LÓBREGO

LÓBREGO= ΜΤΘ Λ-ΟΒΡΕΓΟ> ΕΡΕ-ΒΟΣ Ή ΠΡΧ Λ-ΟΒΡΕΓΟ> Ζ-ΟΦΕΡΟ, ΣΚΟΤΕΙΝΟ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Erebo, Erebo 1. ονο, Έρεβος

lóbrego, ga 1. ε, ζοφερός, -ή, -ό, ερεβώδης, -ης, -ες

El aspecto lóbrego del pueblo abandonado lo hizo el lugar perfecto para filmar la película de terror, Η ζοφερή όψη του εγκαταλελειμμένου χωριού το έκανε το τέλειο μέρος για να γυριστεί η ταινία τρόμου

lobreguez 1. θ, ζοφερότητα, σκοτάδι, σκοτεινιά, σκότος νύχτας, μέρους, καταχνιά,

La lobreguez de la cueva nos impedía adentrarnos,

Η ζοφερότητα της σπηλιάς μας εμπόδισε να μπούμε μέσα

2. μτφ, μελαγχολία φωνής, προσώπου, lobreguez de voz, cara

lobreguecer 1. ρμ, κάνω ζοφερό κάτι= συσκοτίζω

2. ρα, σκοτεινιάζει, en invierno lobreguece pronto, τον χειμώνα σκοτεινιάζει γρήγορα

enlobreguecer 1. ρμ, ραντ, σκοτεινιάζω, al correr la cortina se enlobregueció el cuarto,

όταν τράβηξε την κουρτίνα σκοτείνιασε το δωμάτιο

Scroll to Top