PARDO= ΠΡΧ ΠΑΡΔΟΣ> ΚΑΣΤΑΝΟΣ, ΚΑΦΕ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
pardo 1. α, πρχ από λεο-πάρδαλη> πάρδος> κηλίδες καστανές= χρώμα καφέ, καστανό
2. εκφ, el Pardo, παλαιό ανάκτορο που χρησιμοποίησε ο Φράνκο
pardo, da 1. ε, καφετής, -ιά, -í, σκουρόχρωμος, -η, -o
2. μτφ, για καιρό, σκοτεινιασμένος, -η, -o, νεφελώδης, -ης, -ες, σκούρος, -η, -ο,
unas nubes pardas, μερικά σύννεφα σκούρα
día pardo, ημέρα σκοτεινιασμένη
3. μτφ, για φωνή, βραχνός, -ή, -ό
pardear 1. ρα, παίρνω καφετί απόχρωση
pardela 1. θ, ορν, πάφιν, φρατερκούλη η αρκτική
pardillo, lia 1. α θ, οικ, μτφ, πρχ παρδαλός στο μυαλό= χαζός, μπούφος,
he caído en la trampa como un pardillo, έχω πέσει στην παγίδα σαν τον μπούφο
2. ε, χαζός, -ή, -ó
3. αφελής, -ής, -ές, εύπιστος, -η, -o, es un pardillo, se lo cree todo!
είναι ένας αφελής, τα πιστεύει όλα!
pardillo 1. α, ορν, κοκκινόσπιζα , φανέτο
pardusco, ca 1. ε, καφετής, -ιά, -ί
parduzco, ca 1. ε, καφετής, -ιά, -ί