MEZCLAR= ΠΡΧ ΜΙΞΑΡΩ, ΜΕΙΓΝΥΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mix 1. α, πρχ μίξ, συλλογή τραγουδιών σε δίσκο, ανθολογία
remix 1. α, μσκ, μίξη, ρεμίξ
mixtión 1. θ, μίξη, μείξη
mixto 1. α, πρχ μικτό= ανάμεικτο τοστ, Voy a pedir un mixto tostado y una botella de agua,
Θα παραγγείλω ένα ανάμεικτο τοστ και ένα μπουκάλι νερό
2. μτφ, σπίρτο
3. μτφ, μικτό υλικό για χρήση σαν καψούλι, ανάφλεξης
mixto, ta 1. ε, με πολλά στοιχεία, μικτός, -ή, -ó, ανάμεικτος, -η, -o,
Provengo de una familia de origen mixto. Soy mitad irlandés y mitad ruso,
Προέρχομαι από μια οικογένεια μεικτής καταγωγής. Είμαι μισός Ιρλανδός και μισός Ρώσος,
es una escuela mixta, είναι μικτό σχολείο
la comisión mixta estudiará… η μικτή επιτροπή θα μελετήσει…
2. για ζώο, φυτό, μικτός, -ή, -ó, tiene un perro mixto de mastín y de pastor,
έχει ένα σκύλο μικτό από μαστίν και ποιμενικό
3. αθλ, μικτός, -ή, -ό, la famosa tenista participó en un mixto junto a su hermano,
η διάσημη τενίστρια συμμετείχε σε ένα μικτό μαζί με τον αδερφό της
4. σνθ, economía mixta, μικτή οικονομία
mixtificar 1. ρμ, μτφ, πρχ μικτο-φιάχνω την αλήθεια σε κάποιον, την παρουσιάζω αλλαγμένη και τον εξαπατώ, φενακίζω, mixtificar los resultados de una encuesta,
αλλάζω τα αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης
2. μτφ, μιξάρω την αλήθεια σε κάτι, αλλοιώνω, νοθεύω την ποιότητα του, χαλκιδεύω,
για να το παρουσιάσω αλλιώς, han mixtificado la historia para hacerla más comercial,
έχουν αλλοιώσει την ιστορία για να την κάνουν πιο εμπορική
mixtificación 1. θ, εξαπάτηση, φενακισμός ατόμου
2. αλλοίωση ποιότητας, καθαρότητας σε κάτι
mixtilíneo, a 1. ε, γμτ, πρχ μικτο-γραμμο= μικτός, -ή, -ó, μεικτός, -ή, -ό
mixtura 1. θ, μείξη, ανάμειξη
2. μείγμα φαρμάκου
3. τεχ, τεχνική μίξης ελαίου και σκόνης μαρμάρου σε ζωγραφική
mixturar 1. ρμ, αναμειγνύω
2. τχν, αναμειγνύω
admixtión 1. θ, φρμ, ανάμειξη
mistela 1. θ, πρχ μι-στελα> μιξο-στάφυλο= ηδύποτο από χυμό σταφυλιού
miscelánea 1. θ, πρχ μίξη από πολλά= συνονθύλευμα, σύμφυρμα, συρφετός,
la fiesta fue una miscelánea de amigos, η γιορτή ήταν μια μίξη από φίλους
2. έργο ή γραπτό με μίξη ασύνδετων, la nueva revista pretende ser una miscelánea cultural,
το νέο περιοδικό θέλει να γίνει μια μίξη, σύμφυρμα πολιτιστική
misceláneo, a 1. ε, ανάμικτος, -η, -ο, ανομοιογενής, -ής, -ές, ετερόκλιτος, -η, -ο
su primera composición tenía un carácter misceláneo,
η πρώτη του σύνθεση είχε ένα χαρακτήρα ανάμεικτο
miscibilidad 1. θ, μικτότητα πολλών πραγμάτων
inmiscuir 1. ρμ, πρχ ιν-μισκουιρ> αναμιγνύω, ανακατεύω πράγματα,
inmiscuyó las dos sustancias en una probeta, ανέμιξε τις δύο ουσίες σε ένα σωλήνα
2. ραντ, κυρ, μτφ, αναμιγνύομαι, ανακατεύομαι,
No te inmiscuyas, Anabel. Este problema no te concierne,
Μην ανακατεύεσαι, Άναμπελ. Αυτό το πρόβλημα δεν σε αφορά
3. μτφ, ενοχλώ, παρεμβαίνω, μπαίνω στην μέση σε κάτι,
No deberías inmiscuirte en la vida privada de los demás,
δεν θα έπρεπε να παρεμβαίνεις στην προσωπική ζωή των άλλων
Si el FBI sigue inmiscuyéndose en los asuntos de la CIA, habrá represalias,
Αν το FBI συνεχίσει να παρεμβαίνει στις υποθέσεις της CIA, θα υπάρξουν αντίποινα
promiscuación 1. θ, θρη, πρχ περι-μιξη τροφής σε περίοδο νηστείας για καθολικούς, κατανάλωση κρέατος και ψαριού στο ίδιο γεύμα την περίοδο της Σαρακοστής, τις ημέρες που η εκκλησία το απαγορεύει
promiscuar 1. ρα, θρη, περι-μιγνύω= τρώω κρέας και ψάρι στο ίδιο γεύμα την περίοδο της Σαρακοστής, τις ημέρες που η εκκλησία το απαγορεύει
promiscuo, cua πρχ περι-μικτο, πολύμικτος
1. ε, για πράξη ή άτομο περίμικτος, -η, -ο, πολυ-μικτο ερωτικά, έκλυτος, -η, -ο,
αχαλίνωτος, -η, -ο, Los estudiantes universitarios pueden ser muy promiscuos,
Οι φοιτητές μπορεί να είναι πολύ αχαλίνωτοι
persona promiscua, έκλυτο άτομο
conducta promiscua, έκλυτη συμπεριφορά
2. για κάτι, περίμικτος, -η, -ο, ετερόκλητος, -η, -o, ανομοιογενής, -ής, -ές
forman una comunidad promiscua en cuanto a nacionalidad, raza y religión,
σχηματίζουν μια κοινότητα ανομοιογενή σχετικά με την εθνικότητα, ράτσα, θρησκεία
3. μτφ, με 2 νοήματα, χρήσεις, περι> αμφι-νοηματικός, -ή, -ό, αμφι-χρηστικός, -ή, -ό
promiscuidad 1. θ, πολυμικτότητα ερωτική, πολυσυντροφία, έκλυση ηθών, ακολασία
2. πολυ-μικτότητα= συνύπαρξη, συμβίωση, συγχρωτισμός ατόμων σε χώρο
3. για πράγματα, άτομα, ανομοιομορφία, ετερογένεια,
la promiscuidad de formas y estilos, η ετερογένεια σχημάτων και ρυθμών
4. σνθ, promiscuidad sexual, σεξουαλική έκλυση
mezcla πρχ μίξη, μείγμα
1. θ, μίγμα, μείγμα προϊόντων, ουσιών, una mezcla de varios ingredientes,
ένα μείγμα πολλών συστατικών
2. ρούχο ή μείγμα από υφάσματα, κουρελού, tiene una chaqueta de mezcla,
έχει ένα τζάκετ από μείγμα υφασμάτων
3. μτφ, μείγμα πολιτισμών, κουλτούρας, ράτσας
4. κνμ, τηλ, μσκ, μίξη, μιξάζ
5. κατ, κονίαμα
remezcla 1. θ, μσκ, ρεμίξ
mezclado 1. α, πρχ μιξάτο= είδος κουρελούς
mezclilla 1. θ, ύφασμα μελανζέ
mezclador, ra 1. α θ, κνμ, τηλ, μιξαδόρος= χειριστής, -ια κονσόλας μίξης εικόνας
2. σνθ, mezclador de imagen, χειριστής κονσόλας μίξης εικόνας
mezclador de sonido, χειριστής κονσόλας μίξης ήχου
mezclador 1. α, κνμ, τηλ, κονσόλα μίξης
2. σνθ, mezclador de imagen, sonido κονσόλα μίξης ήχου, εικόνας
mezcladoras 1. θ, μιξαδορα= αναμεικτήρας, ανάμεικτης
2. κατ, αναμεικτήρας, αναδευτήρας
3. μαγ, μίξερ
mezclar πρχ μιξάρω, ανα-μειγνύω
1. ρμ, για προϊόν, ουσία, αναμειγνύω, ανακατεύω, mezcló la pintura roja con la amarilla,
ανακάτεψε το κόκκινο χρώμα με το κίτρινο
Me gusta mezclar frutas diferentes para hacer batidos saludables,
μου αρέσει να ανακατεύω διάφορα φρούτα για να φτιάχνω υγιεινά smoothies
2. μτφ, La música latina tiene la habilidad de mezclar ritmos y estilos de manera única,
η λάτιν μουσική έχει τη δεξιότητα να ανακατεύει ρυθμούς και στυλ με μοναδικό τρόπο,
una política destinada a mezclar las distintas comunidades,
μια πολιτική προορισμένη να ανακατέψει τις διαφορετικές κοινότητες
3. συγχέω, μπερδεύω κάτι, creo que estás mezclando los equipos,
νομίζω ότι μπερδεύεις τις ομάδες,
no mezcles los documentos de dos expedientes,
μην μπερδεύεις τα έγγραφα από 2 φακέλους
4. μτφ, ανακατεύω, μπλέκω κάποιον σε κάτι, no quiero mezclarte en mis asuntos,
δεν θέλω να σε ανακατέψω στις δουλειές μου
5. ραντ, αναμειγνύομαι, ανακατεύομαι σε κόσμο, se mezcló con el gentío y desapareció,
ανακατεύτηκε με το πλήθος και εξαφανίστηκε
6. μτφ, αναμειγνύομαι, εμπλέκομαι, un acto en que todas las clases sociales se mezclan,
μια τελετή στην οποία αναμειγνύονται όλες οι κοινωνικές τάξεις
7. αναμειγνύομαι για πράγμα, ουσία, el agua y el aceite no se mezclan,
το νερό και το λάδι δεν αναμειγνύονται
8. μτφ, για πράγματα, μπερδεύομαι, περιπλέκομαι, se mezclarοn los documentos,
μπερδεύτηκαν τα έγγραφα
9. μτφ, ανακατεύομαι σε υποθέσεις, θέματα, εμπλέκομαι, μπλέκομαι,
no te mezcles en eso, μην ανακατευτείς σε αυτό
se mezcló en mis cosas ανακατεύτηκε στις δουλειές μου
10. mezclarse entre, μιξάρεται μεταξύ σε κόσμο, χάνομαι, se mezcló entre la gente,
χάθηκε μέσα στον κόσμο
mezclamiento 1. α, ανάμειξη, ανακάτεμα
2. πράξη και αποτέλεσμα του mezclar
mezcladura 1. θ, μείξη ή μείγμα, μίγμα
2. πράξη και αποτέλεσμα του mezclar
mezcolanza, mescolanza 1. θ, υτμ, πρχ μιξ-άντζα= μίξη με σύγχυση και σπάνια, ανακατωσούρα, συνονθύλευμα, la mezcolanza de estilos define su pintura,
η μίξη των στιλ ορίζει την ζωγραφική του
entremezclar 1. ρμ, πρχ ενδο-μειγνύω διάφορα μεταξύ τους= ανα-κατεύω, ανα-μειγνύω,
συνδυάζω, μπερδεύω, La serie entremezcla hechos históricos con personajes de ficción,
Η σειρά συνδυάζει ιστορικά γεγονότα με φανταστικούς χαρακτήρες
¿Cómo pudiste entremezclar la sal con la azúcar?
Πώς μπόρεσες να μπερδέψεις αλάτι με ζάχαρη;
2. ραντ, αναμειγνύομαι, ανακατεύομαι, μπερδεύομαι
mestizaje πρχ μιξ-άγημα= επι-μειξία
1. α, επιμειξία φυλών, πολιτισμών, κουλτούρας, υβρίδιο, συνδυασμός, μίξη από κάτι,
el mestizaje de españoles e indios, η επιμειξία των Ισπανών με τους Ινδιάνους
El mestizaje cultural en la ciudad ha dado lugar a una rica diversidad de tradiciones,
Το πολιτιστικό μείγμα στην πόλη έχει οδηγήσει σε μια πλούσια ποικιλία παραδόσεων
El espectáculo fue un mestizaje visual y musical perfecto,
Η παράσταση ήταν ένας τέλειος συνδυασμός μουσικής και οπτικής
2. άτομα από επιμειξία
3. για ζώα, φυτά, μίξη, διασταύρωση
mestizo, za 1. α θ, άτομο μιγάς, μιγάδα
2. ε, για άτομο, λαό, κουλτούρα, μιγαδικός, -ή, -ó, διασταυρωμένος, -η, -o,
pueblo mestizo, ένας λαός μιγάδων
país mestizo, χώρα μιγάδων
sociedad mestiza, κοινωνία μιγάδων
3. για φυτό, ζώο, διασταυρωμένος, -η, -ο, ημίαιμος, -η, -ο, υβριδικός, -ή, -ó,
planta mestiza, υβριδικό φυτό
perro mestizo, διασταυρωμένος σκύλος
mestizar 1. ρμ, για άτομα, κουλτούρες, αναμειγνύω, ανακατεύω, διασταυρώνω,
Las poblaciones a lo largo de la historia han tendido a mestizar,
Οι πληθυσμοί κατά τη διάρκεια της ιστορίας έτειναν να αναμειγνύονται
2. για ζώα, φυτά, διασταυρώνω
amestizado, da 1. ε, μιγούμενος, -η, -ο, που έχει χαρακτηριστικά μιγά
mesto 1. α, βοτ, υβριδικός θάμνος, διασταύρωση πράσινης δρυός-φελλοφόρου δρυός
mecedero 1. α, τχν, πρχ μικτάρι= αναδευτήρας
mecedora 1. θ, μτφ, πρχ μικτ-ήρας κίνησης= κουνιστή καρέκλα ή πολυθρόνα,
la madre se sentó en la mecedora con su bebé en brazos,
η μητέρα έκατσε στην κουνιστή με το μωρό της στα χέρια
mecedor 1. α, κούνια παιδικής χαράς
2. τχν, αναδευτήρας για οίνο σε βαρέλι, παρόμοιες εργασίες
mecedor, ra 1. ε, που κινεί πέρα δώθε, κουνιστός, -ή, -ó, λικνιστικός, -ή, -ó,
el movimiento mecedor del barco me mareó, η κίνηση πέρα δώθε του πλοίου με ζάλισε
mecer 1. ρμ, κουνώ το μωρό, την κούνια,
Mece al bebé suavemente en la cuna antes de que se duerma,
Κουνάει απαλά το μωρό στην κούνια πριν αποκοιμηθεί
2. για πράγμα, λικνίζω, ταλαντεύω πέρα δώθε, κουνάω πέρα δώθε,
El huracán meció las palmeras de un lado al otro,
Ο τυφώνας κούνησε τους φοίνικες από τη μία πλευρά στην άλλη
3. για υγρό, ανακατεύω, αναδεύω
4. ραντ, για άτομο, πράγμα, κουνιέμαι πέρα δώθε, ταλαντεύομαι, λικνίζομαι,
El abuelo contaba cuentos mientras se mecía en su silla favorita,
Ο παππούς έδινε παραμύθια καθώς κουνιόταν στην αγαπημένη του καρέκλα
Cuando era niña, solía venir a este parque a mecerme en los columpios,
Όταν ήμουν παιδί, συνήθιζα να έρχομαι σε αυτό το πάρκο για να κουνιέμαι στις κούνιες
mecedura 1. θ, κούνημα ατόμου, πράγματος, ταλάντευση, αιώρηση, λίκνισμα
2. ανάδευση
remecer 1. ρμ, πρχ περι-μιξαρω> κουνώ κάτι= ανα-κινώ πέρα δώθε