NIHILISMO

NIHILISMO= ΠΡΧ ΝΗ-ΥΛΙΣΜΟΣ= ΟΥΤΕ ΥΛΗ, ΝΙΧΙΛΙΣΜΟΣ, ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ,

ΠΡΧ ANI-QUILAR> ΑΝΕΥ-ΥΛΙΖΩ> ΔΕΝ ΑΦΗΝΩ ΟΥΤΕ ΥΛΗ> ΔΕΝ ΑΦΗΝΩ ΤΙΠΟΤΑ, ΙΣΟΠΕΔΩΝΩ, ΑΦΑΝΙΖΩ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

nihilismo 1. α, φλφ, νιχιλισμός, μηδενισμός

nihilista 1. ε, φλφ, νιχιλιστικός, -ή, -ό, μηδενιστικός, -ή, -ό

2. α θ, νιχιλιστής, -ια, μηδενιστής, -ια

aniquilar vt 1. ρμ, αφανίζω, καταστρέφω, εξοντώνω, ισοπεδώνω, εξολοθρεύω,

La legión romana aniquiló a los galos, Η Ρωμαϊκή λεγεώνα εξολόθρευσε τους Γαλάτες,

los invasores aniquilaron la ciudad, οι εισβολείς αφάνισαν την πόλη

La peste negra aniquiló a un tercio de la población en Europa,

Η Μαύρη Πανώλη εξαφάνισε το ένα τρίτο του πληθυσμού της Ευρώπης

2. μτφ, ισοπεδώνω, μηδενίζω ψυχικά κάποιον, aquellos comentarios te han aniquilado,

εκείνα τα σχόλια σε έχουν ισοπεδώσει

3. καταστρέφω την υγεία, la cocaína aniquiló su salud,

η κοκαΐνη κατάστρεψε την υγεία του

4. μτφ, ισοπεδώνω, συντρίβω σε αναμέτρηση, el tenista aniquiló a su contrincante,

o τενίστας συνέτριψε τον αντίπαλό του

Alemania aniquiló a Brasil por 7 a 1 y avanzó a la final,

Η Γερμανία ισοπέδωσε τη Βραζιλία με 7-1 και προκρίθηκε στον τελικό

5. μτφ, εξαφανίζω, εκμηδενίζω κάτι, esto aniquila todas mis esperanzas,

αυτό εκμηδένισε όλες τις ελπίδες μου

6. μτφ, επισκιάζω κάποιον, aniquilaba la personalidad de los demás,

επισκίαζε την προσωπικότητα των άλλων

aniquilación 1. θ, ισοπέδωση, αφανισμός, καταστροφή χώρου

2. εξολόθρευση, εξόντωση ατόμου ή πράγματος,

El sádico dictador ordenó la aniquilación de la población de esta zona,

Ο σαδιστής δικτάτορας διέταξε την εξόντωση του πληθυσμού αυτής της περιοχής

3. ισοπέδωση, συντριβή ψυχική, tanta tristeza dio lugar a su aniquilación,

τόση λύπη έδωσε χώρο στην συντριβή του

4. ισοπέδωση, συντριβή αντιπάλου

5. πράξη και αποτέλεσμα του aniquilar

aniquilamiento 1. α, aniquilación

aniquilador, ra 1. ε, καταστρεπτικός, -ή, -ό, εξοντωτικός, -ή, -ό, ισοπεδωτικός, -ή, -ό,

poder aniquilador, δύναμη καταστρεπτική

2. α θ, καταστροφέας, εξοντωτής

Scroll to Top