τους= παλαμάρι
pasadero, ra 1. ε, ευκολο-πέραστος, -η, -ο, βατός, -ή, -ό, διαβατός, -ή, -ό,
es un camino pasadero sin peligro, είναι ένας δρόμος ευκολοπέραστος χωρίς κίνδυνο,
lugar pasadero, διαβατό μέρος
2. μτφ, περαστός, -ή, -ό στο όριο, μέτριος, -α, -o, οριακός, -ή, -ό,
película pasadera, μέτρια ταινία
belleza pasadera, μέτρια ομορφιά
día pasadero, μέτρια ημέρα
3. μτφ, που περνάει το βασικό όριο> ανεκτός, -ή, -ό, υποφερτός, -ή, -ó, μέτριος, -α, -ο,
La voz del vocalista principal de la banda es pasadera,
Η φωνή του τραγουδιστή του συγκροτήματος είναι μέτρια
ritmo pasadero, υποφερτός ρυθμός
trabajo pasadero, υποφερτή δουλειά
4. για υγεία, εύθραυστος, -η, -ο
pasadero 1. α, πέτρα σε ρυάκι που διευκολύνει το πέρασμα
pasillo πρχ πασ-ούλι> περασματάκι
1. α, διάδρομος σε κτίριο, οικία, el comedor está al final del pasillo,
η τραπεζαρία βρίσκεται στο τέλος του διαδρόμου
2. διάδρομος σε θέατρο, σινεμά
3. διάδρομος σε αεροπλάνο, τρένο
4. πορεία αεροπλάνου, pasillo aéreo, αεροδιάδρομος
5. χώρος σαν πέρασμα, διάδρομος, Le abrieron un pasillo entre la multitud,
του άνοιξαν ένα πέρασμα μεταξύ του πλήθους
6. λγτ, σύντομο δραματικό έργο
7. ρπτ, τρύπωμα
8. θρη, ψαλμωδία της Μεγάλης Εβδομάδας
9. σνθ, pasillo de honor, σχηματισμός διαδρόμου από άτομα για να τιμήσω, βραβεύσω κάποιον, τιμητική φρουρά
pasillo móvil, κυλιόμενος διάδρομος
pasadizo 1. α, διάδρομος σε σπίτι, οικία, el castillo estaba lleno de pasadizos secretos,
το κάστρο ήταν γεμάτο από διαδρόμους μυστικούς
2. στενό σε οδούς, δρόμους, El ladrón se escondió en un pasadizo,
Ο κλέφτης κρύφτηκε σε ένα στενό
pasaje 1. α, κυρ, μτφ, πέρασμα, μετάβαση, el pasaje de la frontera será difícil,
το πέρασμα των συνόρων θα είναι δύσκολο
El pasaje de una etapa de la vida a otra puede ser complicado,
Η μετάβαση από μια φάση της ζωής σε άλλη μπορεί να είναι περίπλοκη
El médico revisó el pasaje de aire en los pulmones del paciente,
Ο γιατρός εξέτασε το πέρασμα του αέρα στους πνεύμονες του ασθενούς
2. πέρασμα, στενό, στοά, El pasaje conecta dos calles principales del barrio,
Το πέρασμα συνδέει δύο κύριους δρόμους της γειτονιάς,
un estrecho pasaje, ένα στενό πέρασμα,
no suele pasar por el pasaje solo porque está muy oscuro,
δεν συνηθίζει να περνάει από το στενό γιατί είναι πολύ σκοτεινό,
en el pasaje hay una tienda en que hacen fotocopias,
στη στοά υπάρχει ένα κατάστημα όπου βγάζουν φωτοτυπίες
3. εισιτήριο, Compré el pasaje de avión para viajar a Madrid,
Αγόρασα το εισιτήριο του αεροπλάνου για να ταξιδέψω στη Μαδρίτη
4. επιβάτες, el pasaje y la tripulación del avión están sanos y salvos,
οι επιβάτες και το πλήρωμα του αεροπλάνου είναι σώοι και αβλαβείς
5. απόσπασμα γραπτού, leyó uno de sus pasajes de la novela,
διάβασε ένα από τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος
6. ναυ, στενή δίοδος
7. μσκ, πέρασμα, αλλαγή τόνου
8. γεω, στενό μεταξύ 2 νησιών ή νησιού και στεριάς
pasajero, ra 1. ε, που περνάει γρήγορα χρονικά ή διαρκεί λίγο= περαστικός, -ή, -ó,
tuvieron una relación pasajera, είχαν μια περαστική σχέση,
es sólo una molestia pasajera, είναι μόνο μια ενόχληση περαστική,
moda pasajera, περαστική μόδα
amor pasajero, περαστικός έρωτας
2. επιβατικός, -ή, -ό, ταξιδιωτικός, -ή, -ό, περαστικός, -ή, -ό από μέρος
3. με πολλή κίνηση, πολυσύχναστος, -η, -ο,
La estación de tren es de los sitios más pasajeros de la ciudad,
Ο σιδηροδρομικός σταθμός είναι ένα από τα πιο πολυσύχναστα σημεία της πόλης
4. α θ, ταξιδιώτης, -ισσα, επιβάτης, Este avión tiene una capacidad de 267 pasajeros,
Αυτό το αεροπλάνο έχει χωρητικότητα 267 επιβατών
5. εκφ, ¡pasajeros, al tren! επιβάτες, άμεση επιβίβαση στο τρένο!
ave pasajera, αποδημητικό πουλί
passim 1. επρ, πολλαχού
passing-shot 1. α, τενις, πάσινγκ σοτ, πέρασμα
pasante 1. ε, που πράττει το ρήμα pasar
2. ερλ, για απεικονισμένο ζώο, βαδίζων, -ουσα, -ον
3. α θ, αυτός που περνάει χρόνο με ειδικό για να μάθει= ασκούμενος, ασκούμενη
Pasante de abogado, de médico, Ασκούμενος δικηγόρος, ιατρός
4. αυτός που περνά τα γραπτά= υπάλληλος γραφείου, γραφιάς συμβολαιογράφου
5. σνθ, primer pasante, νομ, αρχιγραμματέας
pasantía 1. θ, πρακτική εξάσκηση ασκούμενου, άσκηση, πρακτική,
la pasantía permite al futuro graduado adquirir experiencia profesional,
η πρακτική επιτρέπει στον μελλοντικό πτυχιούχο να αποκτήσει επαγγελματική εμπειρία,
Ιa pasantía dura entre 6y 12 meses, η πρακτική εξάσκηση διαρκεί από 6 έως 12 μήνες
propasar 1. ρμ, πρχ να προσ-περάσω ή υπερ-περάσω ένα όριο, υπερβαίνω, ξεπερνώ,
la salida se anuló porque un corredor propasó la línea de marca,
η εκκίνηση ακυρώθηκε γιατί ένας δρομέας πέρασε την γραμμή εκκίνησης
esta vez has propasado los límites, αυτή τη φορά υπερέβης, ξεπέρασες τα όρια
2. ραντ, υπερβαίνω τα όρια, ξεπερνώ, παρακάνω, υπερβάλλω, παρατραβάω,
te estás propasando en la comida, το παρακάνεις με το φαγητό
La crítica musical se propasó en sus críticas a nuestro primer disco,
Οι μουσικοί κριτικοί το παράκαναν στην κριτική τους για το πρώτο μας άλμπουμ
3. να ξεπεράσω όρια ηθικά, φιλικά, σχέσης, σεβασμού, παραπαίρνω θάρρος, παρενοχλώ,
propasarse con, se propasó con ella diciéndole comentarios soeces,
παραπήρε θάρρος με αυτήν λέγοντας της σχόλια πονηρά,
lo acusaron de haberse propasado con una menor,
τον κατηγόρησαν ότι παρενόχλησε σεξουαλικά μια ανήλικη
ή δείχνω έλλειψη σεβασμού, se propasó con su jefe y la pusieron de patitas en la calle,
έδειξε έλλειψη σεβασμού στο αφεντικό του και τον πέταξαν στο δρόμο με τις κλωτσιές
repasar πρχ περι-περάσω κάτι
1. ρμ, ξανα-περνάω κάτι, ελέγχω πάλι, αναθεωρώ, ξανα-τσεκάρω,
Repasamos la lista de invitados para asegurarnos de que no falte nadie,
Ξαναπεράσαμε τη λίστα των καλεσμένων για να βεβαιωθούμε ότι δεν λείπει κανείς,
El editor repasó el texto antes de enviarlo a imprimir,
Ο εκδότης έλεγξε το κείμενο πριν το στείλει για εκτύπωση,
hay que repasar las cuentas para detectar el error,
πρέπει να ελέγξουμε τους λογαριασμούς για να εντοπίσουμε το λάθος
2. κάνω επανάληψη σε μελέτη, ξαναπερνάω γραπτό, ξαναδιαβάζω,
Necesito repasar este párrafo antes de la clase,
Πρέπει να ξαναδιαβάσω αυτήν την παράγραφο πριν από το μάθημα,
Repasamos las conjugaciones verbales para no cometer errores,
Επαναλαμβάνουμε τις συζυγίες των ρημάτων για να μην κάνουμε λάθη
3. ξαναπερνάω από μέρος, repasó varias veces la misma carretera para observar el mar,
ξαναπέρασε αρκετές φορές τον ίδιο δρόμο για να παρατηρήσει την θάλασσα,
Repasé por el mercado para comprar lo que olvidé ayer,
Πέρασα ξανά από την αγορά για να αγοράσω ό,τι ξέχασα χθες
4. ανακαλώ μνήμη, se puso a repasar los acontecimientos de aquel día,
άρχισε να ανακαλεί στη μνήμη του τα συμβάντα εκείνης της ημέρας
5. ρπτ, να περι-περάσω με κλωστή= μαντάρω, καρικώνω, ενισχύω με ράψιμο,
repasaré los botones del abrigo nuevo, θα μαντάρω τα κουμπιά του νέου παλτού
6. μτφ, περι-περάσω με το βλέμμα κάποιον, περι-θεωρώ με επιθυμία,
repasó a la chica de arriba abajo sin perder detalle de su anatomía,
πέρασε την κοπέλα απο πάνω μέχρι κάτω χωρίς να χάσει λεπτομέρεια της ανατομίας της
7. ραντ, για σκεύος, δοχείο, υπερ-περάσει> να βγάλει υγρασία, να στάζει
repasata 1. θ, κατσάδα
2. εκφ, dar una repasata a alguien, κατσαδιάζω κάποιον
repaso 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του repasar
2. αναθεώρηση σε κάτι, έλεγχος, τσεκάρισμα
3. επανάληψη, πέρασμα σε μελέτη, daré un último repaso antes de entrar en clase,
θα κάνω ενα πέρασμα προτού μπω στην τάξη
4. καρίκωμα ρούχου, μοντάρισμα
5. οικ, μτφ, κατσάδα
6. εκφ, darle un repaso a algo, κάνω μια επανάληψη
ή μαντάρω, καρικώνω
ή ρίχνω ένα σιδέρωμα, σιδερώνω κάτι
darle un repaso a alguien, δίνω ενα πέρασμα σε κάποιον= κατσαδιάζω κάποιον
cuando venga le daré un repaso, όταν έρθει θα τον κατσαδιάσω
ή δείχνω σε κάποιον πως είμαι καλύτερος, κόβω το βήχα κάποιου,
a ese chulo hay que darle un repaso, σε αυτό το μαγκά πρέπει να του κοπεί ο βήχας
ή κόβω απο πάνω μεχρι κάτω κάποιον με επιθυμία,
le dio un repaso a la chica que pasaba por la calle,
την έκοψε απο πάνω μέχρι κάτω την κοπέλα,
hacer un repaso de algo, κάνω ενα τσεκ, πέρασμα σε κάτι, τσεκάρω, κάνω μια επανάληψη
necesitar un repaso, χρειάζομαι καρίκωμα
ή χρειάζομαι σιδέρωμα
repasadera 1. θ, ξυλ, περι-περαστήρι ξύλου= πλάνη για κορνίζες
sobrepasar 1. ρμ, πρχ σουπερ> υπερ-περάσω όριο, υπερβαίνω, ξεπερνώ,
sus exigencias sobrepasan lo admisible, οι απαιτήσεις του ξεπερνούν το αποδεκτό
Los resultados de examen del alumno sobrepasaron las expectativas del profesor,
Τα αποτελέσματα των εξετάσεων του μαθητή ξεπέρασαν τις προσδοκίες του καθηγητή
2. να ξεπεράσω κάποιον σε απόδοση, ικανότητα, υπερβαίνω, ξεπερνώ, προσπερνάω,
el corredor sobrepasó a todos sus contrincantes,
ο δρομέας ξεπέρασε όλους τους συναγωνιστές του,
me sobrepasa en creatividad, με ξεπερνά σε δημιουργικότητα
El coche rojo sobrepasó al azul en la carrera,
Το κόκκινο αυτοκίνητο προσπέρασε το μπλε στον αγώνα
3. ραντ, ξεπερνώ τα όρια, παρακάνω, el niño se ha sobrepasado con el maestro,
το παιδί έχει ξεπεράσει τα όρια με τον δάσκαλο
Ana se sobrepasa y se pone en lágrimas si recibe una nota menos de una A,
Η Άνα το παρακάνει και ξεσπάει σε κλάματα αν πάρει βαθμό χαμηλότερο από άριστα
traspasar πρχ μετα- ή δια-περάσω κάτι
1. ρμ, να περάσω απο ενα σημείο στο άλλο, μεταφέρω,
traspasa los libros de la sala al estudio, μετέφερε τα βιβλία απο το σαλόνι στο γραφείο
2. για υγρό, διαποτίζω, la tinta traspasó el papel, το μελάνι διαπότισε το χαρτί
el agua traspasó la pared, το νερό διαπέρασε τον τοίχο
ή για αιχμηρό αντικείμενο, διαπερνώ, el puñal le traspasó el muslo,
το στιλέτο διαπέρασε το μηρό του
3. διαπερνώ δρόμο, ποτάμι, διασχίζω, δρασκελίζω, διαβαίνω,
le ayudaron a traspasar el río, τον βοήθησαν να διαπεράσει το ποτάμι
traspasó la valla saltando, δρασκέλισε το φράχτη πηδώντας
4. μτφ, διαβαίνω όριο, κατώφλι, ξεπερνώ, traspasó el umbral de los setenta años,
διάβηκε το κατώφλι των εβδομήντα ετών
ή ξεπερνώ όριο, ha traspasado con sus palabras la barrera de lo razonable,
έχει ξεπεράσει με τα λόγια του τα όρια του λογικού,
llegó a traspasar la barrera del millón de votos,
κατάφερε va ξεπεράσει το όριο του ενός εκατομμυρίου ψήφων
5. νομ, μετα-περνάω> μεταβιβάζω, εκχωρώ, πουλώ σε άλλον επιχείρηση,
traspasó la tienda, μεταβίβασε το κατάστημα,
traspasar un negocio, μεταβίβασε μια επιχείρηση
"se traspasa ", «συμβόλαιο εκχώρησης»
6. νομ, εκχωρώ, μεταβιβάζω δικαίωμα, antes de traspasar el poder al nuevo gobierno,
πριν μεταβιβάσει την εξουσία στην νέα κυβέρνηση
7. νομ, να δια-περάσω όριο= για νόμο, παραβαίνω, παραβιάζω, αθετώ,
traspasar el reglamento, παραβαίνω τον κανονισμό
traspasó todas las normas, παραβίασε όλους τους κανονισμούς
8. αθλ, μεταγράφω
9. μτφ, να διαπεράσει ψυχικά κάτι, να προκαλέσει βαθιά συγκίνηση, συναίσθημα,
aquella escena me traspasó el corazón de rabia y dolor,
εκείνη η σκηνή μου διαπέρασε την καρδιά με οργή και πόνο
traspaso 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του traspasar, μεταφορά πραγμάτων,
el traspaso de los muebles a la nueva casa nos llevó varios días,
η μεταφορά των επίπλων στο νέο σπίτι μας πήρε αρκετές ημέρες
2. νομ, εκχώρηση, μεταβίβαση, El traspaso del negocio se realizó ayer,
Η μεταβίβαση της επιχείρησης έγινε χθες
3. εμπ, τίμημα μεταβίβασης
4. νομ, μεταβίβαση φήμης και πελατείας
5. νομ, παράβαση, παραβίαση, αθέτηση
6. αθλ, μεταγραφή, El traspaso del jugador al equipo rival causó mucha polémica,
Η μεταγραφή του παίκτη στην αντίπαλη ομάδα προκάλεσε πολλές αντιδράσεις
7. διάβαση, πέρασμα ορίου, χώρου, El traspaso de la frontera se hizo sin problemas,
Η διάβαση των συνόρων έγινε χωρίς προβλήματα
8. διαρροή, El traspaso de agua a través de la pared indica un problema de humedad,
Η διαρροή νερού μέσα από τον τοίχο δείχνει πρόβλημα υγρασίας
9. σνθ, εμπ, traspaso de competencias, μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από έναν Διοικητικό Οργανισμό σε έναν άλλο, κυρίως στο πλαίσιο των Αυτοδιοικούμενων Περιφερειών
traspasamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του traspasar
traspasable 1. ε, μεταφερόμενος, -η, -o
2. διασχίσιμος, -η, -ο, βατός, -ή, -ó, διαβατός, -ή, -ó, προσπελάσιμος, -η, -o
3. νομ, μεταβιβάσιμος, -η, -o
4. νομ, παραβιάσιμος, -η, -ο, αθετήσιμος, -η, -ο, που μπορεί να αθετηθεί
ή να παραβιαστεί
traspasación 1. θ, νομ, εκχώρηση, παραχώρηση, μεταβίβαση
traspasador, ra 1. ε, παραβατικός, -ή, -ό
2. α θ, παραβάτης, παραβάτιδα, los traspasadores de la ley serán castigados,
οι παραβάτες του νόμου θα τιμωρηθούν
compás πρχ συμ-πάσο> σαν δυο βήματα, πόδια ή συμ-μετρο μουσικό και οι έννοιες του
1. α, διαβήτης, Utiliza el compás para hacer el círculo,
Χρησιμοποιήστε την πυξίδα για να κάνετε τον κύκλο
2. μτφ, πάσο που πάει κάτι= ρυθμός, no es capaz de seguir el compás del trabajo,
δεν είναι ικανός να ακολουθήσει τον ρυθμό της δουλειάς
3. μτφ, περι-βημα χώρου= αυλόγυρος εκκλησίας, μοναστηριού
4. ναυ, πυξίδα, μπούσουλας, επειδή δια-βαίνει τα σημεία του ορίζοντα
5. μσκ, μέτρο, La canción que compuse utiliza un compás compuesto,
Το τραγούδι που συνέθεσα χρησιμοποιεί μια σύνθετη χρονική υπογραφή
6. αυτ, έλασμα σε κάμπριο
7. αθλ, μεταβολή σε ξιφομαχία
8. ταυ, απόσταση μεταξύ ποδιών
9. σνθ, compás de espera, μσκ, παύση
ή περίοδος αναμονής, las negociaciones se hallan en un compás de espera,
οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε περίοδο αναμονής, έχουν διακοπεί
compás de tres por cuatro, μσκ, μέτρο τριών τετάρτων
compás de tres por dos, μέτρο τριών δευτέρων
compás de tres por ocho, μέτρο τριών ογδόων
compás mayor, μέτρο δύο χρόνων
compás menor, μέτρο τεσσάρων χρόνων, τεσσάρων τετάρτων.
10. εκφ, al compás de, στο ρυθμό του, bailaba al compás de la música,
χόρευε στο ρυθμό της μουσικής
guardar, perder el compás, κρατώ, χάνω το ρυθμό
llevar el compás, μσκ, χτυπώ το ρυθμό με το χέρι ή μπαγκέτα
ή μτφ, ακολουθώ το ρυθμό σε δραστηριότητα,
marcar el compás, μσκ, μαρκάρω> ακολουθώ, χτυπώ το ρυθμό,
marcaba el compás con la suela del zapato,
χτυπούσε το ρυθμό με τη σόλα του παπουτσιού του
ή μτφ, δίνω το ρυθμό, fue el ganador el que marcó el compás durante toda la carrera,
o νικητής ήταν αυτός που έδινε το ρυθμό καθόλη τη διάρκεια της κούρσας
compasar 1. ρμ, μετρώ με διαβήτη
2. μτφ, να συμ-περάσω> συμ-μετρήσω αναλογικά κάτι, προσαρμόζω,
compasó los gastos a sus posibilidades, προσάρμοσε τα έξοδα στις δυνατότητες του
3. μσκ, χωρίζω σε μέτρα
compasillo 1. α, μσκ, μέτρο τεσσάρων τετάρτων
acompasar 1. ρμ, μετρώ με διαβήτη
2. κρατώ το ρυθμό
acompasado, da 1. ε, ρυθμικός, -ή, -ó, paso acompasado, ρυθμικό βήμα
acompasadamente 1. επρ, αργά, μονότονα, habla acompasadamente, μιλάει αργά
descompás 1. α, πρχ δεν έχει πάσο, μέτρο= υπερβολή, έλλειψη μέτρου,
el descompás de sus acciones no favorece la consecución del proyecto,
η έλλειψη μέτρου των πράξεων του δεν ευνοεί την επίτευξη του πρότζεκτ
Me pareció que fue un descompás de criticismo,
Μου φάνηκε ότι ήταν μια υπερβολή κριτικής
descompasado, da 1. ε, για έξοδα, μέγεθος, υπερβολικός, -ή, -ó, ασύμμετρος, -η, -ο
se ha comprado un abrigo de un tamaño descompasado,
έχει αγοράσει ενα παλτό υπερβολικού μεγέθους
2. για κίνηση, ρυθμό, ακανόνιστος, -η, -o, δυσανάλογος, -η, -o, άρρυθμος, -η, -o
3. εκφ, ir descompasado, είμαι ξεκούρδιστος, ασυγχρόνιστος,
El concierto fue un desastre. El clarinete iba descompasado,
Η συναυλία ήταν μια καταστροφή. Το κλαρινέτο ήταν εκτός κουρδίσματος
descompasadamente 1. επρ, χωρίς ρυθμό
2. χωρίς μέτρο, υπερβολικά
desacompasado, da 1. ε, άρρυθμος, -η, -ο, άμετρος, -η, -ο
almádena 1. θ, πρχ σα-μυτην το σφυρί= σφύρα, βαριά λατομού για σπάσιμο πέτρας