MÉTODO= ΠΡΧ ΜΕΘΟΔΟΣ, ΟΔΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
anódico, ca 1. ε, φσκ, ανοδικός, -ή, -ó
ánodo 1. α, φσκ, άνοδος, θετικό ηλεκτρόδιο
2. σνθ, ánodo acelerador, άνοδος επιτάχυνσης
ánodo de enfoque, άνοδος εστίασης
catódico, ca 1. ε, φσκ καθοδικός, -ή, -ó
cátodo 1. α, φσκ, κάθοδος
diodo 1. α, ηκλ, δίοδος
éxodo 1. α, κυρ, μτφ, έξοδος, φυγή, el éxodo de los judíos, η Έξοδος των Εβραίων
en verano se produce un éxodo masivo hacia las islas,
το καλοκαίρι πραγματοποιείται μαζική έξοδος προς τα νησιά
2. σνθ, éxodo rural, εγκατάλειψη της υπαίθρου
Éxodo 1. ονο, θρη, βιβλίο Έξοδος
odómetro 1. α, οδομετρητής για όχημα, άτομο
teodolito 1. α, θεοδόλιχος
triodo, da 1. ε, ηκλ, τριοδικός, -ή, -ó
triodo 1. α, ηκλ, τρίοδος
periódico 1. α, εφημερίδα
2. σνθ, periódico dominical, κυριακάτικη εφημερίδα
periódico matinal, de la mañana πρωινή εφημερίδα
periódico vespertino, de la tarde, απογευματινή εφημερίδα
periódico, ca 1. ε, που γίνεται ανα περίοδο χρονική, περιοδικός, -ή, -ó,
publicación periódica, περιοδική έκδοση
festival periódico, φεστιβάλ περιοδικό
2. μαθ, που διαιρείται με επανάληψη, περιοδικά, περιοδικός, -ή, -ó
3. φσκ, περιοδικός, -ή, -ó onda periódica, κύμα περιοδικό
periodicucho 1. α, υτμ, περιοδικούτσικο= φυλλάδα
periodismo 1. α, δημοσιογραφία, periodismo radiofónico, televisivo,
ραδιοφωνική, τηλεοπτική δημοδιογραφία
escuela de periodismo, σχολή δημοσιογραφίας
2. σνθ, periodismo amarillo, κίτρινη, σκανδαλοθηρική δημοσιογραφία
periodismo de investigación, deportivo ερευνητική, αθλητική δημοσιογραφία
periodismo gráfico, φωτορεπορτάζ
periodista 1. α θ, δημοσιογράφος
2. σνθ, periodista del corazón, δημοσιογράφος σε ροζ, σκανδαλοθηρικό Τύπο
periodista deportivo, αθλητικογράφος
periodista gráfico, φωτορεπόρτερ
periodístico, ca 1. ε, δημοσιογραφικός, -ή, -ó, lenguaje periodístico, δημοσιογραφικός λόγος articulo periodístico, δημοσιογραφικό άρθρο
periodizar 1. ρμ, περιοδίζω, διαιρώ σε περιόδους κάτι
periodización 1. θ, διαίρεση σε περιόδους
período, periodo 1. α, περίοδος χρονική, χρονικό διάστημα, διάρκεια, φάση, στάδιο
En estos momentos, estamos atravesando un periodo bastante malo,
Αυτή τη στιγμή, διανύουμε μια πολύ άσχημη περίοδο
El periodo de exámenes comienza a finales de junio,
Η εξεταστική περίοδος ξεκινά στα τέλη Ιουνίου
2. αθλ, ημίχρονο
3. εμμηνόρροια, περίοδος γυναικεία
4. γωλ, γρμ, χημ, φσκ, μαθ, περίοδος
5. σνθ, período contable, λογιστική περίοδος
período de arrendamiento, διάρκεια μίσθωσης
período de gestación, περίοδος κύησης, ζυμώσεων
período de incubación, περίοδος επώασης
período de prácticas, περίοδος πρακτικής άσκησης
período de prueba, δοκιμαστική περίοδος
período de sesiones περίοδος, σύνοδος
6. εκφ, venirle el período a una mujer, να έρθει περίοδο σε μια γυναίκα, έχω περίοδο
periodicidad 1. θ, περιοδικότητα
periódicamente 1. επρ, περιοδικά
sínodo 1. α, θρη, αστρ, σύνοδος
2. εκφ, el Santo Sínodo, η Ιερά Σύνοδος
sinodal 1. ε, συνοδικός, -ή, -ό
sinódico, ca 1. ε, θρη, αστρ, συνοδικός, -ή, -ó
método 1. α, μέθοδος σαν τρόπος πράξης, εκτέλεσης, no me gustan sus métodos violentos,
δεν μου αρέσουν οι βίαιοι μεθόδοι του
2. μέθοδος σαν σύστημα, σειρά σε ενέργειες, si vives con método ahorrarás más,
αν ζείς με σύστημα θα οικονομήσεις παραπάνω
3. μέθοδος συγκεκριμένη για να πάρεις ένα αποτέλεσμα,
método científico, επιστημονική μέθοδος
4. σνθ, método analítico, αναλυτική μέθοδος
un método de aprendizaje de idiomas, μέθοδος εκμάθησης γλωσσών.
método anticonceptivo, αντισυλληπτική μέθοδος
metódico, ca 1. ε, μεθοδικός, -ή, -ó, trabajador metódico, μεθοδικός εργαζόμενος
registro metódico, μεθοδική καταγραφή
metodismo 1. α, θρη, μεθοδισμός
metodista 1. ε, α θ, μεθοδιστικός, -ή, -ó, μεθοδιστής, -ια
metodizar 1. ρμ, θέτω μέθοδο σε κάτι, οργανώνω, αιτιολογώ μεθοδικά,
no se puede metodizar todo, δεν μπορεί να τεθεί σε μέθοδο το κάθε τι
metodología 1. θ, μεθοδολογία
metodológico, ca 1. ε, μεθοδολογικός, -ή, -ό
metódicamente 1. επρ, μεθοδικά