PARAMERA= ΠΡΧ ΠΑΡΑΜΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ, ΠΡΧ ΠΑΡΑΜΟ> ΕΡΗΜΟ-ΤΟΠΟΣ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
paramera 1. θ, πρχ παράμερη περιοχή, έρημος, αφιλόξενος τόπος
paramero, ra 1. ε, παράμερος, -η, -ο, ερημικός, -ή, -ό, αφιλόξενος, -η, -ο,
tierras parameras, αφιλόξενοι, ερημικοί τόποι
fauna, flora paramera, πανίδα, χλωρίδα της ερήμου
páramo 1. α, γεω, πρχ π-αραμο> έρημος= έρημη γη, ακαλλιέργητη, άγονη γη
2. μτφ, αφιλόξενος τόπος, συνήθως με πολύ κρύο, ερημό-τοπος, ερημιά,
yo no podría vivir en un páramo, εγώ δεν θα μπορούσα να ζήσω σε ένα ερημό-τοπο