MOMIA

MOMIA= ΠΡΧ ΜΟΥΜΙΑ, ΠΡΧ ΜΑΜ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

momia 1. θ, μούμια, La momia sigue dentro del sarcófago…, ¿cierto?

Η μούμια είναι ακόμα μέσα στη σαρκοφάγο… σωστά;

2. υτμ, μτφ, για άτομο, μούμια, βαρετός, -ή, μουντρούχος, -α,

le da igual que vayamos o no porque es una momia,

του είναι το ίδιο αν πάμε ή όχι γιατί είναι μούμια, βαρετός

3. μτφ, αδύνατος, -η, ισχνός, -ή, se quedó hecha una momia tras la enfermedad,

έμεινε σαν μούμια μετά την αρρώστια

4. εκφ, estar hecho una momia, είναι σα μούμια, αδύνατος

momio πρχ μαμ> σαν φαγητό μωρού

1. α, μτφ, ευκαιρία, δώρο, κάτι που αποκτάται με λίγη προσπάθεια ή χρήματα,

esta liquidación es un momio, αυτό το ξεπούλημα είναι ευκαιρία

2. μπόνους, συμπλήρωμα αμοιβής ή επιπλέον από το συμφωνημένο

3. εκφ, de momio, μτφ, τζάμπα

momio, mia 1. ε, μτφ, σαν μούμια, χωρίς λίπος, άλιπος, -η, -ο, άπαχος, -η, -o

Vete a la carnicería a por carne momia para el asado,

Πήγαινε στο χασάπικο για λίγο κρέας άπαχο για το ψήσιμο

momificar 1. ρμ, μουμιοποιώ, El faraón fue momificado y enterrado con todas sus posesiones terrenales, Ο Φαραώ μουμιοποιήθηκε και θάφτηκε μαζί με όλα τα γήινα υπάρχοντά του

2. ραντ, μουμιοποιούμαι

momificación 1. θ, μουμιοποίηση

Scroll to Top