NÚMERO

NÚMERO= ΝΟΥΜΕΡΟ, ΑΡΙΘΜΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

anomia 1. θ, ψυχ, ιατ, ανομία

Numidia 1. ονο, Νουμιδία

númida 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με τη Νουμιδία, κάτοικος της Νουμιδίας

alfanumérico, ca 1. ε, πλφ, αλφαριθμητικός, -ή, -ó

número πρχ νούμερο

1. α, νούμερο, αριθμός σε σειρά, δημοσίευση, τεύχος, διεύθυνση,

que pase el número cuatro, ας περάσει το νούμερο 4,

sólo me falta un número para acabar la colección,

μόνο μου λείπει ένα τεύχος για να τελειώσω την συλλογή

ή νούμερο σε θέαμα, τσίρκο, σόου, el número de los domadores me ha gustado mucho,

το νούμερο των θηριοδαμαστών μου άρεσε πολύ

2. αριθμός σε γραπτό, Escribe el número de cuenta en el formulario,

Γράψε τον αριθμό λογαριασμού στη φόρμα

3. νούμερο για υποδήματα, γάντια ή νούμερο για κουστούμι

4. μτφ, νούμερο, θέαμα, σκηνικό, ¡menudo número ha montado para que le dejen entrar!

ποπό νούμερο που έστησε για να τον αφήσουν να μπει!

5. αριθμός για ποσότητα, asistió un gran número de espectadores,

παρακολούθησε ένας μεγάλος αριθμός από θεατές

6. αριθμός σε λόττο, λαχνός, cómprame un número para el sorteo de mañana,

αγόρασε μου ένα λαχνό για την αυριανή κλήρωση

7. μτφ, αστυνομικός, όργανο της τάξης, επειδή έχουν νούμερα στην στολή τους

8. γρμ, μαθ, αριθμός, El número cero es un entero, Ο αριθμός μηδέν είναι ακέραιος,

¿Cuál es tu número de teléfono?, Ποιος είναι ο αριθμός του τηλεφώνου σου;

9. σνθ, número cardinal, ordinal απόλυτο, τακτικό αριθμητικό

número cuántico, decimal, κβαντικός δεκαδικός αριθμός

número complementario, συμπληρωματικός αριθμός

número de cuenta, αριθμός λογαριασμού

número de teléfono, αριθμός τηλεφώνου

número de identificación personal, προσωπικός αριθμός ταυτότητας

número de magia, ταχυδακτυλουργικό νούμερο

número de matrícula αριθμός άδειας, αριθμός κυκλοφορίας

número de serie, αριθμός σειράς, σειριακός αριθμός

número dual, entero δυαδικός , ακέραιος αριθμός

número par, impar ζυγός, μονός αριθμός

número premiado, νούμερο, αριθμός που κερδίζει σε λαχνό, λόττο

número primo, πρώτος αριθμός

número redondo, στρογγυλός αριθμός

número singular, plural ενικός , πληθυντικός αριθμός

número suelto, τεύχος, περιοδικό

10. εκφ, de número, με νούμερο> αριθμημένος σε προσωπικό= μόνιμος, τακτικός, académico de número, τακτικός καθηγητής, ακαδημαϊκός

en números rojos, οκν, για λογαριασμό, στο κόκκινο

hacer números, οικ, κάνω υπολογισμούς

montar el número, οικ, μτφ, στήνω ένα νούμερο> κάνω σκηνή σε κάποιον,

le monta el número cada vez que se enfada, του κάνει σκηνή κάθε φορά που θυμώνει

pedir número, ζητάω νούμερο, pidió número para el médico, ζήτησε νούμερο για τον ιατρό

ser el número uno, είμαι το νούμερο 1, ο καλύτερος, κορυφή

sin número, άνευ νούμερου= αναρίθμητο, πολυπληθές, αμέτρητο, πάρα πολύ σε ποσότητα,

una multitud sin número se apostó en el edificio esperando verle,

ενα πλήθος αναρίθμητο στήθηκε στο κτίριο ελπίζοντας να τον δει

repartieron dulces sin número, μοίρασαν γλυκά αμέτρητα

numerar πρχ νουμερο-δοτώ

1. ρμ, αριθμώ κάτι, βάζω αρίθμηση, en los teatros numeramos los asientos,

στα θέατρα αριθμούμε τα καθίσματα

2. απαριθμώ, μετράω, el profesor numeraba a los alumnos mientras entraban en el aula,

ο καθηγητής απαριθμούσε τους μαθητές ενώ έμπαιναν στην τάξη

3. τυπ, αριθμώ σελίδες

3. ραντ, El sargento mandó a los soldados formar y numerarse,

Ο λοχίας διέταξε τους στρατιώτες να παραταχθούν και να αριθμηθούν

numeración πρχ νουμερο-δοσία

1. θ, απαρίθμηση, αρίθμηση, Debes revisar la numeración de las páginas del informe,

Πρέπει να ελέγξεις την αρίθμηση των σελίδων της έκθεσης

2. σύστημα αρίθμησης που βάζω σε κάτι, Los romanos usaban una numeración compleja,

Οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν ένα πολύπλοκο σύστημα αρίθμησης

3. σνθ, numeración binaria, δυαδική αρίθμηση, το δυαδικό σύστημα αρίθμησης

numeración decimal, αρίθμηση δεκαδική

numeración romana, αρίθμηση ρωμαϊκή

numerador πρχ νουμερο-δότης

1. α, μαθ, αριθμητής, el numerador y el denominador,

ο αριθμητής και ο παρονομαστής

2. τχν, αριθμοθέτης, όργανο αρίθμησης

numeral 1. ε, αριθμητικός, -ή, -ό, Existen diversos sistemas numerales, aparte del decimal,

Υπάρχουν πολλά συστήματα αριθμητικά εκτός από το δεκαδικό

2. γρμ, αριθμητικό για ουσιαστικό, επίθετο

numerología πρχ νουμερο-λογία

1. θ, αριθμολογία

numerosidad πρχ νουμερότητα

1. θ, πολυάριθμη παρουσία σε κάτι, μεγάλο αριθμός, πληθώρα,

A pesar de la numerosidad de participantes, la organización fue excelente,

Παρά τον μεγάλο αριθμό των συμμετεχόντων, η οργάνωση ήταν εξαιρετική

numeroso, sa 1. ε, πολυάριθμος, -η, -o, familia numerosa, πολύτεκνη οικογένεια

numerosos, sas 1. ε πλ, πολυάριθμοι, -ες, -α, πολλοί, -ές, -ά,

Hubo numerosos asistentes al concierto, Υπήρξαν πολυάριθμοι θεατές στο κοντσέρτο

numerario, ria 1. ε, α θ, με νούμερο> θέση σταθερή σε κάτι= μόνιμος, -η, -ο, τακτικός, -ή, -ό, μόνιμος, -η, profesor numerario, καθηγητής τακτικός

numerario 1. α, μετρητά, για χρήματα, επειδή μετριέται εκείνη την ώρα

numéricamente 1. επρ, αριθμητικά

numérico, ca 1. ε, πρχ νουμερικός= αριθμητικός, -ή, -ó,

cálculo numérico, αριθμητικός υπολογισμός

numerito 1. α, οικ, νουμεράκι

2. montar el numerito, οικ, μτφ μοντάρω> κάνω ένα σκηνικό για να τραβήξω την προσοχή

Juanito que tiene 2 años, tiene muchas rabietas. A cada sitio que vamos monta un numerito,

Ο Χουανίτο είναι 2 χρονών, έχει πολλά νευράκια. Σε κάθε μέρος που πάμε κάνει σκηνικό

enumerar 1. ρμ, απαριθμώ, enumerar las virtudes de una persona,

απαριθμώ τις αρετές ενός προσώπου

enumeración 1. θ, απαρίθμηση, la enumeración de los planetas del sistema solar,

η απαρίθμηση των πλανητών του ηλιακού συστήματος

2. λίστα, καταγραφή, La ley incluye una enumeración de los derechos fundamentales,

Ο νόμος περιλαμβάνει μια καταγραφή, λίστα των θεμελιωδών δικαιωμάτων

enumerativo, va 1. ε, απαριθμητικός, -ή, -ό, καταγραφικός, -ή, -ό,

El texto utiliza un estilo enumerativo para listar las características del producto,

Το κείμενο χρησιμοποιεί ένα απαριθμητικό ύφος για να παραθέσει τα χαρακτηριστικά του προϊόντος

innumerable 1. ε, αναρίθμητος, -η, -ο, αμέτρητος, -η, -ο,

Las estrellas en el cielo son innumerables, Τα αστέρια στον ουρανό είναι αναρίθμητα

innumerabilidad 1. θ, πρχ α-νουμεροτητα= αναρίθμητο, απειροσύνη,

Los matemáticos estudian la innumerabilidad de ciertos conjuntos infinitos,

Οι μαθηματικοί μελετούν την απειροσύνη ορισμένων απείρων συνόλων

nomadismo 1. α, νομαδισμός

nómada, nómade 1. ε, α θ, νομαδικός, -ή, -ó, νομάδας

nomografía 1. θ, μαθ, νομογραφία

nomograma 1. α, μαθ, νομογράφημα

numismática 1. θ, νομισματολογία

numismático, ca 1. ε, α θ, νομισματικός, -ή, -ó, voμισματολόγος

numulítico, ca 1. ε, γωλ, νουμουλιτικός, -ή, -ó

penene 1. α θ, οικ, μτφ, ακρώνυμο> p-n-n, p-rofesor n-o n-umérico=

καθηγητής, -ια χωρίς μόνιμη θέση> νούμερο

preautonómico, ca 1. ε, πολ, προ-αυτό-νομικός, προ της διαίρεσης της Ισπανίας σε αυτοδιοικούμενες περιφέρειες

sinnúmero 1. α, πρχ ανευ-νούμερο> για άτομα, πράγματα, κάτι αναρίθμητο= σωρό, πλήθος,

Comenzó a hacerme un sinnúmero de preguntas acerca de mi familia y de mis estudios,

Ξεκίνησε να μου κάνει ένα σωρό ερωτήσεις για την οικογένεια μου και τις σπουδές μου

supernumerario, ria 1. ε, υπερ-νουμερικός= υπεράριθμος, -η, -o,

Hemos contratado personal supernumerario para cubrir el pico de trabajo en Navidad,

Προσλάβαμε υπεράριθμο προσωπικό για να καλύψουμε την κορύφωση της εργασίας τα Χριστούγεννα

2. για δημόσιο υπάλληλο, στρατιωτικό, σε διαθεσιμότητα , προσωρινά εκτός νούμερου λίστας μόνιμων

3. α θ, έκτακτος , -η υπάλληλος δημόσιος, επειδή είναι εκτός νούμερου λίστας μόνιμων

binomio 1. α, κυρ, μτφ, πρχ αμφι-ώνυμο= διώνυμο

monomio 1. α, μαθ, μονώνυμο

polinomio 1. α, μαθ, πολυώνυμο

trinomio 1. α, μαθ, τριώνυμο

Scroll to Top