MOSCA

MOSCA= ΠΡΧ ΜΥΓΑ, ΠΡΧ MOSQUITO= ΜΥΓΑΚΙ> ΚΟΥΝΟΥΠΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mosca πρχ μύγα

1. θ, μύγα

2. μτφ, πρχ, μουσάκι, σαν μύγα

3. μτφ, για άτομο ενοχλητικό, σαν μύγα, κολλητσίδα, no lo soporto más, es una mosca,

δεν τον υποφέρω άλλο, είναι μια κολλητσίδα

4. μτφ, σαν μυγάκια στην όραση

5. μτφ, χρήμα, φράγκα, me he quedado sin mosca, έχω μείνει χωρίς φράγκα

6. στο μπόξ, κατηγορία μύγας, peso mosca

7. μτφ, φαγούρα, Andrés está con mosca, ο Αντρές είναι με φαγούρα

8. μτφ, μικρή μαύρη βρωμιά, λεκές

9. ψεύτικο δόλωμα για ψάρεμα σαν έντομο

10. σνθ, mosca de la carne, κρεατό-μυγα

mosca muerta, μτφ, μύγα> ψόφιος κοριός, σιγανο-παππαδιά

11. εκφ, aflojar, soltar la mosca, οικ, αμολάω, κατεβάζω τον παρά, φράγκα (χωρίς να θέλω)

nadie llevaba dinero y me tocó soltar la mosca a mí,

κανείς δεν είχε λεφτά και μου έτυχε εμένα να πληρώσω

cazar moscas, κυνηγώ μύγες, χάνω τον χρόνο μου, ¡trabaja y deja de cazar moscas!

δούλεψε και σταμάτα να χάνεις τον χρόνο σου

no matar ni una mosca, δεν είναι ικανός να σκοτώσει ούτε κουνούπι

por si las moscas, μτφ, αν οι μύγες> πετάξουν= για κάθε ενδεχόμενο

aunque ahora no llueve, me llevaré el paraguas por si las moscas,

αν και δεν βρέχει, θα πάρω την ομπρέλα για κάθε ενδεχόμενο

tener la mosca, estar con la mosca detrás de la oreja, μτφ, έχει την μύγα πίσω απο το αυτί, όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται,

είμαι καχύποτος για κάτι, ειμαι ψυλλιασμένος για κάτι,

tiene la mosca en la oreja porque les ha visto cuchichear,

είναι καχύποπτος γιατι τους έχει δει να κουτσομπολεύουν

estar mosca, στέκω σαν μύγα= είμαι θυμωμένος ή είμαι καχύποπτος,

estoy un poco mosca con este asunto, hay cosas que no encajan,

είμαι λίγο καχύποπτος με αυτό το θέμα, έχει πράγματα που δεν κολλάνε

picarle a una persona la mosca, μτφ, τον τσιμπάει κάποιον μύγα

¿por qué estás enfadado, qué mosca te ha picado ahora?

γιατί είσαι νευριασμένος; τι μύγα σε τσίμπησε τώρα;

sacudirse alguien las moscas, μτφ, να διώξω τις μύγες> να ξεχαστώ από τα προβλήματα,

se fue de compras con unas amigas para sacudirse las moscas,

πήγε για ψώνια με μερικές φίλες για να ξεχαστεί από τα προβλήματα

moscas 1. θ πλ, σπίθες από φλόγα, σαν μυγάκια, las moscas de la hoguera,

οι σπίθες της φωτιάς

2. επφ, ουστ, για κάτι που ενοχλεί, ¡moscas!

moscarda 1. θ, πρχ μυγ-άρα= κρεατόμυγα

2. μτφ, αβγά της βασίλισσας μέλισσας

moscardear 1. ρα, γεννώ αβγά (μέλισσα)

moscardón 1. α, εντ, πρχ μυγα-ρδος= αλογόμυγα

2. εντ, μπούμπουρας

3. μτφ, για άτομο, μτφ μύγαρος σαν πέφτουλας, ενοχλητικός, παράσιτο

la guapa modelo estaba rodeada de moscardones,

η όμορφη μοντέλα ήταν περιτριγυρισμένη από πέφτουλες

moscareta 1. θ, πρχ μυγο-τρωτης= μυγοχάφτης

moscarrón 1. α, πρχ μυγ-αρος= αλογό-μυγα

moscón 1. α, εντ, κρεατό-μυγα

2. μτφ, για άτομο, μτφ μύγαρος σαν πέφτουλας, ενοχλητικός, παράσιτο

moscona 1. θ, μτφ, ξεδιάντροπη σα μύγα

mosconear 1. ρμ, πρχ, μυγιάζω κάποιον= ενοχλώ, πειράζω, πρήζω,

estoy ocupado, deja de mosconearme, είμαι απασχολημένος, σταμάτα να με ενοχλείς

2. μτφ, επιμένω, εμμένω σαν μύγα

3. ρα, κάνω τον άσχετο, χαζό, πάπια για να πετύχω κάτι

mosconeo 1. α, μτφ, ενόχληση, πρήξιμο σε κάποιον

2. μτφ, επιμονή, εμμονή

moscoso 1. α, οικ, μτφ, αργία, σαν μύγα που κάθεται

mosquear πρχ μυγιάζω

1. οικ, μτφ, θυμώνω, τσατίζω, κάποιον σαν μύγα

2. οικ, μτφ, κάτι με ψυλλιάζει, πονηρεύει, υποπτεύομαι κάτι, σαν μύγα που γυρίζει,

me mosquea este silencio, με πονηρεύει, βάζει σε υποψίες αυτή η σιωπή

3. ραντ, θυμώνω, τσατίζομαι, no va al cine porque se ha mosqueado con nosotros,

δεν πάει στο σινεμά γιατί έχει θυμώσει μαζί μας,

no te mosquees, no lo ha hecho a propósito, μη θυμώνεις, δεν το έκανε επίτηδες

4. μτφ, ψυλλιάζομαι, υποπτεύομαι, πονηρεύομαι για κάτι,

5. ρμ, ραντ, διώχνω τις μύγες, las vacas se mosquean con el rabo,

οι αγελάδες διώχνουν τις μύγες με την ουρά

mosqueo 1. α, θύμωμα, τσατίλα,

2. ψύλλιασμα, καχυποψία, πονήρεμα για κάτι

mosqueado, da πρχ μυγιασμένος

1. ε, μτφ, θυμωμένος, -η, -o, τσατισμένος, -η, -o, σαν μύγα να τον ενοχλεί

está muy mosqueado conmigo, είναι πολύ τσατισμένος μαζί μου

2. μτφ, ψυλλιασμένος, -η, -ο, πονηρεμένος, -ή, -ό για κάτι, σαν μύγα που γυρίζει

3. μτφ, διάστικτος, -η, -ο, todas sus vacas son mosqueadas negras y blancas,

όλες οι αγελάδες τους είναι διάστικτες μαύρες και λευκές

mosqueador 1. α, μυγο-διώχτης

2. μτφ, ουρά (αλόγου ή ταύρου), σαν μυγοδιώχτης

mosquero 1. α, μυγο-διώχτης

2. μυγο-παγίδα

mosquetazo 1. α, πυροβολισμός με μουσκέτο

mosquete 1. α, όπλο μουσκέτο

mosquetería 1. θ, ομάδα μουσκετοφόρων

mosquetero 1. α, μουσκετοφόρος

mosquetón 1. α, όπλο αραβίδα σαν μουσκέτο

mosquito 1. α, πρχ μυγ-άκι= κουνούπι

mosquitera 1. θ, κουνουπ-ιέρα

mosquitero 1. α, κουνουπ-ιέρα

mus 1. α, ισπανικό παιχνίδι τράπουλας,

muscari 1. α, βοτ, μούσκαρι το βοτρυώδες

muscarina 1. θ, χημ, μουσκαρίνη

múscido 1. α, ζωλ μυγο-ειδές

amoscarse 1. ραντ, μυγιάζομαι, θυμώνω

amoscamiento 1. α, πρχ μύγιασμα= θυμός, οργή

remosquearse 1. ραντ, πρχ περι-μυγιάζομαι, κινούμαι σαν μύγα> αλαφιάζομαι

2. τυπ, πρχ μουσκεύω= εκτυπώνω θολά

papamoscas 1. α, ορν, μυγο-χάφτης

2. α θ, για άτομο, μτφ χαζοπούλι, που πα-πα-μύγες= τρώει

Scroll to Top