MOZO

MOZO= ΠΡΧ ΜΟΥΤΣΟΣ> ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ, ΠΡΧ ΜΥΤΗ, ΠΡΧ ΜΑΔΕΡΙ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

modorra πρχ σα μαδέρι πέφτω για ύπνο

1. θ, υπνηλία, χαύνωση, después de comer me entra modorra,

μετά από το φαγητό μου έρχεται υπνηλία

2. μτφ, ύπνος σαν λήθαργος, νάρκη

3. ιατ, κτν, πρχ μοβ-ορα> σαν μοβ χρώμα ή μ-οδορα> υδωρ= κοινουρίωση, κυνουρίαση, υδατινώδης ίλιγγος

4. εκφ, sacudirse la modorra, σείω την υπνηλία= ξ-αγρυπνώ, ξε-νυστάζω

tener modorra, νυστάζω, έχω υπνηλία

modorrar 1. ρμ, για ζώο, προσβάλλομαι από κοινουρίαση, κυνουρίαση

modorrarse 1. ραντ, για φρούτα, μτφ, πρχ (μ)-υδωρ-ιάζω= υπερ-ωριμάζω, παρα-γίνομαι

modorro, rra πρχ σα μαδέρι το μυαλό, σώμα

1. ε, πρχ μαδεριασμένος= νυσταλέος, -α, -o, ναρκωμένος, -η, -o, νωθρός, -ή, -ó,

Después de la comida, siempre me siento modorro,

Μετά το φαγητό, πάντα αισθάνομαι ναρκωμένος

2. για αρνί, πρόβατο, cordero, oveja, πάσχων, -ουσα, -ον από κοινουρίαση

3. για φρούτα, μτφ, υπερώριμος, -η, -ο, παραγινωμένος, -η, -ο

4. για εργάτη ορυχείου, πάσχων, -ουσα, -ον από πρχ υδρ-αργυρισμό, υδραργυρίαση

5. μτφ, για άτομο, α θ, μαδέρι στο μυαλό= αδαές, αμόρφωτο άτομο

es un modorro de marca mayor, είναι ενας αμόρφωτος με περικεφαλαία

6. ανθρακωρύχος πάσχων από υδραργυρίαση

amodorrar 1. ρμ, κάτι με κάνει σα μαδέρι στο μυαλό= νυστάζω, αποχαυνώνω, αποκοιμίζω,

este conferenciante amodorra al público,

αυτός ο ομιλητής μαδεριάζει> αποκοιμίζει το κοινό

2. ραντ, νυστάζω εγώ, αποχαυνώνομαι, αποκοιμιέμαι, se ha amodorrado en el sofá,

έχει μαδεριαστεί> αποκοιμηθεί στον καναπέ

amodorramiento 1. α, νυσταγμός, αποχαύνωση, υπνηλία

amodorrado, da 1. ε, αποχαυνωμένος, -η, -o, κοιμισμένος, -η, -o, νυσταγμένος, -η, -ο

muchacho, cha πρχ μούτσος> μικρό παιδί για δουλειές, θελήματα

1. α θ, αγόρι, κορίτσι, Había un grupo de muchachos jugando al tenis,

Υπήρχε μια ομάδα αγοριών που έπαιζαν τένις

2. νεαρό αγόρι, κορίτσι, ¿Quién es ese muchacho que está en el jardín con Isabel?

Ποιο είναι αυτό το νεαρό αγόρι που στέκει στον κήπο με την Ιζαμπέλ;

3. μαθητευόμενος, -νη

4. μικρός, -ή,¡Oye, muchachο! Ayúdame a mover este sofá,

Άκου, μικρέ! Βοήθησέ με να μετακινήσω αυτόν τον καναπέ

5. παιδί για τα θελήματα, βοηθός, El muchacho le subirá las maletas a la habitación,

Το παιδί θα σας ανεβάσει τις βαλίτσες στο δωμάτιό

muchacha 1. θ, οικιακή βοηθός, υπηρέτρια

muchachada 1. θ, σύνολο από μούτσους= παιδομάνι

2. πράξη μουτσου= παιδαριώδης συμπεριφορά, παιδιαρίσματα, πλάκα παιδιού

muchachear 1. ρα, παιδιαρίζω, σαν μούτσος φέρομαι

2. φέρομαι σαν νέος= παλι-μπαιδίζω, νεάζω

todavía muchachea piropeando a las chicas, ακόμα νεάζει φλερτάροντας με κορίτσια

muchachería 1. θ, παιδομάνι

2. παιδαριώδης συμπεριφορά, παιδιαρίσματα, πλάκα παιδιού

muchachil 1. ε, παιδικός, -ή, -ó

2. νεανικός, -ή, -ó

mozo, za πρχ μούτσος> μικρό παιδί

1. α, στρ, επίστρατος

2. α θ, νεαρός βοηθός σε αποθήκη

3. καμαριέρης ξενοδοχείου

4. αχθοφόρος σε σταθμό

5. υπηρέτης

6. μτφ, κρεμάστρα

7. σνθ, mozo de caballos, de cuadra ιπποκόμος, σταβλίτης

mozo de cordel, de cuerda, μούτσος με χορδή> σχοινί για μεταφορά= αχθοφόρος, χαμάλης

mozo de espuela, μούτσος με σπιρούνι= υπηρέτης πεζός μπροστά από άλογο κυρίου

mozo de estoques, ταυ, βοηθός ταυρομάχου

8. εκφ, ser buena moza, είμαι κούκλα

ser buen mozo, είμαι κούκλος

una real moza, μια κούκλα

mozuelo, la 1, α θ, μουτσ-ούλι = νεαρό αγόρι, νεαρό κορίτσι

mochuelo 1. α, οικ, μτφ, πρχ μουτσουλιά> δουλειά για μούτσο = αγγαρεία, υπόθεση

ή δουλειά δύσκολη, πακέτο, Le echaron el mochuelo, Του έριξαν το πακέτο, αγγαρεία

2. τυπ, μτφ, τυπογραφικό λάθος

3. εκφ, cargarle a alguien el mochuelo, οικ, μτφ, του καργάρουν σε κάποιον την αγγαρεία

= αγγαρεύω κάποιον, σαν να κάνει την δουλειά του μούτσου

mozo, za 1. ε, της νεότητας, νεαρός, -ή, -ó, años mozos, χρόνια νεότητας, νεαρά

Te veo muy moza, Σε βλέπω πολύ νεαρή

2. μτφ, σαν μούτσος= ανύπαντρος, -η, -o

3. α θ, νέος, νέα

4. μτφ, ανύπαντρος, -ρη

mozalbete 1. α, υτμ, νεαρούλης

mozarrón, ona 1. α θ, παίδαρος

moza πρχ μούτσος

1. θ, οικιακή βοηθός, υπηρέτρια

2. μτφ, μούτσος σαν κόπανος για πλύντρια, moza de lavandera

3. μτφ, ο βοηθός σαν γάντζος για τρίποδο, moza de trébedes

4. μτφ, φιλενάδα, μετρέσα

5. μτφ, τελευταίος γύρος σε χαρτιά

6. σνθ, moza de fortuna, del partido, εκδιδόμενη γυναίκα

mocear 1. ρα, σαν μούτσος φέρομαι= παιδιαρίζω

mocedad 1. θ, νεότητα, νιάτα, en mi mocedad, στα νιάτα μου

2. μτφ, πράξη μούτσου= σκανταλιά

3. παιδιαρίσματα

4. εκφ, Las mocedades del Cid Guillen de Castro, Τα νεανικά χρόνια του Ελ Σιντ

mocerío 1. α, σύνολο από μούτσους> νεολαία, el mocerío del pueblo, η νεολαία του χωριού

mocetón, ona 1. α θ, μούτσαρος= παλικάρι, κοπελάρα

mocito, ta 1. ε, νέος, -α, -o

2. α θ, νεαρός, νεαρή

remozar πρχ περι-μουτσάρω= δίνω νεαρά, νέα όψη σε κάτι, κάποιον

1. ρμ, ανακαινίζω, ανανεώνω, El ayuntamiento remozó el viejo estadio,

Το δημοτικό συμβούλιο ανακαίνισε το παλιό γήπεδο

El arquitecto propuso remozar la fachada del edificio para modernizar su aspecto,

Ο αρχιτέκτονας πρότεινε να ανανεώσει την πρόσοψη του κτιρίου για να το μοντερνίσει

tener un hijo la ha remozado, να έχει ένα παιδί την έχει ανανεώσει

2. για εικόνα, ανανεώνω

3. για φόρεμα, φρεσκάρω

remozamiento 1. α, ανακαίνιση, ανανέωση κτιρίου, πρόσοψης, ατόμου

2. ανανέωση εικόνας

3. φρεσκάρισμα φορέματος

mochila πρχ μο-τσιλα> τσάντα, πρχ μουτσος> μικρό σακίδιο

1. θ, σακίδιο, σάκος εκδρομέα, φοιτητή, mochila de excursionista, estudiante

2. στρ, πρχ μο-τσιλα> μογυλα> (μο)- γυλιός

3. πλφ, φορητή θήκη υπολογιστή

mochilero, ra 1. α θ, ταξιδευτής, περιηγητής με τσάντα στην πλάτη

motilón 1. α, θρη, μτφ, πρχ μουτσουλης= δόκιμος μοναχός

mocho, cha πρχ μοτσο> α-μυτος> χωρίς μύτη, αμβλύς, για κάτι χωρίς μύτη

1. ε, για μολύβι, lápiz, αμβλυμμένος, -η, -o, άμυτος, -η, -ο,

el cuchillo se ha quedado mocho, το μαχαίρι έχει μείνει χωρίς μύτη, άμυτο

2. κολοβός, -ή, -ό, κόλουρος, -η, -ο

3. για ζώο χωρίς κέρατα, ακεράτωτος, -η, -ο, la cabra está mocha,

η κατσίκα είναι ακεράτωτη

4. για δέντρο, κλαδεμένος, -η, -o ή με κομμένη κορυφή

5. για άτομο, μτφ, κουρεμένος, -η, -ο σύρριζα, ¡vaya corte, te han dejado mocho!

τι κούρεμα, σε έχουν αφήσει με σύρριζα μαλλί!

mocho 1. α, μτφ, πρχ μ-οτσο> π-ατσα-βουρα= μάπα σφουγγαρίστρας

2. κοντάκιο τουφεκίου, σαν α-μυτο μέρος,

golpearon a los estudiantes con los mochos de los fusiles,

κτύπησαν τους φοιτητές με το κοντάκι των τυφεκίων

3. εκφ, pasar el mocho, περνάω την μάπα= σφουγγαρίζω

mocha 1. θ, μτφ, μοτσα> μύτη σώματος> κεφάλι= κούτρα

mochada 1. θ, κεφαλιά, κουτουλιά

mochales 1. ε, οικ, μτφ, που χάνει την μύτη του> κούτρα= παλαβός, -ή, -ó

2. εκφ, estar, volverse mochales, τρελαίνομαι, παλαβώνω

mochazo 1. α, κεφαλιά, κουτουλιά

mocheta 1. θ, α-μυτο σημείο τσεκουριού, τσάπας= ράχη, mocheta de hacha, azadón

2. ατκ, πρχ μύτη= ακρο-γείσιο

mochete 1. α, ζωλ, γεράκι, κιρκινέζι

desmochar πρχ ξε-μυτ-αρω> κόβω τις μύτες από κάτι

1. ρμ, κλαδεύω κορυφή δέντρου ή κλαδιά, άκρες,

El jardinero decidió desmochar los árboles para darles una forma más estética,

Ο κηπουρός αποφάσισε να κόψει τα δέντρα για να τους δώσει μια πιο αισθητική μορφή

2. κόβω τις μυτερές άκρες από κέρατα ζώου

3. γκρεμίζω τις επάλξεις σε κάστρο, πύργο

5. μτφ, πετσοκόβω, κόβω μέρος από έργο γραπτό, μυθιστόρημα,

la censura desmochó su novela, η λογοκρισία πετσόκοψε το μυθιστόρημα του

desmoche πρχ ξε-μύτ-αρισμα

1. α, κλάδεμα δέντρου

2. αφαίρεση των μυτερών άκρων από κέρατα ζώων

3. σε πύργο, κάστρο, κτίριο, γκρέμισμα αφαίρεση της κορυφής

desmocho 1. α, ξερόκλαδα δέντρου, σαν ξε-μυτα που έμειναν

mutilar πρχ μυτη-κλάω= κόβω μύτη, άκρο

1. ρμ, ραντ, κυρ, μτφ, ακρωτηριάζω, -ομαι, για μέρος σώματος, κάτι,

La guerra puede mutilar no solo los cuerpos, sino también las almas,

Ο πόλεμος μπορεί να ακρωτηριάσει όχι μόνο τα σώματα, αλλά και τις ψυχές

La censura puede mutilar la expresión artística,

Η λογοκρισία μπορεί να ακρωτηριάσει την καλλιτεχνική έκφραση

se mutiló en un accidente laboral, ακρωτηριάστηκε σε ενα εργατικό ατύχημα

mutilación 1. θ, κυρ, μτφ, ακρωτηριασμός

2. σνθ, mutilación genital femenina, ακρωτηριασμός εξωτερικών γυναικείων σεξουαλικών οργάνων

mutilado, da 1. ε, α θ, ακρωτηριασμένος, -η, -ο, ανάπηρος, -η, -ο, σακάτης, -ισσα

mutilador, ra 1. ε, ακρωτηριαστικός, -ή, -ό, σχετικός με τον ακρωτηριασμό

2. α θ, ακρωτηριαστής, -ια, άτομο που ακρωτηριάζει

Scroll to Top