OPTAR

OPTAR= ΠΡΧ ΕΠ-ΟΠΤΕΥΩ, ΕΧΩ ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ> ΓΝΩΜΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

optar 1. ρα, πρχ επ-οπτεύω κάτι= επιλέγω, sólo hay un libro, no es posible optar,

υπάρχει μόνο ένα βιβλίο, δεν είναι δυνατόν να επιλέξεις

2. ρμ, ρα, optar a, επ-οπτεύω προς= μπορώ να εποπτεύω κάτι σαν επιλογή, επιθυμία,

προσ-βλέπω σε, ελπίζω σε, επιδιώκω να, este equipo opta al título mundial,

αυτή η ομάδα ελπίζει στον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή

3. επ-οπτεύω για θέση, υποβάλλω αίτηση, optan al puesto muchos candidatos,

υποβάλλουν αίτηση πολλοί υποψήφιοι για τη θέση

4. optar entre, διαλέγω, επιλέγω ανάμεσα σε, se puede optar entre varios colores,

μπορείτε να επιλέξετε ανάμεσα σε πολλά χρώματα

5. optar por, επ-οπτεύω υπερ= επιλέγω, διαλέγω, optó por no venir, επέλεξε να μην έρθει

optativa 1. θ, εκπ, πρχ επ-οπτική= μάθημα επιλογής,

física no es una optativa sino una obligatoria,

η φυσική δεν είναι επιλεγόμενο, αλλά υποχρεωτικό μάθημα

optativo, va πρχ επ-οπτικός> μπορώ ή όχι να θελήσω

1. ε, προ-αιρετικός, -ή, -ó, για πράξη, απόφαση

2. εκπ, επιλεγόμενος, -η, -o, προαιρετικός, -ή, -ó,

Inglés es una materia obligatoria, pero francés e italiano son optativas,

Τα αγγλικά είναι υποχρεωτικό μάθημα, αλλά τα γαλλικά και τα ιταλικά είναι προαιρετικά

3. γρμ, ευκτικός, -ή, -ó

optativo 1. α, γρμ, ευκτική έγκλιση

adoptar πρχ αντ-οπτεύω= επ-οπτεύω, μτφ επιλέγω, υιοθετώ

1. ρμ, υιοθετώ παιδί, σαν να το έχω υπό οπτική προστασία, επόπτευση,

quiero adoptar un niño, θέλω να υιοθετήσω ένα παιδί

2. μτφ, παίρνω υπηκοότητα, όνομα, Muchas mujeres deciden no adoptar el apellido de su marido cuando se casan, Πολλές γυναίκες αποφασίζουν να μην υιοθετήσουν το επώνυμο του συζύγου τους όταν παντρευτούν

3. μτφ, υιοθετώ ιδέες, μεθόδους, τρόπους, adoptó la moda francesa,

υιοθέτησε την γαλλική μόδα

adoptó una actitud muy arrogante, υιοθέτησε μια στάση πολύ αλαζονική

4. μτφ, παίρνω αποφάσεις, υιοθετώ μέτρα, El gobierno adoptó unas medidas muy severas que acabaron con la estabilidad de muchas familias, Η κυβέρνηση υιοθέτησε πολύ αυστηρά μέτρα που κατέστρεψαν τη σταθερότητα πολλών οικογενειών,

la junta adoptó medidas restrictivas, το συμβούλιο πήρε μέτρα περιοριστικά,

5. παίρνω σχήμα, adoptó una forma aerodinámica, πήρε ένα σχήμα αεροδυναμικό

6. υιοθετώ, παίρνω, La postura que adoptaste en la discusión no me gustó nada,

Η θέση που πήρες στη συζήτηση δεν μου άρεσε καθόλου

adoptivo, va 1. ε, για άτομο, θετός, -ή, -ó, υιοθετημένος, -η, -o, hijo adoptivo, θετός γιος

2. για πράγμα, θετός, -ή, – ó, patria adoptiva, θετή πατρίδα

adopción 1. θ, υιοθεσία

2. εκφ, de adopción, υιοθετημένος, θετός

adoptable 1. ε, υιοθετήσιμος, -η, -ο, που μπορεί να υιοθετηθεί

adoptante 1. ε, υιοθετίζων, -ουσα, -ον, που υιοθετεί

inadoptable 1. ε, πρχ ανευ> μη υιοθετήσιμος, -η, -ο, που δεν είναι δυνατόν να υιοθετηθεί

cooptar 1. ρμ, πρχ συν-οπτεύω= εκλέγω έμμεσα τα μέλη συμβουλίου

cooptación 1. θ, επιλογή μελών συμβουλίου από τα ήδη υπάρχοντα μέλη, έμμεση εκλογή

opción πρχ όπτευση σε κάτι= επιλογή, πρχ οψιόν αγοράς

1. θ, δυνατότητα όπτευσης= επιλογή, opción difícil, επιλογή δύσκολη,

no le quedó otra opción que dimitir, δεν του έμεινε άλλη επιλογή από το να παραιτηθεί

no hay opción, δεν υπάρχει επιλογή

2. όπτευση σαν πιθανότητα, δυνατότητα, ενδεχόμενο,

tienes dos opciones, irte o quedarte, έχεις δύο δυνατότητες, να φύγεις ή να μείνεις

hay tres opciones, υπάρχουν τρία ενδεχόμενα

alquiler con opción a compra, ενοικίαση με δυνατότητα αγοράς

3. οκν, οψιόν, δικαίωμα προαίρεσης

4. σνθ, opción de adquisición, οκν, δικαίωμα προαίρεσης απόκτησης

opción de compra de acciones, οκν, δικαίωμα προαίρεσης αγοράς μετοχών

opción de compra, venta, οκν, δικαίωμα προαίρεσης αγοράς, πώλησης

opción de futuro, οκν, δικαίωμα προαίρεσης σε συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης

5. εκφ, dar opción a, δίνω το δικαίωμα να

tener opción a, έχω οψιόν σε = δικαιούμαι να

opcional 1. ε, που δίνει όπτευση> επιλογή= προαιρετικός, -ή, -ó,

respuesta opcional, απάντηση προαιρετική

opcionalmente 1. επρ, προαιρετικά, se puede visitar, opcionalmente, el estadio,

μπορεί κανείς να επισκεφθεί, προαιρετικά, το στάδιο

opinión 1. θ, πρχ όπτευση για κάτι σαν άποψη, γνώμη, ιδέα,

su opinión sobre la novela es positiva, η άποψη του για το μυθιστόρημα είναι θετική

¿cuál es tu opinión al respecto? ποια είναι η γνώμη σου σχετικά με αυτό;

2. γνώμη ατόμων για κάποιον, goza de buena opinión entre sus compañeros,

χαίρει καλής γνώμης μεταξύ των συναδέλφων του

3. σνθ, opinión pública, κοινή γνώμη

4. εκφ, cambiar de opinión, αλλάζω γνώμη, άποψη

en mi, tu, su κλπ, opinión κατά τη γνώμη μου, σου, του, της κ.λπ.

formarse una opinión, φορμάρομαι= σχηματίζω άποψη

reservarse la opinión, ρεσερβάρω = κρατάω τη γνώμη μου για τον εαυτό μου

salvo mejor opinión, εκτός αν υπάρχει καλύτερη άποψη

según opinión de, σύμφωνα με την άποψή του

ser de la opinión de que, είμαι της γνώμης ότι

opinar 1. ρμ, πρχ οπτεύω για κάτι, κάποιον ή τι οπτική έχω για κάτι =

πιστεύω, θεωρώ, νομίζω, είμαι της γνώμης, opino que deberíamos irnos,

πιστεύω πως θα έπρεπε να φύγουμε

2. ρα, εκφέρω γνώμη, άποψη πάνω σε κάτι,

prefiero no opinar sobre la cuestión, προτιμώ να μην εκφέρω γνώμη για το ζήτημα

¿qué opinas de esto? τι άποψη έχεις γι αυτό;

3. εκφ, opinar bien, mal de alguien, έχω καλή, άσχημη γνώμη για κάποιον

opinable 1. ε, οπτεύσιμο για γνώμες, που επιδέχεται άλλη οπτική= συζητήσιμος, -η, -ο,

tus ideas son opinables, no todos pensamos igual,

οι ιδέες σου είναι συζητήσιμες, δεν σκεφτόμαστε όλοι το ίδιο

inopinado, da 1. ε, αν-όπτευτο> δεν μπορείς να το επ-οπτεύσεις πριν= απρόοπτος, -η, -ο,

αναπάντεχος, -η, -ο, απροσδόκητος, -η, -ο, απρόσμενος, -η, -ο,

acontecimiento inopinado, συμβάν απρόοπτο

Scroll to Top