LUMBAGO

LUMBAGO= ΠΡΧ ΛΟΥΜΠΑΓΚΟ ΚΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΡΑΧΗΣ, ΜΕΣΗΣ, ΠΛΑΤΗΣ,

ΠΡΧ ΛΟΜΠΑ, ΛΟΥΜΠΑ> ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΜΠΥΛΗΣ ΣΕ ΡΑΧΗ, ΠΡΧ ΛΟ-ΜΑ> ΛΟ-ΦΟΣ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

lumbago 1. α, ιατ, λουμπάγκο, οσφυαλγία

lumbalgia 1. θ, ιατ, οσφυαλγία

lumbar 1. ε, ανα, οσφυϊκός, -ή, -ό

lumbociática 1. α, ιατ, οσφυοϊσχιαλγία

lumbociático, ca 1. ε, ιατ, που έχει σχέση με την οσφυοϊσχιαλγία

lumbosacro, era 1. ε, ιατ, οσφυοϊερός, -ή, -ό

loma 1. θ, λοφίσκος, λόφος, Yo vivo en esa cabaña en la loma,

Μένω σε εκείνη την καλύβα στο λοφίσκο

lometa 1. θ, λοφίσκος

lomear 1. ρα, για άλογο, λυγίζω τη ράχη

lomera 1. θ, νωτιαίο λουρί, κουσκούνι, επιγλούτιο σε άλογο

2. ράχη βιβλίου

3. καβαλάρης, κολοφώνας στέγης

lomillo 1. α, σταυροβελονιά

lomo 1. α, ράχη, ραχοκοκαλιά ζώου, Nuestro perro tiene un bulto en el lomo, así que lo vamos a llevar al veterinario, Ο σκύλος μας έχει ένα ογκίδιο στην ράχη του, οπότε θα τον πάμε στον κτηνίατρο

2. μέση ανθρώπου, noté un agudo dolor en el lomo, ένιωσα ένα οξύ πόνο στην μέση

3. ψαρονέφρι, φιλέτο μόσχου, φιλέτο

4. ράχη βιβλίου, Se sentía orgullosa al ver su nombre en el lomo de su primera novela,

Ένιωθε περήφανη που είδε το όνομά της στη ράχη του πρώτου της μυθιστορήματος,

ή ράχη μαχαιριού, Un chef profesional nunca pone el dedo índice sobre el lomo del cuchillo,

Ένας επαγγελματίας σεφ δεν βάζει ποτέ τον δείκτη του πάνω στη ράχη του μαχαιριού

5. αγρ, πρόχωμα, ανάχωμα

6. σνθ, lomo embuchado, χοιρομέρι (αλλαντικό)

7. εκφ, a lomo ή a lomos, καβάλα, ιππαστί, στην ράχη, στην πλάτη ζώου,

llevaron la carga a lomos de un burrο viejο,

μετέφεραν το φορτίο στην ράχη ενός γέρου γαϊδουριού

arquear el lomo, για γάτο, σηκώνω τη ράχη

sacudir el lomo a alguien, οικ, κατσαδιάζω κάποιον, τα ψέλνω σε κάποιον

agachar el lomo, πρχ να κάτσω την ράχη= να δουλέψω σκληρά

ή μτφ να ταπεινωθώ, la reprimenda le hizo agachar el lomo ante ellos,

η επίπληξη τον έκανε να ταπεινωθεί μπροστά τους

lomos 1. α πλ, παΐδια, πλευρά

2. ανα, μέση

lominhiesto, ta, lomienhiesto, ta πρχ με ράχη που ίσταται, πρχ ψη-λομύτη-ιστατο

1. ε, για ζώο, ψηλός, -ή, -ó, Un caballo lomienhiesto y fuerte, Ένα άλογο ψηλό και δυνατό

2. οικ, μτφ, ψηλομύτης, -α, -ικο, ξιπασμένος, -η, -o, κορδωμένος, -η, -o, φαντασμένος, -η, -o,

Caminaba con aire lomienhiesto, ignorando a los demás,

Περπατούσε με ψηλομύτικο ύφος, αγνοώντας τους άλλους

solomillo 1. α, μπον φιλέ (μόσχου), ψαρονέφρι (χοίρου)

solomo 1. α, φιλέτο μοσχάρι

2. ψαρονέφρι

alomar 1. ρμ, οργώνω έδαφος, ¿Qué herramienta usan los granjeros para alomar la tierra?

Τι εργαλείο χρησιμοποιούν οι αγρότες για να οργώσουν τη γη;

alomado, da 1. ε, κυρτωμένος, -η, -ο, un caballo alomado, ένα άλογο με τη ράχη κυρτωμένη

2. για έδαφος, οργωμένος, -η, -ο

deslomar 1. ρμ, ραντ, ξε-μεσιάζω> σπάω την ράχη, μέση σε ζώο, άνθρωπο,

el coche deslomó al perro al golpearlo,

Το αυτοκίνητο έσπασε την ράχη του σκύλου όταν το χτύπησε,

El jinete lo golpeó con el látigo hasta casi deslomarlo,

Ο αναβάτης τον χτυπούσε με το μαστίγιο μέχρι που παραλίγο να σπάσει την πλάτη του

ή μτφ, μετράω τα παΐδια σε κάποιον, ξυλοφορτώνω, κοπανάω,

Me deslomaron a patadas. Pensé que me iban a matar,

Με ξυλοφόρτωσαν με κλωτσιές. Νόμιζα ότι θα με σκότωναν

2. ρμ, ραντ, οικ, μτφ, ξεμεσιάζω, κοψομεσιάζω, -ομαι, ξεθεώνω, -ομαι, ξεπατώνω, -ομαι, tanto estudio me ha deslomado, τόση μελέτη με έχει ξεθεώσει,

El trabajo arduo de los campesinos los deslomaba,

Η σκληρή δουλειά των αγροτών τους ξεθέωνε,

Se desloman en la cosecha para ganarse la vida,

Ξεπατώνονται στη συγκομιδή για να κερδίσουν τα προς το ζην

deslomado, da 1. ε, οικ, ξεθεωμένος, -η, -ο, κοψομεσιασμένος, -η, -o,

después de la mudanza estaba deslomado, μετά τη μετακόμιση ήμουν κοψομεσιασμένος

deslomadura 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του deslomar, deslomarse

2. κοψομέσιασμα, ξεθέωμα, ξεπάτωμα

enlomar 1. ρμ, τυπ, σφίγγω τη ράχη ενός βιβλίου

2. ραντ, για άλογο, κυρτώνω, διπλώνω την ράχη

Scroll to Top