MEMBRANA= ΠΡΧ ΜΕΜΒΡΑΝΗ, ΠΡΧ ΜΙΕΜΠΡΟ> ΜΕΜΒΡΑΝΗ> ΜΕΛΟΣ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
membrana 1. θ, βιο, ανα, μεμβράνη
2. ανα, υμένας
3. λεπτό φύλλο, ταινία, ελαστικό, El carpintero le está colocando la membrana al techo,
Ο ξυλουργός βάζει τη μεμβράνη στη στέγη
4. σνθ, membrana del tímpano, ιατ, μεμβράνη τύμπανου
membrana fundamental, ιατ, βασική μεμβράνη
membrana pituitaria, ιατ, βλεννογόνος μεμβράνη
membrana virginal, ιατ, παρθενικός υμένας
membraniforme 1. ε, μεμβρανο-σχημος, -η, -ο, που έχει μορφή μεμβράνης
membranilla 1. θ, μικρή μεμβράνη
membranoso, sa 1. ε, μεμβρανώδης, -ης, -ες, υμενώδης, -ης, -ες
meninge 1. α, ανα, μηνίγγι, μήνιγγας
meníngeo, a 1. α, ανα, μηνιγγικός, -ή, -ó
meningitis 1. θ, ιατ, μηνιγγίτιδα
meningococo 1. α, ιατ, μηνιγγιτιδόκοκος
meningoencefalitis 1. θ, ιατ, μηνιγγοεγκεφαλίτιδα
mélico 1. ε, α, χημ, μηλικός, -ή, -ó
micromelia 1. θ, ιατ, μικρομελία, βραχυμελία
miembro 1. α, άκρο ανθρώπου, ζώου, el soldado perdió un miembro en combate,
Ο στρατιώτης έχασε ένα άκρο στη μάχη
2. γρμ, μέρος πρότασης, miembros de la oración, μέρη της πρότασης
3. μαθ, μέλος εξίσωσης
4. μόριο άνδρα
5. α θ, los miembros del comité, τα μέλη της επιτροπής,
6. μέλος συνόλου, συλλόγου, es miembro de la Real Academia,
είναι μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας
7. σνθ, miembros inferiores, superiores, άνω, κάτω άκρα
miembro viril, ανδρικό μόριο
miembro por derecho propio, μέλος εξ ιδίου δικαιώματος
miembro vitalicio, ισόβιο μέλος
miembros 1. α πλ, άκρα σώματος
bimembre 1. ε, διμελής, -ής, -ές
plurimembre 1. ε, λογ, πολυμελής, -ής, -ές
membrudo, da 1. ε, για άτομο, με μέλη μεγάλα= μεγαλόσωμος, -η, -o, ρωμαλέος, -α, -o, σωματώδης, -ης, -ες, εύσωμος, -η, -ο, dos guardaespaldas membrudos,
δύο εύσωμoι σωματοφύλακες
2. ερλ, με ράμφος, πόδια διαφορετικού χρώματος από το σώμα, για εραλδικά πτηνά
3. εκφ, estrujarse, exprimirse las meninges, οικ, μτφ, στίβω το μυαλό μου
desmembrar 1. ρμ, διαμελίζω σώμα, Se dice que los guerreros de ese ejército desmembran a sus enemigos caídos, Λέγεται ότι οι πολεμιστές αυτού του στρατού διαμελίζουν τους πεσόντες εχθρούς τους
2. μτφ, διαμελίζω, -εται ενα σύνολο, διαλύω, -εται, κατακερματίζω, -εται,
el partido se desmembró tras las elecciones, το κόμμα διαλύθηκε μετά τις εκλογές
Los continuos enfrentamientos desmembraron al grupo de amigos,
Οι συνεχείς συγκρούσεις διέλυσαν την παρέα των φίλων
desmembramiento 1. α, διαμελισμός σώματος
2. μτφ, διάλυση, κατακερματισμός σε σύνολο
3. εκφ, el desmembramiento de la Unión Soviética, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης