PARTIR= ΠΡΧ ΠΑΡΤ-ΕΡΙ> ΚΟΜΜΑΤΙ ΧΩΡΟΥ, ΡΙΖΑ ΠΑΡΤ-> Μ-ΕΡΤ-ΙΚΟ> ΜΕΡΙΔΑ, ΚΟΜΜΑΤΙ,
ΠΡΧ ΠΑΡΤΙΡ> ΠΕΡΙ-ΤΗΡΩ Ή ΠΑΡΑ-ΤΑΙΡΙΖΩ > ΜΕΡΙΖΩ, ΚΟΒΩ, ΣΧΙΖΩ ΚΑΤΙ,
ΜΕΡΟΣ, ΚΟΜΜΑΤΙ ΑΠΟ ΚΑΤΙ, ΠΡΧ ΠΑΡΤΥ, ΠΑΡΤΗ ΜΟΥ, ΠΡΧ ΠΑΡΤΙΔΑ, ΠΡΧ ΠΑΡΕΑ,
ΠΡΧ ΠΑΡΤΙΡ> ΞΕ-ΠΟΡΤΙΖΩ> ΑΝΑΧΩΡΩ, ΞΕ-ΚΙΝΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
party 1. α θ, πάρτι
partyline 1. α, επίκοινη τηλεφωνική γραμμή
partida πρχ παρτίδα παιχνιδιού, εμπορεύματος, έγγραφο παρτίδας στοιχείων,
παρτιτούρα> έγγραφο, και οι έννοιες τους
μτφ, πρχ παρα-ταιρίζω ή παρα-τώ σημείο, φεύγω απο μέρος= αναχώρηση
1. θ, πράξη του partir
2. αναχώρηση ατόμου, μέσου απο μέρος, ya han fijado la fecha de partida,
ήδη έχουν φιξάρει την ημερομηνία αναχώρησης,
La partida del tren fue puntual a las ocho de la mañana,
Η αναχώρηση του τρένου ήταν ακριβής στις οκτώ το πρωί,
su partida nos dejó a todos tristes, η αναχώρηση του μας στενοχώρησε όλους,
ή μτφ, αναχώρηση απο ζωή, θάνατος, απώλεια, todos lloraron su trágica partida,
όλοι έκλαψαν τον τραγικό του θάνατο
3. παρτίδα επιτραπέζιου παιχνιδιού, una partida de ajedrez, μια παρτίδα σκάκι
ή παρτίδα, γύρος, παιγνίδι, quien pierda esta partida, paga,
όποιος χάσει αυτήν την παρτίδα, πληρώνει
ή ποσό συμμετοχής σε παρτίδα
4. εμπ, παρτίδα, la última partida de aceite estaba adulterada,
η τελευταία παρτίδα του λαδιού ήταν νοθευμένη,
ή σε ποσό προυπολογισμό, θέση, κονδύλι,
Se ha aprobado una partida presupuestaria para mejorar la infraestructura,
Έχει εγκριθεί ένα κονδύλι για τη βελτίωση της υποδομής
ή σε λογιστική, καταχώριση
ή σε απόδειξη, ποσά καταλογισμένα
5. μτφ, πιστοποιητικό, έγγραφο, la partida de nacimiento, το πιστοποιητικό γέννησης
6. μτφ, αντίγραφο, preciso una copia de la partida de nacimiento,
ζητάω ενα αντίγραφο του πιστοποιητικού γέννησης
7. παρτίδα ατόμων με κοινό σκοπό, αντικείμενο= ομάδα,
una partida de excursionistas, μια ομάδα εκδρομέων,
una partida de exploradores, μια ομάδα εξερευνητών
8. υτμ, συμμορία, παρέα, τσούρμο, una partida de ladrones, μια συμμορία ληστών
¡Son todos una partida de vagos! Είναι όλοι ένα τσούρμο αλήτες!
9. μτφ, συμπεριφορά, φέρσιμο ατόμου, απο δεν θέλω παρτίδες με αυτόν> πάρε δώσε,
es un hombre que tiene mala partida, είναι ενας άντρας που έχει άσχημο φέρσιμο, τρόπο
10. στρ, κλάση
ή ομάδα περιπόλου
11. ναυ, αναχώρηση, απόπλους
12. σνθ, partida arancelaria, εμπ, δασμολογική κλάση
partida presupuestaria, θέση προϋπολογισμού
partida de bautismo, de matrimonio, ληξιαρχική πράξη βάπτισης, γάμου
partida de defunción, ληξιαρχική πράξη θανάτου
partida de nacimiento, ληξιαρχική πράξη γέννησης
ή έγγραφο ληξιαρχικής πράξης γέννησης
ή αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης γέννησης
partida de campo, de caza, εκδρομή στην εξοχή, κυνηγετική εξόρμηση
partida serrana, οικ, βρώμικο κόλπο, άσχημο παιγνίδι
13. εκφ, dar la partida por ganada, δίνω= θεωρώ ως κερδισμένη την παρτίδα
ganarle la partida a alguien, αποδεικνύομαι εξυπνότερος κάποιου, ξεπερνώ σε πανουργία jugar, echar una partida, παίζω μια παρτίδα
jugarle una mala partida a alguien, οικ, παίζω ένα άσχημο παιγνίδι σε κάποιον
por partida doble, διπλο-εγγραφή, εις διπλούν
sentar una partida, κάνω μια καταχώριση σε λογιστική
partido πρχ παρτίδα σαν αγώνας, πρχ παρτέρι> χώρος, πρχ παρτυ ατόμων> ομάδα,
απαρτία, και οι έννοιες του
1. α, αθλ, πρχ παρτίδα= αγώνας, παιγνίδι, ματς, un partido de baloncesto, de fútbol,
ένας αγώνας μπάσκετ, ποδοσφαίρου
jugaron un partido amistoso, έπαιξαν ενα φιλικό παιχνίδι
2. μτφ, πρχ απαρτία= ομάδα ατόμων με κοινή ιδεολογία, στρατόπεδο, παράταξη,
el partido de los idealistas, το στρατόπεδο των ιδεαλιστών
3. πολ, πρχ απαρτία ατόμων= κόμμα,
El partido político propuso nuevas reformas económicas,
Το πολιτικό κόμμα πρότεινε νέες οικονομικές μεταρρυθμίσεις
4. μτφ, παρτίδα χρηματική ή όφελος υπερ μου= κέρδος, όφελος, πλεονέκτημα απο κάτι,
la operación le reportó un buen partido, η επιχείριση του απέφερε ενα καλό κέρδος,
siempre anda a la búsqueda del máximo partido,
πάντοτε αναζητεί το μεγαλύτερο δυνατό όφελος
5. μτφ, πρχ απαρτία απόψεων σε κάτι= συμφωνία,
no llegaron a ningún partido, a pesar de las negociaciones,
δεν έφτασαν σε καμία συμφωνία, παρά τις διαπραγματεύσεις
6. μτφ, πρχ παρτέρι= περιφέρεια, περιοχή
7. σνθ, partido judicial, δικαστική περιφέρεια, διαμέρισμα,
Este municipio pertenece al partido judicial de la región,
Αυτός ο δήμος ανήκει στο δικαστικό διαμέρισμα της περιοχής
partido liberal, κόμμα φιλελευθέρων
partido bisagra, πολ, μικρό κόμμα – ρυθμιστής της πολιτικής κατάστασης
partido de derecha(s), de izquierda(s), de la oposición,
κόμμα της δεξιάς, της αριστερός, της αντιπολίτευσης
partido de clasificación, de consolación, de desempate,
αγώνας κατάταξης, ματς της παρηγοριάς, ρεβάνς
partido de copa, de liga, αγώνας κυπέλλου, πρωταθλήματος
partido de dobles, de individuales, διπλό, μονό παιγνίδι σε τένις
partido de ida, de vuelta, ματς εκτός, εντός έδρας
partido de promoción, αγώνας μπαράζ
8. εκφ, sacar partido de, sacarle partido a, σακιάζω για πάρτη μου> επωφελούμαι από, εκμεταλλεύομαι, βγάζω όφελος απο, Logró sacar partido de su experiencia en el proyecto,
Κατάφερε να εκμεταλλευτεί την εμπειρία του στο έργο
no sacó partido de aquella operación comercial,
δεν έβγαλε όφελος απο εκείνη την εμπορική επιχείρηση
ser (un) buen, mal partido, οικ, καλός, κακός για γαμπρός, σα καλή παρτίδα
tomar partido por, παίρνω το μέρος, θέση υπερ κάποιου, υποστηρίζω,
tomó partido por la causa de su compañero,
πήρε θέση υπερ του κινήτρου του συναδέλφου του
ή αποφαίνομαι υπέρ κάποιου
partidillo 1. α, πρχ παρτιδούλα= ανεπίσημο ματς
partidismo 1. α, πρχ παρτυ-δισμός> πάω με την πάρτη κάποιου= μεροληψία, κομματισμός,
Los medios deberían evitar el partidismo y ofrecer noticias imparciales,
Τα ΜΜΕ θα έπρεπε να αποφύγουν τον κομματισμό και να παρέχουν αμερόληπτες ειδήσεις
2. πολ, κομματισμός, El partidismo extremo ha generado tensiones en la comunidad,
Ο έντονος κομματισμός έχει δημιουργήσει εντάσεις στην κοινότητα
partidista 1. ε, που κλίνει υπερ πάρτη κάποιου, είναι οπαδός σε κόμμα, παράταξη, ιδέα,
κομματικός, -ή, -ό, Su opinión es muy partidista y no considera otras perspectivas,
Η άποψή του είναι πολύ κομματική και δεν λαμβάνει υπόψη άλλες,
2. κομματικός, -ή, -ό, Las decisiones partidistas suelen generar conflictos en la comunidad,
Οι κομματικές αποφάσεις συχνά προκαλούν συγκρούσεις στην κοινότητα,
querellas partidistas, κομματικές αντιπαραθέσεις
3. α θ, οπαδός, Los partidistas se movilizaron para apoyar al candidato en las elecciones,
Οι κομματικοί οπαδοί κινητοποιήθηκαν για να υποστηρίξουν τον υποψήφιο στις εκλογές
monopartidismo 1. α, πολ, μονο-κομματισμός
monopartidista 1. ε, πολ, σχετικός, -ή, -ó με τον μονο-κομματισμό
bipartidismo 1. α, πολ, δι-κομματισμός
bipartidista 1. ε, πολ, δι-κομματικός, -ή, -ó, sistema bipartidista, δικομματικό σύστημα
bipartido, da, 1. ε, δι-κομματικός, -ή, -ó
tripartismo 1. α, τρικομματισμός
multipartidismo 1. α, πολυ-κομματισμός
multipartidario, ria 1. ε, πολυ-κομματικός, -ή, -ό
pluripartidismo 1. α, πολυ-κομματισμός
pluripartidista 1. ε, πολυ-κομματικός, -ή, -ó, δια-κομματικός, -ή, -ó,
acuerdo pluripartidista, διακομματική συμφωνία
unipartidista 1. ε, πολ, μονο-κομματικός, -ή, -ó
partidario, ria 1. ε, υπερ πάρτη κάποιου, ιδέας, ιδεολογίας, κινήματος, υπέρμαχος, -η, -ο,
Los partidarios del candidato se reunieron para mostrar su apoyo,
Οι υπέρμαχοι του υποψηφίου συγκεντρώθηκαν για να δείξουν την υποστήριξή τους,
2. υποστηρικτικός, -ή, -ό σε κάτι, κάποιον,
Mantiene una postura partidaria respecto a la reforma de la ley laboral,
Κρατάει μια υποστηρικτική στάση σχετικά με τη μεταρρύθμιση του εργατικού νόμου,
3. α θ, υπέρμαχος, -χη, υποστηρικτής, -ια, θιασώτης, -ια, υπέρ σε κάτι,
los partidarios de la paz, οι θιασώτες της ειρήνης,
Es partidario de implementar nuevas tecnologías en el aula,
Είναι υπέρ της εφαρμογής νέων τεχνολογιών στην τάξη
Es un ferviente partidario de la educación pública y gratuita,
Είναι ένθερμος υποστηρικτής της δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης
copartidario, ria 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ó με το ίδιο κόμμα, οπαδός, μέλος ιδίου κόμματος
parte πρχ παρτέρι ή παρτίδα> κομμάτι από κάτι, και οι έννοιες τους
1. θ, κομμάτι από κάτι υλικό, μέρος, μερίδιο, τμήμα, πλευρά,
Tomó solo una parte del pastel, Πήρε μόνο ένα κομμάτι από την τούρτα
2. κομμάτι, μέρος, μερίδιο, τμήμα, πλευρά απο σύνολο, parte de la casa, μέρος του σπιτιού
las partes del cuerpo, τα μέρη του σώματος
Ella fue parte del equipo que desarrolló el proyecto,
Ήταν μέρος της ομάδας που ανέπτυξε το έργο.
3. μέρος, τόπος, Vamos hacia la parte norte de la ciudad,
Πηγαίνουμε προς το βόρειο μέρος της πόλης,
están en aquella parte, βρίσκονται σε εκείνο το μέρος
por la parte de Madrid, προς τη μεριά της Μαδρίτης
¿de qué parte de Grecia eres? από ποιο μέρος της Ελλάδας είσαι;
4. μτφ, πλευρά ατόμου, Cada parte del conflicto presentó sus argumentos ante el juez,
Κάθε πλευρά της σύγκρουσης παρουσίασε τα επιχειρήματά της στον δικαστή
5. μερίδιο, μερίδα, μέρος, τμήμα, partes de una herencia, μερίδια μιας κληρονομιάς
ή εμπ, μερίδιο, Yo quisiera venderle mi parte del negocio a mi socio,
Εγώ θα ήθελα να του πουλήσω το μερίδιο μου στην επιχείρηση στον συνεργάτη μου
6. νομ, μέρος διαμάχης σε δίκη= διάδικος, no hubo acuerdo entre las partes,
δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων
7. μαθ, μέρος, la tercera parte de, το ένα τρίτο του
8. θτρ, ρόλος ή ηθοποιός
9. μσκ, μέρος
10. πλευρά αντικειμένου, cógelo por la parte derecha, πιάσε το απο την δεξιά πλευρά
11. λγτ, μέρος βιβλίου, la primera parte de la obra es introductoria,
το πρώτο μέρος του βιβλίου είναι εισαγωγική
12. τωρινή εποχή, σε αυτό το μέρος του χρόνου σε σχέση με παρελθόν, a esta parte,
ha habido muchos cambios de un tiempo a esta parte,
έχουν υπάρξει πολλές αλλαγές απο τότε μέχρι τώρα
ή για χώρο, de… a esta parte, απο εκεί… εως εδώ,
del peaje a esta parte, απο τα διόδια μέχρι εδώ
13. μέρος, πλευρά σε διαπραγμάτευση, negociamos con la otra parte el precio de la venta,
διαπραγματευόμαστε με την άλλη πλευρά την τιμή της πώλησης
ή μέρος, συμμετοχή σε, no quiero tomar parte en esto, δεν θέλω να πάρω μέρος σε αυτό
14. σνθ, (la) parte esencial (η) ουσία
parte del mundo, γεω, μέρος του κόσμου= ήπειρος
parte integral, integrante, συστατικό στοιχείο
parte de la oración, γρμ, μέρος του λόγου
parte alicuanta, μαθ, ασύμμετρος αριθμός
parte alícuota, ακριβής διαιρέτης
parte acusadora, νομ, κατήγορος
partes interesadas, ενδιαφερόμενο μέρη
parte civil, πολιτικός ενάγων
parte contraria, αντίδικος
parte compradora, εμπ, αγοραστής
partes contratantes, συμβαλλόμενα μέρη
parte vendedora, πωλητής
parte sensible, ευαίσθητο σημείο ή ευαίσθητα σημεία του σώματος (γεννητικά όργανα)
segunda parte, δεύτερο μέρος βιβλίου, ιστορίας
ή αθλ, δεύτερο ημίχρονο
15. εκφ, a, en otra parte, σε άλλο μέρος, αλλού
a partes iguales, σε ίσα μέρη
a todas partes, σε όλα τα μέρη, παντού
a una y otra parte, από δω κι από κει
de mi, tu, su parte, εκ μέρους μου, σου, του, της κ.λπ. le dices de mi parte que venga,
του λές εκ μέρους μου να έρθει,
dale recuerdos de mi parte, δώσε χαιρετίσματα εκ μέρους μου
de parte de, εκ μέρους του
de parte a parte, από τη μια πλευρά στην άλλη, απ’ άκρη εις άκρη,
recorrió la ciudad de parte a parte buscándolo,
διέτρεξε την πόλη απ’ άκρη εις άκρη ψάχνωντας το
ή μτφ, πέρα για πέρα, εντελώς, ολωσδιόλου
ή απο κάποιον ή κάποιους προς άλλον, άλλους, De parte a parte se enviaron regalos,
έστειλαν δώρα ο ένας στον άλλο
de todas partes, παντόθεν, από παντού
de una y otra parte, από τη μια κι από την άλλη ή από τις δύο πλευρές
echar a, tomar en mala parte, μτφ, ερμηνεύω λάθος, παρεξηγώ, παίρνω στραβά λόγια
en cualquier otra parte, οπουδήποτε αλλού
en cualquier parte donde, σε οποιοδήποτε μέρος όπου
en gran parte, σε μεγάλο βαθμό ή κυρίως
gran parte (de), μεγάλο μέρος (του)
en ninguna parte, σε κανένα μέρος, πουθενά
en, por cualquier parte, οπουδήποτε
en, por esta parte, από εδώ
en, por todas partes, σε όλα τα μέρη, παντού
en otra parte, σε άλλο μέρος, αλλού
en parte, εν μέρει, tiene razón solo en parte, έχει δίκιο μόνο εν μέρει
en salva sea la parte, μτφ, εν σώα να είναι τα μέρη= στα αχαμνά,
le dio un puntapié, en salva sea la parte, του έδωσε μια κλωτσιά στα αχαμνά
en todas partes cuecen habas, παντού ψήνουν φάβες= παντού είναι τα ίδια
entrar, ir a la parte en, παίρνω μέρος σε, συμμετέχω σε
estar, ponerse de parte de alguien, είμαι με, παίρνω το μέρος κάποιου
formar parte de algo, αποτελώ μέρος κάποιου πράγματος
hacer su parte, παίζω το ρόλο μου
la mayor parte, το μεγαλύτερο μέρος, η πλειοψηφία
la parte de abajo, το κάτω μέρος
la parte de arriba, το επάνω μέρος
la parte delantera, de delante, το μπροστινό μέρος
la parte trasera, de atrás, το πίσω μέρος
llevar la mejor, la peor parte, έχω το πάνω, το κάτω χέρι
(llevarse) la parte del león, (παίρνω) τη μερίδα του λέοντος
no llevar, o ir, o conducir algo a ninguna parte, μτφ, δεν πάει, βγάζει, οδηγεί πουθενά κάτι,
esta absurda discusión no nos lleva a ninguna parte,
αυτή η παράλογη αντίθεση δεν μας βγάζει πουθενά
ή δεν είναι αρκετό, δεν φτάνει κάτι
no ser, no tener parte en, δεν έχω καμία σχέση με, δεν έχω καμία ανάμειξη με
poner a alguien de su parte, παίρνω κάποιον με το μέρος μου
poner de su parte, να βάλω, κάνω κάτι απο μέρους μου, συμπράττω, συμβάλλω, συνεργάζομαι, no puedo ayudarte si no pones algo de tu parte,
δεν μπορώ να σε βοηθήσω αν δεν βάλεις κάτι απο μέρους σου
por, de todas partes, παντού, απ’ όλες τις μεριές
por, en ninguna parte, en parte alguna, σε κανένα μέρος, πουθενά
por otra parte, από την άλλη, επιπλέον
por parte de, για συγγενή, από την πλευρά του, es pariente mío por parte de padre,
είναι συγγενής μου από την πλευρά του πατέρα μου
por partes, σιγά-σιγά, βήμα προς βήμα
por una parte…, por otra parte, από τη μία…, από την άλλη
por una y otra parte, por ambas partes, από τη μία κι από την άλλη πλευρά,
κι από τις δύο πλευρές
tener a alguien de su parte, έχω κάποιον με το μέρος μου
tener, tomar parte en algo, λαμβάνω μέρος σε κάτι, συμμετέχω, έχω συμμετοχή σε,
tiene tanta parte en este asunto como yo,
έχει τόση συμμετοχή σε αυτή την υπόθεση όσο κι εγώ
constituirse parte, νομ, καθίσταμαι διάδικος
llamarse a la parte, νομ, αιτούμαι συμμετοχή ή παρέμβαση σε διαδικασία
ser parte en, νομ, μετέχω σε, είμαι διάδικος ή αποτελώ μέρος, συμμετέχω
partes 1. θ πλ, μτφ, μέρη, αχαμνά, γεννητικά όργανα,
Le dio una patada en sus partes y salió corriendo,
Του έριξε μια κλωτσιά στα γεννητικά όργανα και έφυγε τρέχοντας
2. σνθ, partes pudendas, vergonzosas, μέρη αιδούς, ντροπής= αχαμνά, απόκρυφα
parte 1. α, μτφ παρτίδα σαν έγγραφο με στοιχεία= αναφορά, έκθεση,
El médico le entregó un parte detallado de su estado de salud,
Ο γιατρός του έδωσε μια λεπτομερή αναφορά για την υγεία του,
el secretario dejó el parte sobre la mesa del director,
ο γραμματέας άφησε την αναφορά στο τραπέζι του διευθυντή
2. ανακοινωθέν, han interrumpido la programación para dar un parte de última hora,
έχουν διακόψει το πρόγραμμα για να δώσουν ένα ανακοινωθέν τελευταίας στιγμής
3. δελτίο ειδήσεων σε ράδιο, τηλεόραση, escuchamos el parte mientras cenamos,
ακούσαμε το δελτίο ενώ δειπνήσαμε
4. σνθ, parte de accidente, δήλωση ατυχήματος ασφαλιστικής
parte de guerra, πολεμικό ανακοινωθέν
parte facultativo, médico, ιατρικό ανακοινωθέν, δελτίο
parte meteorológico, (μετεωρολογικό) δελτίο καιρού
parte resolutiva, νομ, διατακτικό
5. εκφ, dar parte (a alguien de algo), δίνω αναφορά (σε κάποιον για κάτι)
partitura 1. θ, μσκ, παρτιτούρα
partenaire 1. α θ, κνμ, θτρ, παρτενέρ
part-time 1. ε, παρτ-τάιμ
partir πρχ παρτέρι> μερίζω, κόβω κάτι, πρχ περι-τηρώ> κόβω, σπάω σε κομμάτια,
πρχ παρτιρ> ξε-πορτίζω από μέρος> αναχωρώ, ξεκινώ, φεύγω, και οι έννοιες τους
1. ρμ, κόβω κάτι σε μέρη, partió el melón en dos, έκοψε το πεπόνι στα 2
2. διαχωρίζω χώρο, χωρίζω, partió la habitación poniendo un tabique,
διαχώρισε το δωμάτιο βάζοντας ενα χώρισμα
El río parte la ciudad en dos, Το ποτάμι χωρίζει την πόλη στα δύο
3. κάνω ρωγμή, ραγίζω κάτι, la pelota golpeó el cristal y lo partió,
η μπάλα χτύπησε το τζάμι και το ράγισε
4. κόβω ενα μέρος απο κάτι, párteme una rebanada de pan, κόψε μου μια φέτα ψωμί
fue a partir leña, πήγε να κόψει ξύλα
5. κόβω, σχίζω επιφάνεια, por poco me parte el labio, παρά λίγο να κόψω τα χείλη μου
le partieron la ceja, του έσχισαν το φρύδι
6. μοιράζω κάτι, vamos a partirnos la tarea para acabar antes,
πάμε να μοιράσουμε την δουλειά για να τελειώσουμε νωρίς
los ladrones partieron el botín, οι ληστές μοίρασαν τα λάφυρα
7. σπάζω κάτι, le partieron el brazo, του έσπασαν το χέρι
A los niños les gusta usar el cascanueces para partir las nueces,
Στα παιδιά τους αρέσει να χρησιμοποιούν τον καρυοθραύστη για να σπάνε τα καρύδια
8. οικ, μτφ, τη σπάω σε κάποιον, ενοχλώ, πρήζω ή κάτι μου χαλάει τα σχέδια,
tener que trabajar el domingo me parte por completo,
να πρέπει να δουλέψω Κυριακή μου τη σπάει εντελώς
el mal tiempo nos partió el viaje, ο κακός καιρός μας χάλασε το ταξίδι
9. μτφ, ραγίζω ψυχικά, συγκινώ, un hombre como él me partió al verle,
ενας άνθρωπος σαν αυτόν με συγκίνησε όταν τον είδα
me partió el corazón, μου ράγισε την καρδιά
10. μαθ, διαιρώ, 10 partido por 2 es igual a 5, 10 δια του 2 ίσον 5
11. κόβω τράπουλα
12. ρα, πρχ ξε-πορτίζω= φεύγω, αναχωρώ, es hora de partir, είναι ώρα να φύγουμε
Mañana temprano parto hacia California por coche,
Αύριο νωρίς το πρωί φεύγω για την Καλιφόρνια με το αυτοκίνητο
13. partir de, φεύγω, αναχωρώ, ξεκινώ απο, el barco partió de las costas griegas,
το πλοίο ξεκίνησε απο τις Ελληνικές ακτές
14. μτφ, ξεκινώ απο κάτι, βασίζομαι σε, θέτω ως αρχή,
Partiremos de la teoría más básica, Θα ξεκινήσουμε από την πιο βασική θεωρία
si partimos de esta base el problema no tiene solución,
αν ξεκινήσουμε απο αυτή την βάση το πρόβλημα δεν έχει λύση
15. μτφ, ξεκινάει, προέρχεται απο κάτι άλλο, el proyecto parte de una vieja idea suya,
το πρότζεκτ ξεκινά απο μια παλιά ιδέα δικιά του
todo partió de un malentendido, όλα ξεκίνησαν από μια παρεξήγηση
16. partir hacia, para, ξεκινώ, αναχωρώ για, partirán hacia Grecia,
θα αναχωρήσουν για Ελλάδα
17. ραντ, σχίζω, κόβω σε εμένα, Me resbalé en la regadera y me partí el labio,
Γλίστρησα στο ντους και έσχισα το χείλος μου
18. σπάει σε εμένα κάτι ή σπάει αντικείμενο,
Se partió el brazo en el choque, Έσπασε το χέρι του στο ατύχημα,
se me ha partido una uña, μου έσπασε ένα νύχι
el jarrón se partió al caer al suelo, το βάζο έσπασε όταν έπεσε στο πάτωμα
19. μοιράζομαι, el premio se partirá, το βραβείο θα μοιραστεί
20. οικ, μτφ, κόβομαι στα γέλια, ξεκαρδίζομαι, πεθαίνω από τα γέλια,
me partía de risa con sus comentarios, πέθαινα στα γέλια με τα σχόλια του
¡para, para, que me parto! σταμάτα, θα πεθάνω από τα γέλια!
21. μτφ, χωρίζομαι σε γνώμες, τάξεις, el mundo no se parte en buenos y malos,
o κόσμος δε χωρίζεται σε καλούς και κακούς
22. partirse en, σπάζω, la roca se partió en varios trozos,
o βράχος έσπασε σε πολλά κομμάτια
23. εκφ, a partir de, πρχ α παρτιρ ντε> ξε-πορταρω από> ξεκινώντας= από,
A partir de mañana iré al gimnasio, Απο αύριο θα πάω στο γυμνάσιο
a partir de aquí, από εδώ
a partir de entonces, από τότε, έκτοτε
ή απο μια βάση ξεκινώ κάτι, empezaremos a calcular a partir de los datos,
θα ξεκινήσουμε να υπολογίσουμε απο ή με βάση τα στοιχεία
partición πρχ παρτερι-σμα σε κάτι> μερισμός
1. θ, κατανομή, διανομή, μοιρασιά σε κάτι, la partición de la herencia,
η διανομή της κληρονομιάς
2. διαχωρισμός, διχοτόμηση εδάφους, La partición del terreno permitió crear varias parcelas
Ο διαχωρισμός της γης επέτρεψε τη δημιουργία πολλών αγροτεμαχίων
ή διαίρεση, La partición del reino trajo más problemas que soluciones,
Η διαίρεση του βασιλείου έφερε περισσότερα προβλήματα παρά λύσεις
3. μέρος, μερίδιο, μερίδα απο κάτι
4. συλλαβισμός λέξης, partición silábica
5. πλφ, διαμερισμός δίσκου
6. νομ, διαμερισμός, διανομή, κατανομή
7. μαθ, διαίρεση
8. ερλ, γραμμή κατάτμησης
partido, da 1. ε, σπασμένος, -η, -o, florero partido, σπασμένο ανθοδοχείο
la raqueta está partida, η ρακέτα είναι σπασμένη
2. ραγισμένος, -η, -o, espejo partido, ραγισμένος καθρέφτης
3. σχισμένος, -η, -ο, Tenía el labio partido porque se peleó con su hermano,
Είχε το χείλος σκισμένο επειδή μάλωσε με τον αδερφό του
4. ερλ, κατατετμημένος, -η, -o
partidor, ra 1. α θ, που μοιράζει κάτι, μοιραστής, -ια, διανεμητής, -ια, κατανεμητής, -ια,
διανομέας, un partidor de carga, κατανομέας φορτίου,
un partidor de bienes, διανομέας αγαθών
2. άτομο, μηχανή που σπάει σε κομμάτια, κομματιαστής, -ια, διαχωριστής, -ια, σπάστης, -ια
Usó un partidor de leña para cortar los troncos en pedazos más pequeños,
Χρησιμοποίησε έναν διαχωριστή ξύλου για να κόψει τους κορμούς σε μικρότερα κομμάτια, una máquina partidor de almendras, μια μηχανή σπάστης αμυγδάλων,
un molino partidor de granos, ενας μύλος αλεστής, για το άλεσμα δημητριακών
3. νομ, un Juez partidor, διαιτητής που διορίζεται για να διανέμει την περιουσία μεταξύ των εξ αδιαιρέτου ιδιοκτητών
4. α, έργο διανομής νερού μέσω φραγμάτων
5. μέρος διανομής νερού
6. μαθ, διαιρέτης
partitivo, va 1. ε, γρμ, επιμεριστικός, -ή, -ό
partitivo 1. α, γρμ, επιμεριστικό
partisano, na 1. α θ, παρτιζάνος, παρτιζάνα
partesana 1. θ, είδος μεσαιωνικής λόγχης
parteluz 1. α, ατκ, πρχ μεριστής-φωτός= παράθυρο με καμάρα με κολώνα στην μέση
bipartición 1. θ, δι-μερισμός, δι-χοτόμηση, δι-χοτομία, χωρισμός σε 2 μέρη
bipartito, ta 1. ε, διμερής, -ής, -ές
tripartir 1. ρμ, τρι-χοτομώ, τρι-μερίζω κάτι
tripartición 1. θ, τρι-χοτόμηση
tripartito, ta 1. ε, τρι-μερής, -ής, -ές, acuerdo tripartito, τριμερής συμφωνία
cuatripartito, ta, cuadripartito, ta 1. ε, τετρα-μερής, -ής, -ές
bonapartismo 1. α, βοναπαρτισμός
bonapartista 1. ε, α θ, που είναι οπαδός του Βοναπάρτη, βοναπαρτιστής, -ια
compartir πρχ συμ-μερίζομαι κάτι με άλλους, σαν συμ-παρτιδα που έχω
1. ρμ, μοιράζομαι, Me gusta compartir mi comida con mis amigos,
Μου αρέσει να μοιράζομαι το φαγητό μου με τους φίλους μου,
compartimos el mismo piso, μοιραζόμαστε το ίδιο διαμέρισμα,
Tenemos que compartir el escritorio porque no hay suficientes espacios en la oficina,
Πρέπει να μοιραστούμε το γραφείο γιατί δεν υπάρχουν αρκετοί χώροι στο γραφείο
2. συμμερίζομαι γνώμη, no comparto tu opinión, δε συμμερίζομαι τη γνώμη σου
Mi amigo y yo compartimos el amor por la música,
Εγώ και ο φίλος μου μοιραζόμαστε την αγάπη μας για τη μουσική
3. μοιράζομαι εμπειρία, Fue un placer compartir esos momentos felices con todos ustedes,
Ήταν χαρά να μοιραστώ αυτές τις χαρούμενες στιγμές με όλους σας
compartido, da 1. ε, κάτι με χρήση συ-μοιραζόμενη, μοιραζόμενος, -η, -ο,
μοιρασμένος, -η, -ο, Vivimos en un apartamento compartido con otros estudiantes,
Ζούμε σε ένα διαμέρισμα μοιραζόμενο με άλλους φοιτητές
2. για εμπειρία, γνώση, μοιραζόμενος, -η, -ο, κοινός, -ή, -ό,
Los recuerdos compartidos entre amigos son los más valiosos,
Οι κοινές αναμνήσεις μεταξύ φίλων είναι οι πιο πολύτιμες
El conocimiento compartido beneficia a toda la comunidad,
Η μοιραζόμενη γνώση ωφελεί ολόκληρη την κοινότητα
3. πλφ, κοινής χρήσεως, κοινόχρηστος, -η, -ο, καταμερισμένος, -η, -ο,
Hemos creado una carpeta compartida para trabajar en el proyecto,
Δημιουργήσαμε έναν κοινόχρηστο φάκελο για να δουλέψουμε στο έργο
compartible 1. ε, μοιράσιμος, -η, -ο, μοιραζόμενος, -η, -ο, κοινόχρηστος, -η, -ο,
esa página tiene contenidos compartibles para los usuarios suscritos,
αυτή η σελίδα έχει περιεχόμενα κοινόχρηστα για τους εγγραφόμενους χρήστες
incompartible 1. ε, μη μοιράσιμος, -η, -ο, μη δυνάμενος, -η, -ο να μοιραστεί
compartimento, compartimiento πρχ δια-μερισμός, επι-μερισμός,
ή συμ-μέρισμα σε χώρο, δια-μέρισμα, χώρος
1. α, διαμέρισμα, ιδιαίτερος χώρος, χώρισμα,
El armario tiene varios compartimentos para organizar la ropa,
Η ντουλάπα έχει διάφορα διαμερίσματα, χώρους για να οργανώσετε τα ρούχα
El compartimento de equipaje en el avión está lleno,
Ο χώρος αποσκευών στο αεροπλάνο είναι γεμάτος,
La mochila tiene un compartimento especial para el ordenador portátil,
Το σακίδιο έχει έναν ειδικό χώρο για τον φορητό υπολογιστή
2. κουπέ, un compartimento de segunda clase, ένα κουπέ δεύτερης θέσης
3. πράξη και αποτέλεσμα του compartimentar, διαμερισμός, επιμερισμός,
el compartimiento de responsabilidades, ο επιμερισμός των ευθυνών
4. σνθ, compartimento estanco, στεγανά, υδατο-στεγές, υδατο-στεγανό διαμέρισμα
los compartimentos estancos de la bodega de un buque,
τα στεγανά διαμερίσματα της αποθήκης ενός πλοίου
compartimentar 1. ρμ, συμ-μερίζω κάτι= χωρίζω σε τμήματα, χώρους, δια-μερίζω,
Decidieron compartimentar el almacén para organizar mejor los productos,
Αποφάσισαν να χωρίσουν σε διαμερίσματα την αποθήκη για να οργανώσουν καλύτερα τα προϊόντα
2. υποδιαιρώ το αμπάρι του πλοίου σε τμήματα
compartimentación 1. θ, διαμερισμός, υποδιαίρεση, κατανομή χώρου
compartimentado, da 1. ε, δια-μερισμένος, -η, -ο, χωρισμένος, -η, -ο σε τμήματα,
υποδιαιρεμένος, -η, -ο
departir 1. ρα, πρχ δια-παρτάρω> μιλάω σαν σε πάρτυ= συζητάω, κουβεντιάζω χαλαρά, Después de la cena, nos quedamos a departir en el salón durante horas,
Μετά το δείπνο, μείναμε να κουβεντιάσουμε στο σαλόνι για ώρες
impartir πρχ επι-μερίζω κάτι κυρίως άυλο
1. ρμ, εκπ, δίνω, παραδίδω, La profesora va a impartir un curso de matemáticas avanzado,
Η καθηγήτρια θα παραδώσει ένα προχωρημένο μάθημα μαθηματικών
2. θρη, δίνω, impartió su bendición, έδωσε την ευλογία του
3. νομ, αποδίδω, απονέμω, El juez debe impartir justicia de manera imparcial,
Ο δικαστής πρέπει να απονέμει δικαιοσύνη με αμεροληψία
4. δίνω οδηγίες, πληροφορίες, impartió claras órdenes, έδωσε ξεκάθαρες εντολές
El entrenador impartió instrucciones claras antes del juego,
Ο προπονητής έδωσε σαφείς οδηγίες πριν από το παιχνίδι
5. μτφ, μεταδίδω, Los líderes deben impartir confianza a su equipo para lograr el éxito,
Οι ηγέτες πρέπει να μεταδίδουν εμπιστοσύνη στην ομάδα τους για φέρουν την επιτυχία
repartir πρχ ρε-παρτιρ> περι-παρτιδα δίνω> περι-μερίζω κάτι= περι-μοιράζω
1. ρμ, διαμοιράζω, κατανέμω υλικό, πράγματα, διανέμω,
El cartero vino a repartir las cartas por todo el vecindario,
Ο ταχυδρόμος ήρθε να μοιράσει τα γράμματα σε όλη τη γειτονιά
Es tu turno de repartir las cartas en la próxima ronda,
Είναι η σειρά σου να μοιράσεις τα χαρτιά στον επόμενο γύρο
2. μτφ, διανέμω, μοιράζω καθήκοντα, ευθύνες,
Debemos repartir las responsabilidades del proyecto entre todos los miembros del equipo,
Πρέπει να μοιράσουμε τις ευθύνες του έργου σε όλα τα μέλη της ομάδας
3. επιμερίζω με τάξη, ταξινομώ, repartió los libros en las estanterías de la biblioteca,
επιμέρισε τα βιβλία στα ράφια της βιβλιοθήκης
4. απλώνω υλικό, reparte el paté sobre las tostadas, άπλωσε το πατέ στις φρυγανιές
reparte bien la pintura con un rodillo, άπλωσε καλά τη μπογιά με ένα ρολό
5. νομ, απονέμω, El juez debe repartir justicia de manera equitativa,
Ο δικαστής πρέπει να απονέμει δικαιοσύνη με δίκαιο, ισότιμο τρόπο
6. ραντ, μοιράζομαι, los ladrones se repartieron el botín,
οι κλέφτες μοιράστηκαν τα λάφυρα
7. διασκορπίζομαι, las tropas se repartieron por el bosque,
τα στρατεύματα διασκορπίστηκαν στο δάσος
8. εκφ, quien parte y reparte, se lleva la mejor parte, πρμ, όποιος κόβει και μοιράζει, παίρνει το καλύτερο κομμάτι= όποιος έχει μαχαίρι, τρώει πεπόνι
repartió puñetazos a diestro y siniestro, οικ, μοίραζε μπουνιές δεξιά και αριστερά
repartición 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του repartir
2. μοίρασμα, μοιρασιά, διανομή, κατανομή, La repartición de los víveres,
Η μοιρασιά των προμηθειών
La repartición de la herencia fue motivo de desacuerdo entre los hermanos.,
Η κατανομή της κληρονομιάς ήταν αιτία διαφωνίας μεταξύ των αδελφών
3. παράδοση υλικού
4. επιμέριση, ταξινόμιση
repartimiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του repartir
2. διανομή
3. οκν, ανακατανομή φόρων
4. νομ, κατανομή υποθέσεων
reparto 1. α, α, πράξη και αποτέλεσμα του repartir
2. μερίδιο
3. θτρ, κνμ, διανομή ρόλων
4. σνθ, reparto a domicilio, διανομή κατ’ οίκον
reparto de beneficios España, οκν, κατανομή των κερδών
reparto de dividendos, διανομή μερισμάτων
reparto de mercado, καταμερισμός των αγορών
reparto del trabajo, κατανομή εργασίας
5. εκφ, hacer el reparto de algo, κάνω διανομή κάποιου πράγματος
tocarle, caerle a alguien (en suerte) en un reparto, οκν, του λαχαίνει, πέφτει στον κλήρο,
le ha tocado esta finca en el reparto, του έλαχε αυτή η ιδιοκτησία, του έπεσε στον κλήρο
repartidor 1. α θ, διανομέας υλικού, παραγγελίας, ντελίβερι,
El repartidor llamó al timbre y me entregó el paquete que esperaba,
Ο διανομέας χτύπησε το κουδούνι και μου έδωσε το δέμα που περίμενα
2. νομ, δικαστικός επιμελητής
repartidor, ra 1. ε, τχν, διανομέας, ντιστριμπιτέρ, κατανεμητής
2. διανομέας προιόντων
apartheid 1. α, απαρτ-χάιντ, πολιτική φυλετικών διακρίσεων
aparthotel, apartotel 1. α, ενοικιαζόμενο διαμέρισμα με υπηρεσίες ξενοδοχείου
apartar πρχ απαρτ> πάρτο> να πάρω κάτι, κάποιον απο χώρο, θέση, απο-μακρύνω,
πρχ ξε-παρτερι-άζω, ξε-παρτίζω= βγάζω, κόβω απο κάπου, πρχ παρα-ταιρίζω κάτι, κάποιον
πρχ ξε-πορτάρω> απομακρύνω από, μτθ απαρταρ> απο-τρέπω, απομακρύνω
1. ρμ, να πάρω, απομακρύνω, κινώ κάτι, κάποιον από κάπου, θέση, χώρο, χωρίζω,
aparta un poco los libros para poder poner el regalo,
πάρε, κίνησε λιγάκι τα βιβλία για να μπορέσω να βάλω το δώρο
aparta a los niños de la ventana, απομάκρυνε τα παιδιά από το παράθυρο
Los maestros apartaron a los alumnos que estaban peleando,
Οι δάσκαλοι χώρισαν τους μαθητές που μάλωναν
2. να πάρω, να βάλω στην άκρη, aparta el coche, que no puedo pasar,
βάλε στην άκρη το αυτοκίνητο γιατί δεν μπορώ να περάσω
3. δια-χωρίζω, ξε-διαλέγω πράγματα μεταξύ τους, he apartado mis cosas,
έχω ξεχωρίσει τα πράγματα μου
4. να πάρω, απομακρύνω από κάποιον ή κατάσταση, apartó a su hermana de las drogas,
απομάκρυνε την αδελφή του από τα ναρκωτικά
5. να πάρω απο γνώμη, ξε-πείθω, πρχ απα-ρταρ> απο-τρέπω,
lo apartó de su intención de ser bombero,
τον απέτρεψε απο την πρόθεση του να γίνει πυροσβέστης
6. βάζω στην άκρη, φυλάσσω, aparta un poco de pastel, φύλαξε λίγο τούρτα
7. μτφ, απομακρύνω, No dejes que los problemas te aparten de tus metas,
Μην αφήσεις τα προβλήματα να σε απομακρύνουν από τους στόχους σου
aparta los malos pensamientos de tu mente,
απομάκρυνε τις κακές σκέψεις απο το μυαλό σου
El juez decidió apartarlo del caso por conflicto de intereses,
Ο δικαστής αποφάσισε να τον απομακρύνει από την υπόθεση λόγω σύγκρουσης συμφερόντων
Apartaron al gerente de su cargo por desfalcar fondos,
Απομάκρυναν τον διευθυντή από τη θέση του επειδή υπεξαίρεσε χρημάτα
8. να πάρω τα μάτια μου, την προσοχή μου απο κάπου,
apartó la vista de aquel espectáculo, πήρε το βλέμμα του απο εκείνο το θέαμα
9. ρα, προστακτική, κάνε στην άκρη, ¡aparta, que no dejas espacio!
κάνε στην άκρη, δεν αφήνεις χώρο, πιάνεις όλο το χώρο!
10. ραντ, κάνω στην άκρη, se apartó para dejarme pasar,
έκανε στην άκρη για να με αφήσει να περάσω
11. μτφ, πρχ απαρταρ> παρα-ταιρίζονται 2 άτομα μεταξύ τους, χαλάνε φιλία,
se han apartado por una mujer, έχουν χαλαστεί για μια γυναίκα
12. ανοίγω δρόμο, ¡apártense, es una emergencia! ανοίξτε δρόμο, είναι επείγον!
apártate de mi camino, βγες από το δρόμο μου
13. νομ, αποσύρω την αγωγή
14. apartarse de, απομακρύνομαι από κάποιον, κάτι, φεύγω,
el barco se apartaba del puerto, το πλοίο απομακρυνόταν από το λιμάνι
No debes apartarte de tus amigos cuando más te necesitan,
Δεν πρέπει να απομακρύνεσαι από τους φίλους σου όταν περισσότερο σε χρειάζονται
¡Apártate de mí! No quiero verte nunca más,
Φύγε μακριά μου! Δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ
15. απομονώνομαι, απομακρύνομαι από σύνολο, se apartó del mundo del teatro,
απομονώθηκε από τον κόσμο του θεάτρου
η απομονώνομαι από κόσμο, ζω μοναχικά
16. παρεκκλίνω από, φεύγω από το θέμα, este asunto se aparta del tema de la reunión,
η υπόθεση αυτή παρεκκλίνει από το θέμα της συνάντησης
apartamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του apartar o apartarse
2. απομάκρυνση, El apartamiento de los muebles permitió hacer más espacio,
Η απομάκρυνση των επίπλων επέτρεψε να δημιουργηθεί περισσότερος χώρος
3. διαχωρισμός, επιλογή
4. μέρος απομονωμένο, απομόνωση
5. νομ, παραίτηση από κάποιο δικαίωμα
apartamento 1. α, διαμέρισμα Mi tía vive en un apartamento de 20 metros cuadrados,
Η θεία μου μένει σε ένα διαμέρισμα 20 τετραγωνικών μέτρων
apartado πρχ σαν παρτέρι
1. α, παράγραφος, Lee el apartado tres del contrato para entender mejor los términos,
Διάβασε την ενότητα τρία του συμβολαίου για να κατανοήσεις καλύτερα τους όρους
2. απόμερο δωμάτιο οικίας
3. απομόνωση του ταύρου πριν από την ταυρομαχία
4. απομόνωση του ταύρου από το κοπάδι
5. ορυ, εξευγενισμός μεταλλεύματος
6. σνθ, apartado de correos, ταχυδρομική θυρίδα ή αριθμός ταχ. θυρίδας
apartado, da 1. ε, απομακρυσμένος, -η, -ο, απόμερος, -η, -o,
Vive en un lugar muy apartado de la ciudad,
Ζει σε ένα πολύ απομακρυσμένο μέρος από την πόλη
2. χωρίς να έχει παρτίδες με κάποιον, απομονωμένος, -η, -ο, απόμακρος, -η, -ο,
Se siente apartado de sus amigos desde que cambió de trabajo,
Αισθάνεται απομακρυσμένος από τους φίλους του από τότε που άλλαξε δουλειά
3. εκφ, mantenerse apartado de algo, κρατιέμαι, μένω μακριά, έξω απο κάτι,
una grave lesión lo mantuvo apartado del terreno de juego,
ένας σοβαρός τραυματισμός τον κράτησε μακριά από τα γήπεδα
ante discusiones de pareja mejor mantenerse apartado,
όταν τσακώνεται ένα ζευγάρι καλύτερα να μένεις απ’ έξω
apartador, ra 1. ε, α θ, διαχωριστικός, -ή, -ó
2. ταξινομητικός, -ή, -ό
3. α, χημ, δοχείο για διαχώριση οξέων απο άργυρο
4. ορυ, δοχείο χάλκινο για εξευγενισμό χρυσού
apartijo 1. α, βοηθητικός χώρος
2. μικρή ποσότητα, μερίδα
3. εκφ, hacer apartijos, χωρίζω σε μικρότερες ποσότητες, μερίδες
apartadero πρχ παρα-ταιρο-μέρος για κάτι
1. α, λωρίδα στάθμευσης
2. σδρ, παρακαμπτήριος
3. τμήμα καναλιού
4. μέρος όπου φυλάσσονται οι ταύροι πριν την ταυρομαχία
5. αγρ, λωρίδα για να βοσκούν τα ζώα
aparte πρχ σαν παρτέρι
1. α, νέα παράγραφος, Como esta información es adicional, debes ponerla en un aparte,
Καθώς αυτή η πληροφορία είναι πρόσθετη, πρέπει να την βάλεις σε νέα παράγραφο
2. θτρ, σύντομος μονόλογος, el protagonista hizo un aparte,
ο ηθοποιός έκανε ενα σύντομο μονόλογο
aparte πρχ παρά-ταιρα απο κάτι, ξέχωρα, σα παρτέρι
1. επρ, σε άλλο μέρος, σημείο, ξεχωριστά, κατά μέρος,
ponlo aparte, no vayas a confundirte, βάλτο ξεχωριστά, μην μπερδευτείς
tu pedido lo tengo aparte, την παραγγελία σου την έχω βάλει ξεχωριστά, χώρια
2. μτφ, στην άκρη, κατα μέρος αφήνω κάτι,
Dejó sus problemas personales aparte para concentrarse en el trabajo,
Άφησε τα προσωπικά του προβλήματα στην άκρη για να συγκεντρωθεί στη δουλειά
bromas aparte, χωρίς πλάκα, πέρα από την πλάκα
3. μτφ, πρχ απαρτε> πέρα απο αυτό, επίσης, στο κάτω-κάτω,
aparte recibe ayuda del su padre, πέρα απο αυτό λαμβάνει βοήθεια από τον πατέρα του,
4. παράταιρα απο κάποιον, μακριά, es mejor que tú te quedes aparte mientras ellos hablan,
είναι καλύτερα να κάτσεις μακριά, πιο εκεί ενω αυτοί μιλούν
5. ξεχωριστά, Mejor lava la ropa blanca aparte,
Καλύτερα να πλύνε τα λευκά ρούχα ξεχωριστά
6. μτφ, κάνω πέρα κάποιον, sus amigos lo tienen aparte, οι φίλοι του τον έχουν κάνει πέρα
7. εκφ, fuera aparte, οικ, εκτός από, esto fuera aparte, εκτός από αυτό
poner aparte, βάζω στην άκρη ή μαγ, κάνω κράτηση
aparte de, εκτός του, πέρα του, Aparte de todo lo que se dijo, es una persona humilde,
Εκτός από όλα όσα ειπώθηκαν, είναι ενα άτομο ταπεινό
ή επιπλέον, συν τοις άλλοις, εκτός από αυτό, aparte de esto, no tengo nada más que decir,
εκτός από αυτό δεν έχω τίποτα άλλο να πω
llevar aparte, παίρνω στην άκρη, El entrenador me llevó aparte para darme instrucciones,
Ο προπονητής με πήρε στην άκρη για να μου δώσει οδηγίες
apartadamente 1. επρ, ξεχωριστά, ξέχωρα
aparte 1. ε, πρχ παρά-ταιρο απο σύνολο= ιδιαίτερος, -η, -ο, ειδικός, -ή, -ο, μοναδικός, -ή, -ό, Artistas como Pablo Picasso son un caso aparte,
Καλλιτέχνες όπως ο Πάμπλο Πικάσο αποτελούν μια ξεχωριστή περίπτωση,
el suyo es un caso aparte, η δική του είναι μια περίπτωση μοναδική, ειδική,
eso es capítulo aparte, αυτό είναι άλλη ιστορία
es un niñο aparte, είναι ένα ιδιαίτερο παιδί
2. ξεχωριστός, -ό, -ή, lo guardaré en un cajón aparte, θα το φυλάξω σε ξεχωριστό συρτάρι
apdo. 1. σύντμηση λέξης, apartado de correos, Τ.Θ. (ταχυδρομική θυρίδα)
2. párrafo, παρ. (παράγραφος)
departamento πρχ δια-παρτέρι> κομμάτι απο κάτι, τμήμα, δια-μέρισμα
1. α, διαμέρισμα, Alquilamos un departamento en el centro de la ciudad,
Νοικιάσαμε ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης
2. τμήμα εταιρίας, ιδρύματος, El departamento de recursos humanos,
Το τμήμα ανθρώπινων πόρων
3. τμήμα σχολής, πανεπιστημίου, El departamento de matemáticas, Το τμήμα μαθηματικών
4. διαμέρισμα, νομός, El departamento de Antioquia, Ο νομός της Αντιόχειας
5. σε κατάστημα, μαγαζί, τμήμα, departamento de compras, τμήμα αγορών
ή χώρισμα, ράφι
6. θήκη συρταριού, χώρισμα βαλίτσας, departamento de cajón, maleta
7. κουπέ τρένου, departamento de no fumadores, κουπέ μη-καπνιζόντων
8. σνθ, departamento de atención al cliente, τμήμα εξυπηρέτησης πελατών
Departamento de Estado, Υπουργείο Εξωτερικών
departamento de personal, τμήμα προσωπικού
departamento de ventas, τμήμα πωλήσεων
departamento marítimo, ναυτική διοίκηση
departamental 1. ε, του τμήματος, τμηματικός, -ή, -ό,
Se celebró una reunión departamental para discutir los nuevos objetivos del equipo,
Διοργανώθηκε μια τμηματική συνάντηση για να συζητηθούν οι νέοι στόχοι της ομάδας
El consejo departamental de filosofía aprobó nuevas asignaturas para el próximo curso,
Το συμβούλιο του τμήματος φιλοσοφίας ενέκρινε νέα μαθήματα για το επόμενο εξάμηνο
2. νομαρχιακός, -ή, -ό
interdepartamental 1. ε, διατμηματικός, -ή, -ό
2. διανομαρχιακός, -ή, -ό
particularismo 1. α, πρχ για πάρτη μου> παρτι-κισμός= ατομικισμός
partícula 1. θ, πρχ παρτεράκι> μικρό κομμάτι ύλης= σωματίδιο,
las partículas de polvo, τα σωματίδια της σκόνης
2. φσκ, μόριο, σωματίδιο
3. γλγ, μόριο
4. σνθ, partícula alfa, beta, φσκ, σωματίδιο άλφα, βήτα
partícula elemental, subatómica, φσκ, στοιχειώδες, υποατομικό σωματίδιο
partícula prepositiva, εμπρόθετο μόριο
particular πρχ πάρτη κάποιου= άτομο ιδιώτης ή μτφ, παρτίδα κάποιου= υπόθεση
1. α θ, ιδιώτης, Un particular presentó una queja formal contra la compañía,
Ένας ιδιώτης υπέβαλε επίσημη καταγγελία κατά της εταιρείας
2. α, θέμα, υπόθεση, ζήτημα, ¿cuál es tu opinion sobre el particular?
ποια είναι η γνώμη σου για το θέμα;
no sé nada de este particular, δεν γνωρίζω τίποτα για αυτή την υπόθεση
particular πρχ παρτέρι σαν ειδικό κομμάτι σε κάτι ή παρά-ταιρο του συνόλου
1. ε, μτφ, ιδιαίτερος, -η, -ο, ειδικός, -ή, -ό, χαρακτηριστικός, -ή, -ó,
Ese coche tiene un diseño muy particular,
Αυτό το αυτοκίνητο έχει έναν πολύ ιδιαίτερο σχεδιασμό,
Tiene un gusto muy particular para la música, Έχει πολύ ιδιαίτερο γούστο στη μουσική,
tiene un sabor particular, έχει μια ιδιαίτερη γεύση,
en casos particulares puede hacerse una excepción,
σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να γίνει μια εξαίρεση,
es una persona muy particular, είναι ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος
2. ιδιωτικός, -ή, -ó, προσωπικός, -ή, -ό, που ανήκει σε πάρτη κάποιου,
Este es un asunto particular que no le concierne a todos,
Αυτό είναι ένα προσωπικό ζήτημα που δεν αφορά όλους,
correspondencia particular, προσωπική αλληλογραφία
Llegaron en un coche particular, no en un taxi, Ήρθαν με ιδιωτικό αυτοκίνητο, όχι με ταξί,
la casa tiene jardin particular, το σπίτι έχει ιδιωτική αυλή
3. εκφ, en particular, συγκεκριμένα, ειδικά, sin nombrar a nadie en particular,
χωρίς να ονομάσω κανέναν συγκεκριμένα
no tener nada de particular, δεν έχω τίποτα συγκεκριμένο, ιδιαίτερο σαν άτομο ή πράγμα,
¿qué tiene (eso) de particular? τι το ιδιαίτερο έχει (αυτό);
sin otro particular, χωρίς άλλο ειδικό σκοπό= με αποκλειστικό σκοπό, μόνο και μόνο,
he venido aquí sin otro particular que el de saludarle,
έχω έρθει εδώ μόνο και μόνο να σε χαιρετίσω
ή φράση που χρησιμοποιείται στο τέλος μιας επιστολής για να δηλώσει ότι ο
αποστολέας δεν έχει τίποτα άλλο να προσθέσει
particularidad 1. θ, ιδιαιτερότητα, ιδιομορφία, χαρακτηριστικό σε κάτι,
La particularidad de este libro es su estilo narrativo innovador,
Η ιδιαιτερότητα αυτού του βιβλίου είναι το καινοτόμο αφηγηματικό του στυλ
2. ιδιότητα, ιδιαιτερότητα, χαρακτηριστικό ατόμου,
Su particularidad es que puede hablar cinco idiomas con fluidez,
Η ιδιαιτερότητά της είναι ότι μπορεί να μιλήσει πέντε γλώσσες με ευχέρεια
particularmente 1. επρ, ιδιαίτερα, está particularmente molesto,
είναι ιδιαίτερα ενοχλημένος
2. συγκεκριμένα, ειδικά, me refiero particularmente a los productos naturales,
αναφέρομαι συγκεκριμένα στα φυσικά προϊόντα
particularizar πρχ δείχνω παρτέρι> ειδικό μέρος, κομμάτι, στοιχείο, σημείο σε κάτι
1. ρμ, μπαίνω σε λεπτομέρειες, εξειδικεύω, υπερ-αναλύω κάτι,
El profesor decidió particularizar cada caso para que los alumnos comprendieran mejor la teoría, Ο καθηγητής αποφάσισε να εξειδικεύσει την κάθε περίπτωση για να κατανοήσουν καλύτερα οι μαθητές τη θεωρία
intentaré no particularizar el tema para no extenderme demasiado,
θα προσπαθήσω να μην αναλύσω το θέμα για να μην επεκταθώ πολύ
2. ρμ, καθιστώ μοναδικό, χαρακτηρίζω, la arquitectura modernista particulariza la ciudad,
η μοντέρνα αρχιτεκτονική χαρακτηρίζει την πόλη, καθιστά μοναδική,
este rasgo lo particulariza, αυτό το χαρακτηριστικό το καθιστά μοναδικό
3. συγκεκριμενοποιώ, es necesario particularizar el proyecto,
είναι απαραίτητο να συγκεκριμενοποιήσουμε το σχέδιο
4. ρμ, ρα, αναφέρομαι σε πάρτη> προσωπικά σε κάποιον, προσωποποιώ,
el problema es de todos, no particularices, το πρόβλημα είναι όλων, μην προσωποποιείς, μην αναφέρεσαι προσωπικά σε κάποιον
5. particularizar en, la responsabilidad es de todos, no quiero particularizar en nadie,
η ευθύνη ανήκει σε όλους, δε θέλω να αναφερθώ προσωπικά σε κάποιον
6. particularizarse por, φαίνεται η πάρτη μου λόγω κάποιου στοιχείου=
χαρακτηρίζομαι από, ξεχωρίζω από, διακρίνομαι από,
su obra se particulariza por su especial ironía,
το έργο του διακρίνεται απο την ειδική του ειρωνία,
nuestros productos se particularizan por la atención a cada detalle,
τα προϊόντα μας χαρακτηρίζονται από την προσοχή στη λεπτομέρεια
particularización 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του particularizar,
La particularización de cada caso en el estudio permitió comprender mejor las diferencias entre los pacientes,
Η εξειδίκευση της κάθε περίπτωσης στη μελέτη επέτρεψε την καλύτερη κατανόηση των διαφορών μεταξύ των ασθενών
La particularización del problema nos permitió encontrar una solución más efectiva,
Η εξειδίκευση του προβλήματος μας βοήθησε να βρούμε μια πιο αποτελεσματική λύση
no se lo expliques con tanta particularización y ve al grano,
μην του το εξηγείς με τόση ανάλυση και πήγαινε στο ψητό
2. συγκεκριμενοποίηση, διαφοροποίηση
3. ειδική αναφορά σε κάτι, quisiera hacer una particularización a su exposición,
θα ήθελα να κάνω μια ειδική αναφορά στην έκθεση του
participar πρχ παρτέρι-κάπτω> μέρος λαμβάνω σε κάτι, συμ-μετέχω,
πρχ παρτάρω σε κάτι> παίρνω μέρος
1. ρα, συμμετέχω, λαμβάνω, παίρνω μέρος σε κάτι,
Me gustaría participar en el proyecto comunitario,
Θα ήθελα να συμμετάσχω στο κοινοτικό έργο,
se negó a participar, αρνήθηκε να λάβει μέρος
2. έχω μερίδιο, επωφελούμαι, participa en los beneficios de la empresa,
έχει μερίδιο στα κέρδη της εταιρίας
3. οκν, συμμετέχω, είμαι μέτοχος
4. ρμ, κάνω συμμέτοχο σε πληροφορία κάποιον= ανακοινώνω,
nos participaron la celebración de la boda, μας ανακοίνωσαν την τέλεση του γάμου
le participaron la sentencia, του ανακοίνωσαν την απόφαση
5. οκν, συμμετέχω με μερίδιο, una empresa participada por varias sociedades,
μια επιχείρηση στην οποία έχουν μερίδιο συμμετοχής διάφορες εταιρείες
6. participar de, μετέχω σε ίδια γνώμη, ιδέα, μοιράζομαι, participamos de la misma opinion, μοιραζόμαστε την ίδια άποψη
ή ασπάζομαι, no participo de tus ideas, δεν ασπάζομαι τις ιδέες σου
ή μοιράζομαι κάτι, participaron del dinero ganado, μοιράστηκαν τα χρήματα που κέρδισαν
7. participar en, συμμετέχω σε, Participé en la carrera de 10 kilómetros,
Συμμετείχα στον αγώνα των 10 χιλιομέτρων
ή έχω μερίδιο σε, επωφελούμαι, participaron en la herencia,
είχαν μερίδιο στην κληρονομιά
participación 1. θ, συμμετοχή, hubo mucha participación, υπήρξε μεγάλη συμμετοχή,
el abogado demostró su participación en el robo,
ο δικηγόρος απόδειξε την συμμετοχή του στην κλοπή
La participación ciudadana en la limpieza del parque fue masiva,
Η συμμετοχή των πολιτών στον καθαρισμό του πάρκου ήταν μαζική
2. μτφ, συμμετοχή σε κλήρωση= λαχείο
3. οκν, μερίδιο, συμμετοχή, quieren una participación en los beneficios,
θέλουν μερίδιο, συμμετοχή στα κέρδη
4. μτφ, ανακοίνωση, πρόσκληση για κάτι
5. σνθ, participación de boda, προσκλητήριο γάμου
participación de control, ελέγχουσα συμμετοχή
participante 1. ε, α θ, συμμέτοχος, -η, -ο, συμμετέχων, συμμετέχουσα
participativo, va 1. ε, συμμετέχων, -ουσα, -ον πολύ σε κάτι, es muy participativo en clase, είναι πολύ συμμετέχων, συμμετέχει πολύ στο μάθημα
coparticipación 1. θ, συμμετοχή
partícipe 1. ε, συμμετέχων, -ουσα, -ον, los países partícipes en el consorcio,
οι συμμετέχοντες χώρες, που μετέχουν στην κοινοπραξία
fue de los partícipes del gran triunfo,
υπήρξε απο τους συμμετέχοντες του μεγάλου θριάμβου
2. οκν, συμμετέχων, -ουσα, -ον, μεριδιούχος, -α, -ο, δικαιούχος, -α, -ο,
los ahorradores partícipes en los fondos de pensiones,
οι αποταμιευτές δικαιούχοι των συνταξιοδοτικών ταμείων
3. εκφ, hacer partícipe a alguien de algo, κάνω συμμέτοχο κάποιον σε κάτι, είδηση,
= γνωστοποιώ κάτι σε κάποιον, καθιστώ κοινωνό κάποιον,
Quiero hacerte partícipe de una noticia muy importante para la empresa,
Θέλω να σου γνωστοποιήσω μιας πολύ σημαντικής είδησης για την εταιρεία
ή μοιράζομαι κάτι με κάποιον, κάνοντας τον συμμέτοχο,
Me gustaría hacer partícipe a mi familia de este momento tan especial,
Θα ήθελα να κάνω την οικογένεια μου συμμέτοχη σε αυτήν την ξεχωριστή στιγμή
ser partícipe (con alguien) en algo, είμαι συμμέτοχος με κάποιον σε κάτι, συμμετέχω, συνεργάζομαι με κάποιον σε κάτι
ή μοιράζομαι κάτι με κάποιον
partícipe 1. α θ, συμμέτοχος, -η σε κάτι
2. οκν, δικαιούχος, los participes en los distintos activos financieros,
οι δικαιούχοι των διάφορων χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων
copartícipe 1. α θ, συμμέτοχος
participio 1. α, γλγ, μετοχή
2. σνθ, participio activo, (de) presente, ενεργητική μετοχή, μετοχή ενεστώτα
participio pasivo, (de) pasado, παθητική μετοχή, μετοχή του αορίστου
participial 1. ε, γλγ, μετοχικός, -ή, -ó, empleos participiales, χρήσεις μετοχικές, της μετοχής
parcela πρχ παρκ-ουλα ή παρτ-έρι> κομμάτι γης και οι έννοιες του
1. θ, αγρο-τεμάχιο, κομμάτι γης, κλήρος, οικόπεδο,
la finca se dividió en cinco parcelas, una para cada hijo,
το κτήμα χωρίστηκε σε 5 κομμάτια γης, ένα για κάθε παιδί,
Los niños usan la parcela abandonada para jugar al fútbol,
Τα παιδιά χρησιμοποιούν το εγκαταλελειμμένο οικόπεδο για να παίζουν ποδόσφαιρο
2. μτφ, κομμάτι απο κάτι, πεδίο, περιοχή, μέρος,
dada la importancia del tema, lo estudiaremos en varias parcelas,
δεδομένης της σημασίας του θέματος, θα το μελετήσουμε σε διάφορα κομμάτια
parcela del saber, πεδίο γνώσης
La investigación todavía tiene parcelas oscuras que necesitan ser clarificadas,
Η έρευνα εξακολουθεί να έχει σκοτεινές περιοχές που πρέπει να διευκρινιστούν,
Una parcela de mi trabajo se perdió en el incendio,
Ένα μέρος της δουλειάς μου χάθηκε στη φωτιά
3. μτφ, πεδίο επιρροής μου, χωράφι, χώρος,
el ministro no quiere que nadie invada su parcela de actuación,
o υπουργός δε θέλει να μπαίνει κανείς στα χωράφια του
parcelar πρχ παρκ-ουλιάζω ή παρτεριάζω> χωρίζω σε κομμάτια
1. ρμ, χωρίζω σε τμήματα έδαφος, γη, κατανέμω, parcelar la finca, el terreno,
χωρίζω το το αγρόκτημα, την γη
2. μτφ, χωρίζω σε τμήματα κάτι, τεμαχίζω, parcelar una ciencia,
χωρίζω σε τμήματα, πεδία μια επιστήμη
parcelación 1. θ, τεμαχισμός γης, εδάφους, la parcelación de los campos,
o τεμαχισμός των αγρών
ή κατάτμηση για χτίσιμο, una licencia de parcelación y edificación,
μια άδεια κατάτμησης και οικοδόμησης
2. μτφ, τμηματοποίηση, διαχωρισμός σε κάτι σε τμήματα, οριοθέτηση πεδίου, τεμάχιση,
la parcelación de la asignatura para estudiarla mejor,
η τμηματοποίηση του μαθήματος για να την μελετήσεις καλύτερα,
3. κατακερματισμός, parcelación del poder, κατακερματισμός της εξουσίας
parcelable 1. ε, τεμαχίσιμος, -η, -ο, χωρίσιμος, -η, -ο, που μπορεί να χωριστεί σε τμήματα
parcelario, ria 1. ε, σχετικός με τα τμήματα γης, εδάφους, οικοπεδικός, -ή, -ό,
τμηματικός, -ή, -ό, μεριστικός, -ή, -ό,
El catastro parcelario ayuda a llevar un registro actualizado de las propiedades rurales,
Το κτηματολόγιο των οικοπέδων βοηθά στη διατήρηση ενός ενημερωμένου μητρώου των αγροτικών ιδιοκτησιών
parcial 1. ε, μτφ, παρτέρι απο κάτι> μέρος απο σύνολο= μερικός, -ή, -ó,
eclipse, vista parcial, μερική έκλειψη, όραση,
acromatopsia parcial, αχρωματοψία μερική
2. εκπ, περιοδικός, -ή, -ό, του τριμήνου, εξαμήνου, examen parcial, διαγώνισμα περιοδικό
3. μτφ, μερο-ληπτικός, -ή, -ό, el arbitraje fue parcial, η διαιτησία ήταν μεροληπτική,
opinión parcial, γνώμη μεροληπτική,
crítica parcial, μεροληπτική κριτική
4. α, εξετάσεις, los parciales de febrero, οι εξετάσεις του Φεβρουάριου
5. αθλ, επι-μέρους σκορ, el parcial de la segunda parte fue de 20-30,
το επι-μέρους σκορ στο δεύτερο ημίχρονο ήταν 20-30
imparcial 1. ε, αμερόληπτος, -η, -o, el juez tiene la obligación de ser imparcial en sus juicios,
ο δικαστής έχει την υποχρέωση να είναι αμερόληπτος στις δίκες του
leo este periódico porque es imparcial,
διαβάζω αυτή την εφημερίδα γιατι είναι αμερόληπτη
parcialidad 1. θ, μεροληψία, la parcialidad de algunos medios de comunicación,
η μεροληψία σε κάποια μέσα επικοινωνίας
2. μτφ, μερική ομάδα ατόμων= κλίκα, φατρία, se sumó a una parcialidad de rebeldes,
προστέθηκε σε μια φατριά επαναστατών
3. μτφ, φιλία, οικειότητα με κάποιον, σαν μερολήψια στην σχέση μου με αυτόν
imparcialidad 1. θ, αμεροληψία
parcialmente 1. επρ, μερικώς, texto parcialmente modificado,
κείμενο μερικώς τροποποιημένο
ή αραιά, cielo parcialmente despejado, ουρανός με αραιές νεφώσεις
2. μεροληπτικά, actuar parcialmente, ενεργώ μεροληπτικά
imparcialmente 1. επρ, αμερόληπτα
aparcería 1. θ, πρχ παρτερ-ία= επίμορτη καλλιέργεια
aparcero, ra πρχ απαρκερο> παρκ-αρης ή παρτ-αρης> με μερίδιο
1. α θ, αγρ, κολλήγας, κολίγας, κολίγος, σέμπρος
2. συνιδιοκτήτης, συνιδιοκτήτρια σε κτήμα, κλήρο
porción πρχ παρτ-έριση απο κάτι= κομμάτι
1. θ, μερίδα, κομμάτι σε μοίρασμα, se tomó una porción de tarta,
πήρε ενα κομμάτι τάρτας
ή μτφ, μερίδιο, reclamó su porción del botín, διεκδίκησε το μερίδιο του απο τα λάφυρα
2. τμήμα εδάφους
3. μτφ, κομμάτι συμμετοχής που δίνεται σε κάτι,
su porción de trabajo es algo mayor que la del resto del grupo,
το κομμάτι της δουλειάς του είναι μεγαλύτερο απο αυτή του υπόλοιπου γκρουπ
4. μερίδα φαγητού
5. μτφ, μεγάλο κομμάτι, μερίδα απο κόσμο, πράγμα,
los precios atraen a una buena porción de clientes,
οι τιμές προσελκύουν μια μεγάλη μερίδα απο πελάτες
6. κομμάτι απο κάτι, κομμάτι τυριού, de queso
7. εκφ, en porciones, σε μερίδες, κομμάτια, a los niños les gusta el queso en porciones,
στα παιδιά τους αρέσει το τυρί σε κομμάτια
El pastel fue cortado en porciones para que todos pudieran probarlo,
Η τούρτα κόπηκε σε μερίδες για να μπορέσουν όλοι να τη δοκιμάσουν
El terreno se dividió en porciones iguales entre los herederos,
Το οικόπεδο χωρίστηκε σε ίσα τμήματα μεταξύ των κληρονόμων
proporción πρχ περι-μέριση σε κάτι= σχέση μερών μεταξύ τους> αναλογία
σαν εικόνα □□□, πρχ προ-πορσιον> προ> ευ-πόρευση> αναλογία
1. θ, ανα-λογία, La proporción de hombres y mujeres en la empresa es equitativa,
Η αναλογία ανδρών και γυναικών στην εταιρεία είναι ισότιμη,
las proporciones del cuerpo humano, οι αναλογίες του ανθρώπινου σώματος,
2. μαθ, αναλογία, λόγος
3. σνθ, proporción aritmética, geométrica, αριθμητική, γεωμετρική αναλογία
4. εκφ, guardar las proporciones, τηρώ τις αναλογίες,
guardando las proporciones, τηρούμενων των αναλογιών
guardar proporción (con algo), βρίσκομαι σε αναλογία (με κάτι)
proporciones 1. θ πλ, διαστάσεις, una finca de grandes proporciones,
ενα κτήμα μεγάλων διαστάσεων,
las proporciones de un mueble, οι διαστάσεις του επίπλου
2. μτφ, διαστάσεις, escándalo de grandes proporciones, σκάνδαλο μεγάλων διαστάσεων
el incendio adquirió grandes proporciones, η πυρκαγιά απέκτησε μεγάλες διαστάσεις
3. εκφ, de grandes proporciones, μεγάλων διαστάσεων, εκτεταμένος
proporcionar πρχ προ-> επι-μερίζω κάτι σε κάποιον ή επι-μερίζω αναλογία σε κάτι
πρχ προ-πορσιοναρ> προ-πορεύσω> να δώσω
1. ρμ, επιμερίζω κάτι αναγκαίο, χρήσιμο, παρέχω, δίνω, παραχωρώ,
La empresa se comprometió a proporcionar los recursos necesarios para el proyecto,
Η εταιρεία δεσμεύτηκε να παρέχει τους απαραίτητους πόρους για το έργο,
las autoridades proporcionaron alojamiento a todos los refugiados,
οι αρχές παρείχαν στέγη σε όλους τους πρόσφυγες
el alimento proporciona el aporte que necesita el cuerpo,
η τροφή παρέχει την στήριξη που χρειάζεται το σώμα
Este curso te proporcionará las herramientas para mejorar tus habilidades,
Αυτό το μάθημα θα σου παρέχει τα εργαλεία για να βελτιώσεις τις δεξιότητές σου
Por favor, proporciónanos todos los detalles para completar el informe,
Παρακαλώ παρέχετε μας όλα τα στοιχεία για να ολοκληρώσουμε την αναφορά
2. επιμερίζω σωστά κάτι= προσαρμόζω, εναρμονίζω, εξ-ισορροπώ τα μέρη σε κάτι,
deberías proporcionar tus gastos a tus ingresos,
θα πρέπει να εναρμονίσεις τα έξοδα με τα έσοδά τους
El arquitecto proporcionó las dimensiones del edificio para mantener la armonía,
Ο αρχιτέκτονας προσάρμοσε τις διαστάσεις του κτιρίου για να διατηρήσει την αρμονία
3. μτφ, προσφέρω, προξενώ, προκαλώ αποτέλεσμα, tu visita nos proporcionó gran alegría,
η επίσκεψη σου μας προξένησε μεγάλη χαρά
aquello le proporcionó muchos disgustos, εκείνο του προκάλεσε πολλές δυσαρέσκειες
un trabajo que nos proporciona enormes satisfacciones,
μια δουλειά που μας προσφέρει τεράστια ικανοποίηση
proporcionado, da 1. ε, πρχ καλά επι-μερισμένος, -η, -ο, ανάλογος, -η, -o, αρμονικός, -η, -ο,
tiene el cuerpo bien proporcionado, έχει το σώμα καλά επιμερισμένο, με καλές αναλογίες,
un sueldo proporcionado al trabajo realizado,
ένας μισθός ανάλογος με τη δουλειά που πραγματοποιήθηκε
recibió el castigo proporcionado a su falta, έλαβε την τιμωρία ανάλογη του παραπτώματος
proporcional 1. ε, αναλογικός, -η, -ο, ανάλογος, -η, -ο, αντίστοιχος, -η, -o,
reparto proporcional, μοίρασμα αναλογικό,
ganancias proporcionales a la inversión, κέρδη ανάλογα με την επένδυση,
dos valores inversamente proporcionales, δύο μεγέθη αντίστροφος ανάλογα
proporcionalidad 1. θ, σωστός επιμερισμός= αναλογικότητα
proporcionalmente 1. επρ, αναλογικά,
el presupuesto se reparte proporcionalmente a la población de cada región,
o προϋπολογισμός μοιράζεται αναλογικά με τον πληθυσμό της εκάστοτε περιοχής
desproporción 1. θ, δυσ-αναλογία, αν-ισσοροπία μερών σε κάτι, δυσαρμονία,
se ha detectado una desproporción entre la inversión y los beneficios,
έχει βρεθεί μια ανισσοροπία μεταξύ της επένδυσης και των κερδών
La desproporción entre el sueldo de las mujeres y hombres en la empresa es alarmante,
Η δυσαναλογία μεταξύ των μισθών γυναικών και ανδρών στην εταιρεία είναι ανησυχητική
desproporcionar 1. ρμ, πρχ δυσ-επι-μερίζω = προκαλώ δυσαναλογίες, δυσαρμονίες, ανισσοροπία, si desproporcionas las medidas, la fachada va a salirte mal,
αν δυσαναλογήσεις τα μέτρα, η πρόσοψη θα σου βγεί άσχημα
desproporcionado, da 1. ε, δυσανάλογος, -η, -o, δυσαρμονικός, -ή, -ό,
esta escultura está desproporcionada, αυτό το γλυπτό είναι δυσανάλογο,
una condena desproporcionada para el delito cometido,
μια καταδίκη δυσανάλογη προς το διαπραχθέν αδίκημα
prorrata 1. θ, πρχ προ-ρατα> περι-παρτέρι> επι-μερισμός σε κάτι = αναλογία που πληρώνεις ή λαμβάνεις για κάτι, μερίδιο, αναλογικό μέρος σε ποσό, πληρωμή,
Como me mudé al departamento el 14 de mayo, me cobran la electricidad por los días que estuve allí, mi prorrata en la factura es de 60 dólares, Από τότε που μετακόμισα στο διαμέρισμα στις 14 Μαΐου, χρεώνομαι για το ηλεκτρικό ρεύμα για τις ημέρες που έμεινα εκεί. Ο αναλογικός λογαριασμός μου είναι 60 δολάρια
2. εκφ, a prorrata, κατ’ αναλογία, Los gastos del alquiler se dividirán a prorrata entre los inquilinos según el tiempo que vivieron en el apartamento,
Τα έξοδα ενοικίου θα κατανεμηθούν κατά αναλογία μεταξύ των ενοικιαστών ανάλογα με τον χρόνο διαμονής τους
prorratear 1. ρμ, πρχ περι-παρτερίζω= μοιράζω, κατανέμω κατ’ αναλογία,
prorratearon el dinero que les tocó en la lotería,
επιμέρισαν, μοίρασαν αναλογικά το χρήμα που τους έτυχε στο λότο
prorrateo 1. α, μοιρασιά, κατανομή κατ’ αναλογία
parear πρχ βάζω παρέα > βάζω σε ζεύγη κάτι
1. ρμ, ζευγαρώνω, ταιριάζω σε ζεύγη, parear guantes, ταιριάζω τα γάντια,
parearon a los jóvenes para enseñarlos a bailar,
έβαλαν σε ζεύγη τους νεαρούς για να τους διδάξουν να χορεύουν
2. μτφ, βάζω σε ζεύγη για σύγκριση= συγκρίνω, parearon los resultados,
σύγκριναν τα αποτελέσματα
3. ταυ, καρφώνω τις μπαντερίγιες στον ταύρο
pareo 1. α, ρούχο παρεό
2. ζευγάρωμα, ταίριασμα σε ζεύγη, σύνδεσμος, ένωση δύο ατόμων, πραγμάτων
3. σνθ, pareo de fondos, οκν, συνδυασμός κεφαλαίων
pareado 1. α, μτφ, οικία με παρεά= κατοικία με μεσοτοιχία,
vivimos en un pareado en las afueras con un gran jardín,
ζούμε σε μια μονοκατοικία στα περίχωρα με ένα μεγάλο κήπο
2. ποι, δίστιχο ομοιοκατάληκτο
pareado, da 1. ε, πρχ παρεάτος με κάτι= ζευγαρωμένος, -η, -o, ταιριασμένος, -η, -o,
2. για οικία, κτήριο, με μεσοτοιχία, εφαπτόμενος, -η, -ο σε άλλο οίκημα,
Decidimos comprar una casa pareada en las afueras de la ciudad,
Αποφασίσαμε να αγοράσουμε ένα σπίτι με μεσοτοιχία στα προάστια της πόλης
3. ποι, δίστιχο ομοιοκατάληκτος, -η, -ο, El poema consta de diez versos pareados,
Το ποίημα αποτελείται από δέκα δίστιχα ομοιοκατάληκτα
aparear 1. ρμ, βάζω παρέα, δίπλα-δίπλα, ταιριάζω, ζευγαρώνω, αντιστοιχίζω,
apareó las camas de los dormitorios, ταίριαξε τα κρεβάτια των υπνοδωματίων
Hay que aparear un nombre de esta columna con cada foto,
Πρέπει να αντιστοιχίσετε ένα όνομα από αυτήν τη στήλη με κάθε φωτογραφία
2.ρμ, ραντ, ζευγαρώνω ζώα, ζευγαρώνομαι, solo aparea la perra con perros de raza,
μόνο ζευγαρώνει την σκύλα με σκύλους ράτσας
Los conejos se aparearon apenas los pusimos juntos,
Τα κουνέλια ζευγάρωσαν, ζευγαρώθηκαν μόλις τα βάλαμε μαζί
apareamiento 1. α, ταίριασμα, ζευγάρωμα πραγμάτων, αντιστοίχιση
2. ζευγάρωμα ζώων
desaparear 1. ρμ, ξε-ταιριάζω πράγματα, χαλάω ζεύγη, κάνω αταίριαστο, καταργώ σύζευξη,
Para desaparear tu dispositivo, ve a Configuración y luego a Bluetooth
Για να καταργήσεις τη σύζευξη της συσκευής σου, πήγαινε στις Ρυθμίσεις και, στη συνέχεια, στο Bluetooth
2. ξε-ζευγαρώνω ζώα
apero πρχ απερο> εργαλεία που παίρνω ΠΑΡΕΑ για να κάνω κάτι
1. α, αγρ, σύνεργο, εργαλείο καλλιέργειας, γεωργικά εργαλεία,
La azada es uno de los aperos de labranza más comunes,
Η τσάπα είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα γεωργικά εργαλεία
2. αγρ, ζώα για καλλιέργεια
aperos 1. α πλ, σύνεργα, εργαλεία επαγγέλματος, los aperos del jardinero,
τα σύνεργά του κηπουρoύ
2. σνθ, aperos de labranza, εργαλεία σκαψίματος
aperos de pesca, σύνεργα ψαρέματος
aperar 1. ρμ, αγρ, ετοιμάζω σύνεργα, εργαλεία σκαψίματος, καλλιέργειας ή εξοπλίζω,
Tienen que aperar a los campesinos con las herramientas que necesitan para la cosecha,
Πρέπει να εξοπλίσουν τους αγρότες με τα εργαλεία που χρειάζονται για τη συγκομιδή,
ή ζώα για καλλιέργεια, El campesino se levantó temprano para aperar al caballo,
Ο αγρότης σηκώθηκε νωρίς για να ετοιμάσει, εξοπλίσει το άλογο
2. μτφ, φιάχνω κάτι σπασμένο, σαν να βάζω παρέα τα μέρη του
aperador 1. α, πρχ αυτός που βάζει σε παρέα> σειρά τα άτομα για τις δουλειές=
εργοδηγός, επιστάτης
2. υπεύθυνος κτήματος, γεωργικών εργασιών
pareja πρχ παρεχα> παρέα σε κάτι, ζευγάρι, ζεύγος
1. θ, ζευγάρι ερωτικό, son pareja desde hace varios años,
είναι ζευγάρι εδώ και αρκετά χρόνια
ή ζευγάρι ατόμων, una pareja de amigos, ένα ζευγάρι φίλων
la pareja concursante, το διαγωνιζόμενο ζευγάρι
2. αισθηματική σχέση, σύντροφος ερωτικός, no tiene pareja, δεν έχει σχέση
3. ζευγάρι ζώων, una pareja de cachorros, ένα ζευγάρι κουταβάκια
una pareja de bueyes, ένα ζευγάρι βόδια
4. ζεύγος, ζευγάρι πραγμάτων, falta la pareja de este calcetín,
λείπει το ζευγάρι αυτής της κάλτσας
5. σε χορό, καβαλιέρος, ντάμα, no encontró pareja para el baile,
δεν βρήκε καβαλιέρο για τον χορό
6. σε παιχνίδι, παρτενέρ
7. ζευγάρι στο πόκερ
8. ζευγάρι αστυνομικών περιπολίας, una pareja de vigilantes pasea por el parque,
ενα ζεύγος αστυνομικών περιπολίας περιπολεί στο πάρκο
9. σνθ, doble pareja, δυο ζευγάρια στα χαρτιά
pareja de hecho, ανύπαντρο ζευγάρι
10. εκφ, formar parejas, φτιάχνω ζευγάρια
en parejas, σε ζεύγη, ζευγαρωτά
por parejas, αθλ, σε ζευγάρια, σε ζεύγη, tenis por parejas, τένις σε ζεύγη, δυάδες
hacer pareja con, γίνομαι ζευγάρι με, ταιριάζω με
ser una buena pareja, είναι ωραίο ζευγάρι
vivir en pareja, ζω με το ταίρι μου
parejas 1. θ πλ, διπλή στα ζάρια
parejo, ja πρχ σαν παρέα κάτι
1. ε, για άτομο, πράγμα, παρόμοιος, -α, -o, los dos sofás son parejos,
οι 2 καναπέδες είναι παρόμοιοι
2. μτφ, παρόμοιος, -α, -o, κοινός, -ή, -ó, intereses parejos, κοινά ενδιαφέροντα,
sus ideas son parejas a las mías, οι ιδέες του είναι παρόμοιες στις δικές μου
3. μτφ, για επιφάνεια, λείος, -α, -ο, ευθυγραμμισμένος, -η, -o, ομοιόμορφος, -η, -ο,
pasa la paleta para dejar parejo el yeso, πέρασε την σπάτουλα για να αφήσεις λείο τον γύψο
4. εκφ, estar parejo, κυρ, μτφ, είμαι σε ίδιο επίπεδο, εφάμιλλος, -η, -ο, ομοιόμορφος, -η, -ο,
Las recetas de mi mamá están parejas a las de los mejores restoranes,
Οι συνταγές της μαμάς μου είναι εφάμιλλες με αυτές των καλύτερων εστιατορίων,
Como los plantamos al mismo tiempo, las copas de los árboles de la calle están parejas,
Επειδή τα φυτέψαμε ταυτόχρονα, οι κορυφές των δέντρων του δρόμου είναι ομοιόμορφες
ir, correr parejo, πάω παρέα= συμ-βαδίζω, αναπτύσσομαι παράλληλα με κάποιον ή κάτι
por parejo, por un parejo, παρέα= μαζί, παρομοίως, llegaron a la meta por un parejo,
έφτασαν στο τέρμα μαζί
parejura 1. θ, ομοιότητα
aparejar 1. ρμ, ραντ, βάζω παρέα> σειρά πράγματα = ετοιμάζω, προετοιμάζω, οργανώνω,
aparejó el equipo de pesca rápidamente y salió con la barca,
ετοίμασε το κιτ ψαρέματος γρήγορα και βγήκε με την βάρκα
Mis padres aparejaron una fiesta sorpresa para mi hermana,
Οι γονείς μου οργάνωσαν ένα πάρτι-έκπληξη για την αδερφή μου
Los excursionistas se aparejaron para un fin de semana en la montaña,
Οι πεζοπόροι ετοιμάστηκαν για ένα Σαββατοκύριακο στα βουνά
ή για άτομο, στολίζομαι, ντύνομαι καλά, se aparejó para la fiesta de la noche,
στολίστηκε για την αποψινή γιορτή
2. σελώνω άλογα, Los jinetes están aparejando a sus caballos,
Οι αναβάτες σελώνουν τα άλογά τους
3. προετοιμάζω για βάψιμο, ασταρώνω
4. ναυ, εξοπλίζω, αρματώνω, Han aparejado el yate con la última tecnología de navegación,
Έχουν εξοπλίσει το γιοτ με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας ιστιοπλοΐας
aparejo 1. α, προετοιμασία, οργάνωση για κάτι
2. σέλωμα αλόγων
3. προετοιμασία, αστάρωμα
4. ατκ, σύστημα τοιχοποιίας
5. μχν, παλάγκο
6. ναυ, εξοπλισμός σκάφους
7. σνθ, aparejo mixto, σύστημα τοιχοποιίας με εναλασσόμενες ζώνες λίθων και πλίνθων
aparejos 1. α πλ, πρχ αυτά που παρα-έχω> έχω μαζί μου για δουλειά= εξοπλισμός, σύνεργα, los aparejos de pesca, τα σύνεργα του ψαρέματος
aparejado, da 1. ε, ετοιμασμένος, -η, -ο για κάτι, εξοπλισμένος, -η, -ο,
El barco ya está aparejado con todas las velas para zarpar,
Το πλοίο είναι εξοπλισμένο με όλα τα πανιά για να αποπλεύσει
2. ιδανικός, -ή, -ό, κατάλληλος, -η, -ο για κάτι, σαν να πηγαίνει παρέα με κάτι,
El gerente cree que Marta es la persona más aparejada para la vacante,
Ο διευθυντής πιστεύει ότι η Μάρτα είναι το πιο κατάλληλο άτομο για την κενή θέση
3. εκφ, llevar, traer aparejado, φέρνω παρέα= επιφέρω μαζί, συνεπάγεται,
las guerras traen aparejados muchos males, οι πολέμοι επιφέρουν παρέα πολλά κακά,
el amor trae aparejado complejos problemas, η αγάπη φέρει παρέα περίπλοκα προβλήματα
la infracción lleva aparejada una multa, η παράβαση συνεπάγεται πρόστιμο
ή ως αποτέλεσμα, su dimisión trajo aparejados varios problemas,
η παραίτηση του είχε ως αποτέλεσμα διάφορα προβλήματα
ir algo aparejado a algo, πάει κάτι παρέα σε κάτι= συν-οδεύεται,
su tristeza iba aparejada a una ruptura sentimental,
η κατάθλιψή του συνοδευόταν από ένα χωρισμό
aparejador, ra 1. α θ, βοηθός αρχιτέκτονα
desaparejar 1. ρμ, ξε-σελώνω, ξε-σαμαρώνω άλογο
2. ναυ, ξ-αρματώνω, παρ-οπλίζω
desparejar 1. ρμ, ξε-ζευγαρώνω> χαλάω ζεύγος, χωρίζω, αφήνω χωρίς ταίρι
desparejó los pendientes al perder uno,
χάλασε το ζεύγος των σκουλαρικιών οταν έχασε το ένα
desparejado, da 1. ε, για πράγμα, μονός, -ή, -ó, χωρίς ταίρι, ζεύγος
desparejo, ja πρχ δεν πάει παρέα> μαζί με κάτι
1. ε, μτφ, αν-όμοιος, -α, -o, άν-ισος, -η, -o, διαφορετικός, -ή, -ό,
hoy su opinión es despareja a la de ayer,
σήμερα η γνώμη του είναι διαφορετική απο αυτή του χθές,
la calidad es muy despareja, η ποιότητα είναι πολύ ανόμοια
2. διαφορετικός, -ή, -ó, unos calcetines desparejos, δύο κάλτσες διαφορετικές
disparejo, ja 1. ε, άν-ισος, -η, -o, αν-όμοιος, -α, -ο, elementos disparejos, στοιχεία ανόμοια,
fue una pelea dispareja, η μάχη ήταν άνιση
emparejar 1. ρμ, βάζω παρέα, μαζί, ζευγαρώνω, ταιριάζω πράγματα,
empareja los calcetines, ταίριαξε τις κάλτσες
2. ζευγαρώνω ζώα
3. βάζω σε ζεύγη, ζευγάρια άτομα για κάτι, βάζω παρέα, μαζί,
El profesor me emparejó con Luis para que practicáramos un diálogo en español,
Ο δάσκαλος με έβαλε μαζί με τον Λουίς για να εξασκούσαμε έναν διάλογο στα ισπανικά
4. μτφ, βάζω παρέα κάτι= ισιώνω επιφάνεια, φέρνω, βάζω στο ίδιο επίπεδο κάτι,
emparejar dos estantes, βάζω στο ίδιο επίπεδο 2 ράφια,
Corta un pedacito aquí, para que emparejes los dos lados,
Κόψτε ένα μικρό κομμάτι εδώ, ώστε να ισιώσετε τις δύο πλευρές
5. αγρ, μτφ, ισοπεδώνω
6. ρα, μτφ, προφταίνω κάποιον στο βάδισμα, σαν να είμαι παρέα του
7. ταιριάζει, κάνει ζεύγος κάτι, los calcetines que llevas no emparejan,
οι κάλτσες που φοράς δεν ταιριάζουν, δεν είναι ζεύγος
8. μτφ, πάω παρέα με κάποιον σε κάτι= πάω, είμαι στο ίδιο επίπεδο,
emparejó con su compañero en los exámenes,
πήγε στο ίδιο επίπεδο με τον συνάδελφο του
9. ραντ, σχηματίζω ζευγάρι, ζευγαρώνω, ταιριάζω, γίνομαι ζευγάρι,
los asistentes a la fiesta se emparejaron para el baile,
οι παρευρισκόμενοι στην γιορτή σχημάτισαν ζευγάρια για τον χορό
emparejarse con, σχηματίζω ζευγάρι με, ζευγαρώνω με, ταιριάζω με
emparejamiento 1. α, για άτομα, διάταξη ανά ζεύγη,
disponer los emparejamientos, διατάσσω σε ζεύγη
2. για πράγματα, διάταξη ανά ζεύγη, τοποθέτηση σε ζευγάρια
3. για ομάδες, παίκτες, ζευγάρι, se sortearon los emparejamientos para la Eurocopa, κληρώθηκαν τα ζευγάρια για το Κύπελλο Ευρώπης
desemparejar 1. ρμ, πρχ ξε-ταιριάζω, χαλάω, χωρίζω ζεύγη πραγμάτων, ατόμων
2. ραντ, ξε-ταιριάζομαι, χωρίζομαι για ζεύγη
par πρχ παρ-έα= ζευγάρι και οι έννοιες του
1. α, ζευγάρι πραγμάτων, un par de zapatos, ένα ζευγάρι παπούτσια
a pares, ανά ζεύγη
ή ζεύγη ζώων, Juan tiene ocho pares de labor, ο Χουάν έχει 8 ζεύγη ζώων οργώματος
2. μτφ, δυο-τρία απο κάτι, μικρή ποσότητα, δυο-τρία πράγματα ή άτομα,
he ido un par de veces con unos amigos, έχω πάει 2-3 φορές με μερικούς φίλους,
vendrán un par de amigos, θα έρθουν δυο-τρεις φίλοι,
voy a decirle un par de palabras, θα του πω δυο λογάκια
3. μτφ, δυάδα, δίδυμο, ζευγάρι, tú y tu hermano, ¡vaya par!
εσύ και ο αδερφός σου, πώπω δυάδα, φοβερό δίδυμο!
4. ζυγός αριθμός, los pares son siempre divisibles por dos,
οι ζυγοί αριθμοί διαιρούνται πάντοτε με το δύο
5. ηκλ, κράμα μετάλλων με διαφορά δυναμικού
6. αθλ, στο γκόλφ, παρ, προκαθορισμένος αριθμός χτυπημάτων για κάθε τρύπα
dos sobre par, δύο χτυπήματα πάνω από το παρ
7. μχν, ζεύγος
8. ατκ, βασική δοκός στέγης
9. ιστ, μτφ, ευγενής, lo nombraron par de Francia, τον ονόμασαν ευγενή της Γαλλίας
10. σνθ, par de fuerzas, de torsión, μχν, ζεύγος δυνάμεων, στρεπτικό ζεύγος
par trenzado, συνεστραμμένο ζεύγος
11. εκφ, a la par, al par, a par, σαν παρέα= μαζί, ταυτόχρονα, los dos llegaron a la par,
έφτασαν και οι δύο μαζί
ή μτφ, στο ίδιο επίπεδο, παρόμοιος, los dos alumnos tienen unas calificaciones muy a la par,
οι 2 μαθητές έχουν κάποιες βαθμολογίες πολύ ίδιες, παρόμοιες
ή οκν, esta divisa cotiza a la par con el euro, το ξένο αυτό νόμισμα είναι ισότιμο με το ευρώ a la par que, ταυτόχρονα, cantaba a la par que bailaba, τραγούδαγε και ταυτόχρονα χόρευε con un par de cojones, huevos, χυδ, με (πολλά) αρχίδια
de par en par, για να ανοίξω πόρτα, παράθυρο απο άκρη εις άκρη ή ανοίγω διά-πλατα,
abrir de par en par, ανοίγω διάπλατα,
abierto de par en par, διάπλατα ανοιχτός
jugar, echar algo a pares, nones, παίζω κάτι μονά ζυγά, το ρίχνω στην τύχη
sin par, δίχως ταίρι, χωρίς όμοιο, μοναδικός, απαράμιλλος, ασύγκριτος,
Messi fue un jugador sin par, ο Μέσι είναι ενας παίκτης ασύγκριτος
de tres pares de narices, μτφ, απο 3 ζεύγη μύτες> για να δώσω έμφαση σε κάτι,
φοβερός, -ή, -ό, απίστευτος, -η, -ο, me ha echado una bronca de tres pares de narices,
μου έχει ρίξει μια κατσάδα απίστευτη
hace un frío de tres pares de narices, κάνει ένα κρύο απίστευτο
par 1. ε, για αριθμό, ζυγός, -ή, -ó, el 6 es un número par, το 6 είναι ένας ζυγός αριθμός
2. μτφ, όμοιος, -α, -o, παρόμοιος, -α, -ο σε ποσότητα, ποιότητα ή άλλο στοιχείο,
ομόλογος, -η, -ο, El presidente Obama y su par español se reunirán a final de mes para discutir un posible acuerdo comercial, Ο Πρόεδρος Ομπάμα και ο Ισπανός ομόλογος του θα συναντηθούν στο τέλος του μήνα για να συζητήσουν μια πιθανή εμπορική συμφωνία,
es un producto par en precio al otro, είναι ενα προιόν παρόμοιο σε τίμη στο άλλο,
no son completamente pares, δεν είναι απόλυτα όμοιοι
3. ζωλ, για όργανο, συμμετρικός, -ή, -ό
impar 1. α, μονός αριθμός
impar 1. ε, για αριθμό, μονός, -ή, -ó
2. για πράγμα, μονός, -ή, -ό, αταίριαστος, -η, -ο, En el cajón hay un guante impar,
Υπάρχει ένα αταίριαστο γάντι στο συρτάρι
3. λγτ, ανευ-παρέας σε ποιότητα= απαράμιλλος, -η, -o, ασύγκριτος, -η, -ο,
El cantante es conocido por la voz tan peculiar e impar que posee,
Ο τραγουδιστής είναι γνωστός για την ιδιαίτερη και απαράμιλλη φωνή που κατέχει
paresa 1. θ, σύζυγος ευγενούς
paridad πρχ παρ-ιδαδ> παρ-εοτητα
1. θ, ομοιότητα, σύμπτωση ιδεών, γνωμών,
existe una clara paridad de opiniones en cuanto a este tema,
υπάρχει μια ξεκάθαρη ομοιότητα απόψεων πάνω σε αυτό το θέμα
2. ισότητα, ισοτιμία, la paridad entre hombres y mujeres,
η ισοτιμία μεταξύ ανδρών και γυναικών
3. οκν, ισοτιμία
4. πλφ, ισοτιμία
5. σνθ, paridad de cambio, οκν, ισοτιμία συναλλάγματος
paritario, ria 1. ε, για οργάνωση συνδικαλιστική με ίση αναλογία διευθυντών-εργατών, ισότιμος, -η, -o, ισομερής, -ής, -ές,
la creación de un comité paritario en la empresa solucionó la negociación,
η δημιουργία μιας επιτροπής ισομερής στην εταιρία επίλυσε την διαπραγμάτευση
2. για συμβούλιο, επιτροπή, ισότιμος, -η, -o, ισομερής, -ής, -ές σε εκπροσώπους
dispar πρχ αντι-παρ-εα= αταίριαστο κάτι
1. ε, για γνώμη, ιδέα, διαφορετικός, -ή, -ó, tuvieron ideas dispares sobre la cuestión,
είχαν διαφορετικές ιδέες για το ζήτημα
El objetivo de un debate es presentar y yuxtaponer ideas dispares,
Ο στόχος μιας συζήτησης είναι να παρουσιάσεις και να αντιπαραθέσεις ιδέες διαφορετικές
2. για ποιότητα, ποσότητα, στοιχείο, διάφορος, -η, -o, διαφορετικός, -ή, -ó, ανόμοιος, -α, -o
El escultor utilizó elementos dispares para cada una de sus obras, desde chatarra hasta incluso comida, Ο γλύπτης χρησιμοποίησε διαφορετικά στοιχεία για κάθε έργο του, από παλιοσίδερα μέχρι και τρόφιμα
disparidad 1. θ, διαφορετικότητα γνωμών, es habitual la disparidad de opiniones,
είναι σύνηθες η διαφορετικότητα των γνωμών
2. ανομοιότητα, διαφορά, ανισομέρεια σε κάτι
3. σνθ, νομ, disparidad de cultos, ανομοιότητα > κώλυμμα για γάμο σε παπικούς
paria 1. α θ, παρίας
pairar 1. ρα, ναυ, πρχ παρα-μένω= μένω ακίνητος με ανοιχτά πανιά και τεντωμένες σκότες (επί ιστιοφόρου)
pairo 1. α, ναυ, πρχ παρά= ακινησία ιστιοφόρου
2. εκφ, estar al pairo, ναυ, είμαι σε ακινησία
ή μτφ, στέκω στο παρά= είμαι στο περίμενε, σε αναμονή