MALETA

MALETA= ΠΡΧ Μ-ΑΛΕΤΑ> Β-ΑΛΙΤΣΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

maleta 1. θ, πρχ μ-αλετα> β-αλίτσα ή μαλλωτόν ύφασμα σαν σάκος μεταφοράς= βαλίτσα

Ya tengo empacada la maleta y estoy listo para irme al aeropuerto,

Έχω ήδη πακεταρισμένη τη βαλίτσα και είμαι έτοιμος για να πάω στο αεροδρόμιο

2. εκφ, hacer las maletas, κάνω, ετοιμάζω βαλίτσες για ταξίδι

ή μτφ, μαζεύω τα πράγματα μου και φεύγω από κάπου, θέση, δουλειά,

días antes de presentar su dimisión ya había hecho la maleta,

μέρες πριν υποβάλει την παραίτησή του είχε ήδη ετοιμάσει τη βαλίτσα του

ή παίρνω τα μπογαλάκια μου και φεύγω

maletero, ra 1. α θ, πρχ β-αλιτσάρης= κατασκευαστής, -ια βαλιτσών

2. αχθοφόρος σε σταθμό, αεροδρόμιο, ξενοδοχείο, maletero en estación, aeropuerto, hotel

maletero 1. α, πρχ βαλιτσ-αριο= χώρος αποθήκευσης βαλιτσών

2. χώρος αποσκευών, πορτ-μπαγκάζ αμαξιού, Pon las maletas en el maletero,

Βάλε τις βαλίτσες στο πορτμπαγκάζ

maletín 1. α, βαλιτσάκι

2. μτφ, βαλιτσάκι= χαρτοφύλακας

3. βαλιτσάκι ιατρού, maletín de médico

4. σνθ, maletín de grupa, στρ, διπλός σάκος (σέλας), δισάκι σε ίππο, άλογο

maletín de muestras, βαλιτσάκι με δείγματα

mala 1. θ, μτφ, ταχυδρομικός σάκος, σαν μαλλω-τό ύφασμα

2. μτφ, πρχ μαλα> μπαούλο

Scroll to Top