MORMÓN= ΠΡΧ ΜΟΡΜΟΝΟΣ
mormón, ona 1. ε, α θ, μορμονικός, -ή, -ó, μορμόνος, μορμόνα
mormónico, ca 1. ε, μορμονικός, -ή, -ό
mormonismo 1. α, μορμονισμός
MORMÓN= ΠΡΧ ΜΟΡΜΟΝΟΣ
mormón, ona 1. ε, α θ, μορμονικός, -ή, -ó, μορμόνος, μορμόνα
mormónico, ca 1. ε, μορμονικός, -ή, -ό
mormonismo 1. α, μορμονισμός