OLLA

OLLA= ΠΡΧ ΟΛΙΑ> Θ-ΟΛΟΣ> ΧΥΤΡΑ, ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

olla πρχ ολια> θ-όλος= χύτρα, πρχ κατσαρ-όλα, πρχ κεφ-άλα, πρχ γράμμα Ο= δίνη

1. θ, χύτρα, κατσαρόλα κεραμική ή μεταλλική, saca la olla del fuego,

βγάλε τη χύτρα από τη φωτιά

2. περιεχόμενο, φαγητό κατσαρόλας, ha preparado una olla de frijoles,

έχει ετοιμάσει μια κατσαρόλα φασόλια

3. μτφ, ρουφήχτρα, δίνη σε θάλασσα, ποτάμι

4. μτφ, πρχ ολα> κεφ-άλα ή σαν θόλος, ¡qué golpe te has dado en la olla!

τι χτύπημα ήταν αυτό που έδωσες στην κεφάλα σου!

5. μτφ, αθλ, περιοχή μπροστά από το τέρμα

6. σνθ, olla a, de presión, exprés, χύτρα (πίεσης) ταχύτητας

ή μτφ, μέρος σαν χύτρα, καζάνι που βράζει, el estadio era una olla a presión,

το γήπεδο ήταν καζάνι που βράζει

olla podrida, μαγ, στιφάδο με κρέας και φασόλια

olla ciega, κουμπαράς

olla de fuego, στρ, (χειρο)βομβίδα, οβίδα

olla de grillos, οικ, μτφ, τρελάδικο

7. εκφ, estar mal de la olla, οικ, μτφ, είμαι μελανός στην κεφ-άλα= δεν πάω καλά στα μυαλά írsele a alguien la olla, οικ, μτφ, του έχει φύγει το κεφάλι, τα έχει χάσει

ollería 1. θ, πρχ κατσαρ-ολαρία= βιοτεχνία με χύτρες κεραμικές

2. μαγαζί ή γειτονιά πώλησης με χύτρες, κεραμικά σκεύη, αγγειοπλαστική

3. σύνολο από κεραμικά σκεύη

ollero, ra 1. α θ,πρχ κατσαρ-ολάρης= αγγειοπλάστης, κεραμίστας, κεραμίστρια

2. έμπορος κεραμικών

3. εκφ, cada ollero alaba su puchero, πρμ, κάθε κεραμιστής ευλαβείται την χύτρα του=

αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει

ollera 1. θ, ζωλ, γαλαζοπαπαδίτσα

Scroll to Top