MÁRMOL

MÁRMOL= ΠΡΧ ΜΑΡΜΑΡΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mármol 1. α, μάρμαρο

2. τεχ, γλυπτό από μάρμαρο

3. μτφ, πλάκα σιδήρου σε βιοτεχνία υαλού ή υψικάμινο για επεξεργασία υλικού

4. σνθ, mármol brocatel, μάρμαρο με φλεβώσεις

mármol de Carrara, μάρμαρο Καρράρας

5. εκφ, quedarse frío como el mármol, μτφ, μένω κρύος σαν μάρμαρο=

μαρμαρώνω, αποσβολώνομαι

ser alguien de mármol, un mármol, είναι κάποιος από μάρμαρο, ένα μάρμαρο= αναίσθητος

marmolado, da 1. ε, μαγ, σαν μάρμαρο> ανάμεικτος, -η, -o, με νερά όπως εκείνα του μαρμάρου, συνήθως κέικ

marmolejo 1. α, ατκ, κιονίσκος

marmolería 1. θ, μάρμαρα κτηρίου, la marmolería del edificio,

τα μάρμαρα του κτηρίου

2. μαρμαράδικο, μαρμαρογλυφείο

marmolillo 1. α, πάσσαλος μαρμάρινος για εμπόδιση πρόσβασης, τροχοσόβη δρόμου

2. μτφ, άτομο με μυαλό μαρμάρινο, στόκος

marmolina 1. θ κατ, μαρμαροκονία

marmolista 1. α θ, μαρμαρογλύπτης, μαρμαρογλύφος, μαρμαράς

2. πωλητής, -ια μαρμάρου

marmóreo, a 1. ε, μαρμάρινος, -η, -o

Scroll to Top