NARANJA= ΠΡΧ ΝΑΡΑΝΧΑ> ΝΕΡΑΝΤΖΙ> ΧΡΩΜΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ,
ΠΡΧ ΟΡΑΝΙΕ> ΕΘΝΙΚΗ ΟΛΛΑΝΔΙΑΣ> ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΧΡΩΜΑ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
naranja 1. θ, πρχ φρούτο πορτοκάλι, un zumo de naranja, ένας χυμός από πορτοκάλι
2. σνθ, media naranja, οικ, μτφ, το έτερο ήμισυ ερωτικά ή μτφ, με τα ίδια γούστα
ή ατκ, μτφ, τρούλος
naranja agria, dulce, πικρό, γλυκό πορτοκάλι
naranja cajel, πορτοκάλι με γλυκόξινη γεύση
naranja de sangre, πορτοκάλι σαγκουίνι, αιματόσαρκο
naranja navelina, sanguina, πορτοκάλι σαγκουίνι
naranja mandarina, μανταρίνι
naranja tangerina, μανταρίνι
3. εκφ, ¡naranjas de la China! οικ, πορτοκάλια απο Κίνα= με την καμία, δεν σφάξανε!
naranjo 1. α, βοτ, δέντρο πορτοκαλιά
2. ξυλεία πορτοκαλιάς
naranja 1. α, χρώμα πορτοκαλί
2. ε, πορτοκαλί
naranjada 1. θ, πορτοκαλάδα
naranjal 1. α, πορτοκαλεώνας
naranjado, da 1. ε, πορτοκαλής, -ιά, -ί
naranjero, ra 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με πορτοκάλια, la industria naranjera,
πορτοκαλο-βιομηχανία
2. μτφ, για σωλήνα, caño, tubo, cañería naranjera, σωλήνωση μεσαίου διαμετρήματος
3. α θ, πωλητής, -ια ή έμπορος πορτοκαλιών
4. καλλιεργητής, -ια πορτοκαλιών
anaranjado, da 1. ε, πορτοκαλό-χρωμος, -η, -o, πορτοκαλί
anaranjado 1. α, χρώμα πορτοκαλί
naranjero 1. α, μτφ, πλατύστομο τουφέκι, τρομπλόνι