MERECER

MERECER= ΠΡΧ ΜΕΙΡΟΜΑΙ> ΕΧΩ ΜΕΡΙΔΙΟ ΣΕ ΚΑΤΙ, ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΙ, ΠΡΧ Μ-ΕΡΙΤΟ> ΑΡΕΤΗ,

ΠΡΧ ΜΕΡΤΙΚΟ, ΠΡΧ ΜΕΡΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

dímero 1. ε, χημ, διμερής, -ής, -ές

polimería 1. θ, χημ, πολυμέρεια

polimerización 1. θ, χημ, πολυμερισμός

polimerizar 1. ρμ, χημ, πολυμερίζω

polímero 1. α, χημ, πολυμερής, -ής, -ές

mérito πρχ μ-εριτο> αρετή, αξία

1. α, πρχ μ-εριτο> αρετή, αξία ατόμου, προτέρημα, ese chico tiene muchos méritos,

αυτό το παιδί έχει πολλές αρετές, προτερήματα

2. αρετή σαν προσόν, nadie puede cuestionarse sus méritos para este puesto,

κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τα προσόντα του για αυτήν την θέση

Con sus propios méritos, logró ascender en la empresa,

Με τα δικά του προσόντα, με το σπαθί του κατάφερε να ανέβει στην εταιρία

3. πρχ μερτικό για κάτι= εύσημα, αναγνώριση για κάτι, todo el mérito es suyo,

όλα τα εύσημα είναι δικά του, του ανήκουν όλα τα εύσημα

4. μτφ, επίτευγμα, κατόρθωμα, Si has dejado de fumar al menos un poco ya es un mérito,

Αν έχεις κόψει το κάπνισμα έστω και λίγο, είναι ήδη ένα κατόρθωμα

5. σνθ, mérito técnico, αθλ, σε καλλιτεχνικό πατινάζ, τεχνική αξία

6. εκφ, de mérito, πρχ με αρετή, για άτομο, άξιος

ή αξίας, αξιοσημείωτος, αξιόλογος, πολύτιμος, -η, -ο, es una escultura de mérito,

Είναι ένα γλυπτό πολύτιμο, αξίας

hacer méritos para, κάνω μέριμνα για κάτι, κάνω κόπο, θυσίες, προσπάθεια για κάτι,

está haciendo méritos para que le asciendan,

κάνει προσπάθειες, πράξεις άξιες, με αρετή, για να τον ανεβάσουν σε θέση

estás haciendo méritos para que te caiga una bronca,

κάνεις πράξεις άξιες για να σου έρθει επίπληξη

δουλεύω για να πετύχω κάτι, δείχνω ζήλο, κάνω προσπάθειες για να αποδείξω την αξία μου no ha hecho méritos para merecer una buena nota,

δεν έχει κάνει μέριμνα για να αξίζει ένα καλό βαθμό

quitarle mérito a algo, μειώνω την αξία από κάτι

restar méritos a algo, a alguien, μειώνω την αξία κάποιου ανθρώπου, πράγματος

tener mérito, έχω αξία, αξίζω

demérito 1. α, για πράξη, προσόν, περίσταση σαν αντι-αρετή> που αφαιρεί αρετή, αξία, ψεγάδι, ένα μείον, αρνητικό σε πορεία, καριέρα,

esa falta constituye un demérito en su hoja de servicios,

αυτή το λάθος συντάσσει ένα ψεγάδι στο φάκελο προϋπηρεσίας του

2. δυσφήμιση, Es un demérito para nuestra empresa tener empleados corruptos,

Είναι δυσφήμιση για την εταιρεία μας να έχει διεφθαρμένους υπαλλήλους

meritocracia 1. θ, πρχ αρετο> αξιο-κρατία

meritorio, ria 1. ε, για άτομο, με αρετή, άξιος να λάβει μερτικό σε κάτι, επάξιος, -α, -ο, αξιέπαινος, -η, -ο, Los trabajadores meritorios siempre deben ser recompensados,

Οι άξιοι εργαζόμενοι πρέπει πάντα να ανταμείβονται

2. για πράξη, πράγμα, αξιέπαινος, -η, -ο, αξιόλογος, -η, -ο,

su estudio es realmente meritorio, η μελέτη του είναι πραγματικά αξιέπαινη

3. εκφ, ser meritorio de algo, είναι αντάξιος κάποιου πράγματος

ή για πράξη, πράγμα, αξίζω κάτι, είμαι άξιος κάποιου πράγματος

meritorio, ria 1. α θ, μτφ, για άτομο που δουλεύει χωρίς αμοιβή, να δείχνει τις αρετές του, ασκούμενος, -νη, μαθητευόμενος, -νη, las peores faenas le suelen caer al meritorio,

οι χειρότερες δουλειές είθισται να του πέφτουν στον ασκούμενο

emérito 1. α, , πρχ εμ> εν-άρετος= επίτιμος καθηγητής

emérito, ta 1. ε, επίτιμος, -η, -ο, profesor emérito, επίτιμος καθηγητής

2. διακεκριμένος, -η, -o, personal emérito, διακεκριμένο προσωπικό

Benemérita 1. θ, πρχ ευ-αρετουσα= la Benemérita España, η πολιτοφυλακή της Ισπανίας

benemérito, ta ε, πρχ ευ-άρετος= αξιέπαινος, -η, -o

merecer πρχ μείρομαι> έχω μερίδιο σε κάτι, δικαιούμαι, αξίζω, πρχ μεριμνώ

1. ρμ, αξίζω, ¿Crees que el supuesto OVNI que vieron merezca una investigación?

Πιστεύεις ότι το φερόμενο ως UFO που είδαν αξίζει να διερευνηθεί;

¿De verdad merece la pena manejar dos horas para ahorrar dos dólares?

Αξίζει όντως να οδηγήσεις δύο ώρες για να εξοικονομήσεις δύο δολάρια;

este artista merece el reconocimiento del público,

αυτός ο καλλιτέχνης αξίζει την δημόσια αναγνώριση

2. μτφ, για κάτι που δεν αξίζει να λάβει, esa pregunta no merece otra respuesta,

αυτή η ερώτηση δεν αξίζει άλλη απάντηση

3. για αξία πράγματος, el cuadro no merece tanto dinero,το κάδρο δεν αξίζει τόσο χρήμα

4. ρα, πρχ προσπαθώ για να αποδείξω την αρετή, αξία μου, να λάβω μερίδιο,

el nuevo empleado hace todo lo posible por merecer,

ο νέος υπάλληλος κάνει ό, τι είναι δυνατόν για να αποδείξει την αξία του

5. ρα, για άτομο, αξίζω, es un trabajador que merece, είναι ένας εργάτης που αξίζει

6. ραντ, αξίζω, μου αξίζει κάτι, se merece algo mejor, του αξίζει κάτι καλύτερο

me merezco un respeto por tu parte, αξίζω τον σεβασμό από μέρους σου,

el niño se merece una bronca, το παιδί αξίζει να λάβει μια επίπληξη

no se merecía ganar, δεν του άξιζε να κερδίσει

7. εκφ, merecer la pena, δεν αξίζει τον πόνο= κόπο,

ese chico no merece la pena, αυτό το παιδί δεν αξίζει τον κόπο

no merecer alguien descalzar a otra persona, δεν αξίζει κάποιος να ξε-καλτσάρει> να βγάλει τα παπούτσια σε άλλον= δεν είναι άξιος να λύσει τα παπούτσια του, είναι πολύ κατώτερος,

δεν φτουράει μία, este alumno no merece descalzar a su compañero,

αυτός ο μαθητής είναι πολύ κατώτερος του συμμαθητή του

merecimiento 1. α, σωστό μερίδιο για κάτι= δίκαιη αμοιβή, ανταμοιβή,

sus insultos no tienen otro merecimiento que el desprecio,

οι προσβολές του δεν έχουν άλλη ανταμοιβή από την υποτίμηση

2. πράξη και αποτέλεσμα του merecer

merecido 1. α, μτφ, το μερίδιο για τιμωρία, κακή πράξη= πρέπον, οφειλόμενο, ανταμοιβή άξια τιμωρίας, tarde o temprano le darán su merecido,

αργά η νωρίς, θα του δώσουν το οφειλόμενο

2. εκφ, a cada uno su merecido, στον καθένα ó, τι του αξίζει, το πρέπον

darle a alguien su merecido, μτφ, δίνω σε κάποιον το μερίδιο του=

ξεκαθαρίζω τους λογαριασμούς μου με κάποιον

llevar, tener su merecido, παίρνω, έχω αυτό που μου αξίζει

recibir su merecido, παίρνω αυτό που δικαιούμαι

tenerse algo bien merecido, αποκτώ καλώς μερίδιο> επάξια κάτι

inmerecido, da 1. ε, που δεν το αξίζει, μη επάξιος, -α, -o, άδικος, -η, -ο,

El barrio adquirió una inmerecida mala fama por unos crímenes en los años noventa,

Η γειτονιά απέκτησε μια άδικη κακή φήμη λόγω εγκλημάτων τη δεκαετία του 1990

meretriz 1. θ, επμ, ιερόδουλος, -λη πόρνη, επειδή παίρνει μερτικό χρηματικό

merecedor, ra 1. ε, άξιος να λάβει μερίδιο από κάτι, άξιος, -α, -ο, αντάξιος, -α, -ο,

επάξιος, -α, -ο, su soberbia es merecedora de censura,

η υπερηφάνεια του είναι άξια λογοκρισίας

2. εκφ, (hacerse, ser) merecedor de algo, (είμαι) άξιος, αντάξιος κάποιου πράγματος

merecidamente 1. επρ, παίρνω άξια, δίκαια μερίδιο για κάτι= δικαίως, δίκαια, αξίως, άξια, επάξια, επαξίως, recibió merecidamente el premio al mejor futbolista,

κέρδισε επάξια το βραβείο του καλύτερου ποδοσφαιριστή

inmerecidamente 1. επρ, μη επάξια, μη επαξίως, μη δικαίως

desmerecer πρχ δεν μείρομαι, δικαιούμαι, αξίζω κάτι, πρχ δεν έχω αρετή, αξία πια

1. ρα, για πράγμα, πρχ ξε-αρετίζομαι= χάνω την αξία μου, απαξιώνομαι,

esta película no ha desmerecido con los años,

αυτή η ταινία δεν έχει χάσει την αξία της με τα χρόνια

los muebles antiguos desmerecen con el paso de los años,

τα παλιά έπιπλα χάνουν την αξία τους με το πέρασμα των χρόνων

2. για άτομο, δεν αξίζω για κάτι, είμαι ανάξιος, ενεργώ ανάξια,

desmerece las atenciones que recibe, δεν αξίζει τις φροντίδες που λαμβάνει

3. σε σύγκριση, κάτι δεν μείρεται το ίδιο, υπολείπεται σε αρετή, αξία,

el servicio de este restaurante desmerece de su cocina,

το σέρβις αυτού του εστιατορίου υπολείπεται της κουζίνας του

desmerecimiento 1. α, γεγονός που δεν δίνει σωστό μερίδιο= αξία σε κάτι, απαξίωση

ψεγάδι, el suspenso fue un desmerecimiento en su expediente,

το κόψιμο σε μάθημα ήταν ένα ψεγάδι στον φάκελο του σαν μαθητής

desmerecedor, ra 1. ε, ανάξιος, -α, -o

merienda πρχ μερέντα με ψωμί= κολατσιό, πρχ μερίδα σαν κολατσιό

1. θ, κολατσιό απογευματινό

2. φαί για πικνίκ

3. σνθ, merienda-cena, πρόδειπνο και δείπνο μαζί

merienda campestre, κολατσιό εκδρομής, πικνίκ

4. εκφ, merienda de negros, μτφ, μερίδα για μαύρους> σαν συσσίτιο για εργάτες=

σωρός από πράγματα, κατάσταση χωρίς σειρά, έλεγχο, μπάχαλο, χαμός, πανικός,

cuando llega material a la oficina se convierte en una merienda de negros,

όταν φτάνει υλικό στο γραφείο μετατρέπεται σε μπάχαλο

merendar 1. ρα, πρχ μεριδιάζω= κολατσίζω, παίρνω το απογευματινό κολατσιό

merendamos a las seis, κολατσίσαμε στις έξι το απόγευμα

2. ρμ, παίρνω το κολατσιό μου, merienda siempre un plátano,

πάντα κολατσίζει μια μπανάνα

3. ραντ, μτφ, μεριδιάζω κάποιον= τον κολατσίζω, κατατροπώνω, κάνω μια χαψιά,

los españoles se merendaron a los rusos en el campeonato,

οι Ισπανοί κατατρόπωσαν τους Ρώσους στο πρωτάθλημα

4. μτφ, τελειώνω γρήγορα κάτι, σαν μερίδα, καταβροχθίζω,

me merendé el libro en una tarde, καταβρόχθισα το βιβλίο σε ένα απόγευμα

merendero 1. α, πρχ μεριδο-μερος= χώρος για πικνίκ

2. μτφ, καντίνα

merendola 1. θ, οικ, μεριδούλα= πλουσιοπάροχο απογευματινό κολατσιό

merendona 1. θ, οικ, πλουσιοπάροχο απογευματινό κολατσιό

Scroll to Top