NOYMANCIA= ΠΡΧ ΝΟΥΜΑΝΤΙΑ
Numancia 1. ονο, Νουμαντία
2. εκφ, el cerco de Numancia, η Πολιορκία της Νουμαντίας
numantino, na 1. ε, νουμαντιανός, -ή, -ό, της Νουμαντίας
2. α θ, γηγενής, κάτοικος της Νουμαντίας
3. ε, μτφ, ηρωικός, -ή, -ó, λόγω της πολιορκίας