NUCLEAR= ΠΡΧ ΡΙΖΑ ΝΟΥΚΛ-> ΝΟΥΚΛΕΪΚΟ, ΠΥΡΗΝΙΚΟ, ΚΕΝΤΡΙΚΟ,
ΠΡΧ ΝΟΥ-ΚΛΕΑΡ> ΕΝΕ-ΚΛΕΙΩ> ΠΥΡΗΝΑΣ, ΚΑΡΥΔΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
nucleón 1. α, φσκ, νουκλεόνιο
nucleónica 1. θ, φσκ, νουκλεονική
nucleónico, ca 1. ε, φσκ, νουκλεονικός, -ή, -ó, energía nucleónica, νουκλεονική ενέργεια
nucleido 1. α, φσκ, νουκλίδιο
nucleico, ca 1. ε, βιο, νουκλεϊκός, -ή, -ó, πυρηνικός, -ή, -ó
nucléolo 1. α, βιο, πυρηνίσκος
nucleoproteína 1. α, βιο, νουκλεοπρωτεΐνη
nucleótido 1. α, βιο, νουκλεοτίδιο
nuececilla 1. α, βοτ, νουκέλιο
núcleo 1. α, φσκ, βιο, πυρήνας, el núcleo de la célula, ο πυρήνας του κυττάρου,
Una bomba atómica utiliza la fisión para romper el núcleo atómico y liberar energía,
Μια ατομική βόμβα χρησιμοποιεί σχάση για να διασπάσει τον ατομικό πυρήνα και να απελευθερώσει ενέργεια
2. μτφ, πυρήνας, ουσία, Después de muchos rodeos por fin llegamos al núcleo del asunto,
Μετά από πολλές περιστροφές φτάνουμε επιτέλους στην ουσία του ζητήματος
3. μτφ, κέντρο, siempre se convierte en el núcleo de las reuniones,
πάντα μετατρέπεται στο κέντρο των συναντήσεων
4. μτφ, πυρήνας ατόμων, ομάδα, Cuando el partido fue proscripto, quedó reducido a unos pequeños núcleos clandestinos, Όταν το κόμμα τέθηκε εκτός νόμου, περιορίστηκε σε μερικές μικρές παράνομες ομάδες, πυρήνες ατόμων
5. γλγ, πυρήνας, El núcleo de la oración es el verbo, Ο πυρήνας της πρότασης είναι το ρήμα
6. πυρήνας φρούτου, κουκούτσι
7. γωλ, πυρήνας γης
8. σνθ, núcleo atómico, ατομικός πυρήνας
núcleo celular, κυτταρικός πυρήνας
núcleo de la galaxia, γαλαξιακός πυρήνας
núcleo duro, σκληρός πυρήνας,
El núcleo duro del partido, ο σκληρός πυρήνας του κόμματος
núcleo urbano, rural, residencial, αστικός, αγροτικός, οικιστικός πυρήνας
nuclearizar 1. ρμ, πυρηνικοποιώ, εξοπλίζω με πυρηνικά όπλα,
Estos países tienen planeado nuclearizar sus territorios,
Αυτές οι χώρες έχουν σχεδιασμένο να πυρηνικοποιήσουν τα εδάφη τους
nuclearización 1. θ, πυρηνικοποίηση, εξοπλισμός με πυρηνικά όπλα
desnuclearizar 1. ρμ, αποπυρηνικοποιώ, σταματώ πυρηνικό εξοπλισμό
2. κλείνω πυρηνικές εγκαταστάσεις
desnuclearización 1. θ, αποπυρηνικοποίηση
2. κλείσιμο πυρηνικών εγκαταστάσεων
desnudearizado, da 1. ε, αποπυρηνικοποιημένος, -η, -o, zona desnuclearizada, αποπυρηνικοποιημένη ζώνη
enucleación πρχ ε-νουκλεασιον> εκ-πυρήνωση
1. θ, βιο, ιατ, αφαίρεση του πυρήνα, αποπυρήνωση, εξόρυξη, εκρίζωση
nuclear 1. ε, πυρηνικός, -ή, -ό, La membrana nuclear protege a los cromosomas,
Η πυρηνική μεμβράνη προστατεύει τα χρωμοσώματα,
Los ecologistas protestaron contra la construcción de la planta nuclear,
Οι οικολόγοι διαμαρτυρήθηκαν κατά της κατασκευής του πυρηνικού σταθμού
2. μτφ, κεντρικός, -ή, -ό, la idea nuclear de la obra es el paso del tiempo,
Η κεντρική ιδέα του έργου είναι το πέρασμα του χρόνου
3. θ, πυρηνικός σταθμός, el pueblo se movilizó contra la instalación de la nuclear,
Ο λαός κινητοποιήθηκε ενάντια στην εγκατάσταση του πυρηνικού σταθμού
4. σνθ, energía nuclear, πυρηνική ενέργεια
bomba nuclear, πυρηνική βόμβα
Arma nuclear, Πυρηνικό όπλο
polinuclear 1. ε, πολυπυρηνικός, -ή, -ó
uninucleado, da 1. ε, βιο, μονοπυρηνικός, -ή, -ó
mononuclear 1. ε, α, μονοπυρηνικός, -ή, -ó
mononucleosis 1. θ, μονοπυρήνωση
nuez 1. θ, καρύδι, casca las nueces con la mano, σπάει τα καρύδια με το χέρι
Le puso nueces a los cereales, Του έβαλε καρύδια στα δημητριακά
2. ανα, μήλο του Αδάμ, Se le notaba mucho la nuez, Του φαινόταν πολύ το μήλο του Αδάμ
3. οπλ, καρύδι βαλλίστρας
4. μτφ, μικρή ποσότητα σαν καρύδι, pusieron una nuez de levadura,
έβαλαν μια μικρή κουταλιά μαγιά
5. nuez de cola, καρύδι του κολά
nuez de macadamia, μακαντάμια, φουντούκι Αυστραλίας
nuez moscada, μοσχοκάρυδο
nuez vómica, εμετικό κάρυο, ιπεκακουάνα
6. εκφ, apretarle a alguien la nuez, οικ, στρίβω το λαρύγγι κάποιου, καρυδώνω, πνίγω
cascarle a una persona las nueces, σπάω στο ξύλο κάποιον, ξυλοφορτώνω
volver las nueces al cántaro, γυρίζω τα καρύδια στο καντάρι= τα ξαναβρίσκω με κάποιον,
Después de la pelea, lo mejor es volver las nueces al cántaro y seguir con la fiesta como si nada, Μετά τον καβγά, το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να τα ξαναβρείτε και να συνεχίσετε το πάρτι σαν να μην έχει συμβεί τίποτα
ή ανοίγω εκ νέου ένα θέμα
escueznar 1. ρμ, πρχ εσ-κουε-θναρ> ξε-καρυ-δώνω= καθαρίζω καρύδια
nueza 1. θ, βοτ, βρυωνία
2. σνθ, nueza negra, βρυωνία η κοινή, αγριοκολοκυθιά, αμπελουρίδα
noceda 1. θ, δάσος από καρυδιές
nocedal 1. α, δάσος από καρυδιές
nogal 1. α, βοτ, καρυδιά
2. ξύλο καρυδιάς
3. α, ε, καρυδί χρώμα
nogalina 1. θ, φυσική χρωστική ουσία από τον φλοιό του καρυδιού
noguera 1. θ, βοτ, καρυδιά
nogueral 1. α, φυτεία με καρυδιές
nogada 1. θ, μαγ, σάλτσα με καρύδι και καρυκεύματα