MONDA

MONDA= ΠΡΧ ΜΑΝΔΗΜΑ> ΜΑΔΗΜΑ, ΞΕΦΛΟΥΔΙΣΜΑ, ΦΛΟΥΔΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

monda 1. θ, πρχ μανδάω> μάδημα πατάτας, φρούτου= φλούδα, No tires la monda de limón,

Μην πετάξεις την φλούδα του λεμονιού

2. μάδημα σαν πράξη= ξεφλούδισμα, la monda de la patata, το ξεφλούδισμα της πατάτας

3. μτφ, μάδημα δέντρου= κλάδεμα, la monda de los árboles, το κλάδεμα των δέντρων

4. μτφ, εκκένωση πηγαδιού, monda de pozo

5. μτφ, εκταφή οστών, monda de restos humanos

6. μτφ, μάδημα= ξύλο, Dos hombres atraparon al ladrón y le dieron una monda,

Δύο άντρες έπιασαν τον κλέφτη και του έδωσαν ένα χέρι ξύλο

7. εκφ, ser la monda, οικ, μτφ, είμαι μόντα= για άτομο ή πράγμα, που μοντάρει άνετα κάτι, είμαι πολύ καλός ή κακός για κάτι, είμαι σούπερ, πρώτος, δεν υπάρχει, είναι φανταστικό,

es la monda para las tareas de casa, είναι καλός για τις δουλειές του σπιτιού

tus insinuaciones son la monda, οι μπηχτές σου είναι μαδήματα, μαδούν

¡Esta canción es la monda! ¿Sabés cómo se llama o quién la canta?

Αυτό το τραγούδι είναι φανταστικό! Ξέρεις πώς λέγεται ή ποιος το τραγουδάει;

ή μτφ, είμαι διασκεδαστικός, αστείος> αυτός που σε κάνει να μαδάς από γέλια

este niño es la monda, siempre me río con él,

αυτό το παιδί είναι αστείο, πάντα γελάω με αυτόν

mondadura 1. θ, φλούδα

mondarajas 1. θ πλ, οικ, φλούδες

mondón 1. α, πρχ μανδημένον= κορμός αποφλοιωμένου δέντρου

mondar 1. ρμ, πρχ μανδάω= ξεφλουδίζω πατάτες, φρούτα,

no me gusta mondar las manzanas, δεν μου αρέσει να ξεφλουδίζω τα μήλα

2. απο-φλοιώνω κριθάρι, mondar la cebada

3. μτφ, κλαδεύω

4. μτφ, καθαρίζω ποτάμι, κανάλι

5. οικ, κουρεύω, Sus amigos le mondaron el pelo a Ricardo porque perdió la apuesta,

Οι φίλοι του κούρεψαν τα μαλλιά του Ρικάρντο επειδή έχασε το στοίχημα

6. μτφ, μαδάω σε παιχνίδι κάποιον από λεφτά

7. ραντ, μτφ, μαδιέμαι ή ξε-μοντάρομαι από γέλια, ξεκαρδίζομαι, κατουριέμαι από γέλια,

se mondaba oyendo los chistes del humorista,

ξεκαρδιζόταν ακούγοντας τα αστεία του χιουμορίστα

mondarse de, mondarse de risa, ξεκαρδίζομαι, κατουριέμαι στα γέλια

mondarse con, con él siempre me mondo, πάντα ξεκαρδίζομαι στα γέλια μαζί του

8. εκφ, mondar a palos, μτφ, μαδάω με ροπαλιές κάποιον= ξυλο-φορτώνω, σαπίζω στο ξύλο

le mondaba a palos rabioso cuando llegaba borracho a casa,

τον ξυλοφόρτωνε οργισμένος όταν έφτανε μεθυσμένος στο σπίτι

mondadientes 1. α, πρχ μανδαει-δόντια= οδοντο-γλυφίδα

mondaoídos 1. α, μανδαει-ώτα= ωτικό ξέστρο

mondapozos 1. α, μανδαει-πηγάδια= καθαριστής φρεατίων

mondador, ra 1. α θ, κλαδευτής, κλαδεύτρια

2. ξε-φλουδιστής, -ια, απο-φλοιωτής, -ια, άτομο που ξεφλουδίζει

mondante 1. ε, οικ, που σε κάνει να μαδήσεις από γέλια= ξεκαρδιστικός, -ή, -ό

mondo, da 1. ε, μανδημένος από κάτι και μένει το κύριο μέρος= μόνος, -η, -ο μέρος, καθαρός, -ή, -ό, dejó mondo el esqueleto del pollo,

άφησε καθαρό τον σκελετό του κοτόπουλου

2. μτφ, μαδημένος, -η, -ο από χρήμα, μαλλί, las facturas me han dejado mondo,

οι λογαριασμοί με άφησαν μαδημένο, ρέστο

3. εκφ, mondo y lirondo, οικ, πρχ το μόνο και αληθηνόν= νέτος σκέτος,

es la verdad monda y lironda, είναι η αλήθεια νέτη σκέτη,

είναι η αλήθεια και μόνο η αλήθεια

inmundo, da 1. ε, πρχ ανευ mundo> μουντο> κόσμου> α-κοσμος ή μουντός=

ακάθαρτος, -η, -o, ρυπαρός, -ή, -ό, μιαρός, -ή, -ό, vive en un agujero inmundo,

ζει σε μια τρύπα ρυπαρή

2. μτφ, για νόημα λέξης, μουντό ή άκοσμο= αισχρός, -ή, -ó, vocabulario inmundo,

λεξιλόγιο αισχρό

inmundicia 1. θ, ακαθαρσία, σκουπίδι, βρωμιά

vivían en un agujero de inmundicias, ζούσαν σε μια τρύπα από σκουπίδια

Scroll to Top