MONO

MONO= ΗΧΜ ΜΟΥ-ΜΟΥ> ΜΑΙΜΟΥ, ΠΡΧ ΜΟΝΑ-ΔΙΚΟ ΣΤΟ ΕΙΔΟΣ ΤΟΥ, ΠΡΧ ΜΙΝΙ> ΟΜΟΡΦΟ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

maimón 1. α, ζωλ, μαϊμού

maimones 1. α πλ, μαγ, μτφ, πηχτή σούπα με ψωμί, σκόρδο, πιπεριές και λάδι που φτιάχνεται στην Ανδαλουσία

Maimónides 1. ονο, Μαϊμονίδης

maimonismo 1. α, φλφ, η φιλοσοφία του Μαιμονίδη

mona 1. θ, ζωλ, θηλύκια μαϊμού

2. ζωλ, είδος πιθήκου

3. μτφ, παιγνίδι τράπουλας

4. οικ, μτφ, μπεκρής, μπεκρούλιακας, σαν μαιμού ή μονα> μέθην

5. οικ, μτφ, μπεκριλίκι, μπεκρολόγημα, menuda mona llevaba al salir del bar,

πωπω μεθύσι που είχε οταν βγήκε απο το μπαρ

6. οικ, μτφ, άτομο που μιμείται, πιθηκίζει, esta niña es la mona que imita a su abuela,

αυτή η μικρή είναι η μαιμού που μιμείται την γιαγιά της

7. ταυ, μεταλλικό προστατευτικό που φορά ο πικαδόρ στο αριστερό πόδι

8. σνθ, mona de Pascua, παραδοσιακό τσουρέκι με σοκολατένια αβγά

9. εκφ, corrido como una mona ή hecho una mona, σαν μαιμού= γίνομαι ρεζίλι,

quedó hecho una mona cuando se descubrió su error,

έμεινε σαν μαιμού> έγινε ρεζίλι όταν ανακαλύφτηκε το λάθος του

aunque la mona se vista de seda, mona se queda, ακόμα κι αν η μαιμού ντυθεί με μετάξι, μαιμού μένει= τον αράπη κι αν τον πλένεις το σαπούνι σου χαλάς

dormir la mona, οικ, μτφ, ρίχνω έναν ύπνο μετά από μεθύσι

irse a freír monas, πάω να μαζέψω βρούβες, ¡vete a freír monas!

τράβα να μαζέψεις βρούβες!

mandar a freír monas, οικ, μτφ, στέλνω κάποιον στον αγύριστο, ξαποστέλνω

pillar, agarrar una mona, οικ, μτφ, γίνομαι σκνίπα, τύφλα στο μεθύσι, σαν μαιμού

pintar la mona, κορδώνομαι, κοκορεύομαι

pintarse como una mona, βάφομαι σαν καρνάβαλος

cucamonas 1. θ πλ, πρχ κου-κου-σαν μαιμού= μτφ, κολακείες, καλοπιάσματα,

el niño consiguió el juguete con cucamonas, το παιδί πήρε το παιχνίδι με κολακείες

mono πρχ μονό ύφασμα> ολόσωμη στολή

1. α, πρχ μονό ύφασμα= ολόσωμη φόρμα, ρούχο, el bebé dormía con un mono de algodón, ο μπέμπης κοιμόταν με μια ολόσωμη βαμβακερή

2. μτφ, ολόσωμη φόρμα εργασίας, el mecánico llevaba el mono lleno de grasa,

ο μηχανικός φόραγε την στολή γεμάτη απο γράσο

3. μτφ, φόρμα, στολή του σκι

4. οικ, μτφ, σύνδρομο στέρησης, σαν μαιμού που ζητάει κάτι

5. οικ, μτφ, λαχτάρα έντονη για κάτι, όρεξη, πρχ μόνη επιθυμία ή μαιμού που ζητάει κάτι

6. μτφ, σχέδιο πρόχειρο ατόμου, ζώου, καρικατούρα, ανθρωπάκι

7. μτφ, άτομο που κάνει χειρονομίες σαν μαιμού

8. εκφ, estar alguien con el mono, οικ, μτφ, έχω επιθυμία για κάτι

tener mono de algo, οικ, μτφ, έχω όρεξη για κάτι

monear 1. ρα, μαιμουδίζω για διασκέδαση, κάνω τη μαϊμού, χαζομάρες,

deja de monear y siéntate a comer, σταμάτα να μαιμουδίζεις και κάτσε να φάς

monada 1. θ, πράξη μαιμούς, μαιμουδιές, μαιμουδίσματα, πιθηκίσματα

2. μτφ, χαρούλες, σκέρτσα, con un añito es cuando hacen ya monadas,

με ενα χρονούλι είναι όταν κάνουν πλέον χαρούλες

3. γουτσου-γούτσου, γλύκες, se pasa el día haciéndole monadas a su marido,

περνάει όλη την ημέρα κάνοντας γλύκες στον σύζυγό της

4. μτφ, χαζομάρα, χαζόλογο

monería πρχ πράγμα μίνι και χαριτωμένο, όμορφο ή σαν μαιμού

1. θ, πράξη μαιμούς, μαιμουδιές, μαιμουδίσματα, πιθηκίσματα

2. μτφ, πράγμα σαν μαιμουδάκι ή μονα-δικό= όμορφος, -η, χαριτωμένος, -η, ομορφιά,

esos pendientes son una monería, αυτά τα σκουλαρίκια είναι μια ομορφιά

2. για άτομο, μτφ, με μονα-δική χάρη, ομορφιά, su bebé es una monería,

το μωρό του είναι κουκλάκι

3. μτφ, γλύκες, todo el rato le hace monerías a su novia,

όλη την ώρα κάνει γλύκες στην κοπέλα του

4. εκφ, hacer monerías, μτφ, κάνω χαρούλες, σκέρτσα

ή κάνω χαζομάρες, σαχλαμάρες

monín, na 1. ε, α θ, πρχ μαιμουδίνα= γλυκούλης, -α, -ικο, ομορφούλης, -α, -ικο,

γλυκούλικο άτομο

mono, na πρχ μονα-δικό σε ομορφιά, χάρη ή σαν μαιμού

1. ε, οικ, μτφ, χαριτωμένος, -η, -o, ¡qué cachorro más mono!,

τι κουτάβι χαριτωμένο

2. όμορφος, -η, -o, su hijo es un niño muy mono, ο γιός της είναι πολύ όμορφος

3. για πράγμα, πολύ όμορφος, -η, -ο, Un vestido mono, ένα όμορφο φόρεμα

4. α θ, μαϊμού, πίθηκος

5. σνθ, mono araña, ζωλ, πίθηκος αράχνη

mono aullador, αλουάττα

mono capuchino, negro, καπουτσίνος

mono de repetición, οικ, μτφ, αυτός που πιθηκίζει, μαϊμουδίζει

mono sabio, πρχ μαιμού σοφός= σε τσίρκο, εκπαιδευμένος πίθηκος

ή ταυ, νεαρός βοηθός του πικαδόρ

6. εκφ, ser el último mono, οικ, μτφ, είμαι o τελευταίος τροχός της αμάξης

ser un mono de imitación, de repetición, οικ, μτφ, μιμούμαι

¿tengo monos en la cara?, οικ, μτφ, έχω μαιμού στην κάρα= τι με κοιτάς;

Yemen 1. ονο, Υεμένη

yemení, yemenita 1. ε, α θ, Υεμενικός, -ή, -ό, Υεμενίτης, -ισσα

Scroll to Top