LLANO= ΠΡΧ ΠΛΑΝΟ, ΠΛΑΝΑΡΩ, ΑΛΑΝΑ, ΠΡΧ ΠΑΛΑΜΗ, ΠΡΧ ΠΛΑΣΜΑ, ΠΡΧ ΠΛΑΣΤΙΚΟ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
plástico 1. α, πρχ πλαστικό υλικό, bolsa de plástico, τσάντα από πλαστικό
Esta botella fue fabricada con plástico reciclado,
Αυτό το μπουκάλι κατασκευάστηκε από ανακυκλωμένο πλαστικό
2. πλαστικό εκρηκτικό
3. οικ, πλαστική κάρτα αναλήψεων
4. μσκ, δίσκος
5. σνθ, plástico de burbuja, περιτύλιγμα με φυσαλίδες για μεταφορά αντικειμένου
plástico, ca 1. ε, πλαστικός, -ή, -ό, Todos nuestros productos están fabricados con componentes plásticos, Όλα τα προϊόντα μας κατασκευάζονται με πλαστικά εξαρτήματα
2. εύπλαστος, -η, -o, Para tu trabajo puedes usar un material plástico, como la arcilla,
Για την εργασία σας μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ένα εύπλαστο υλικό, όπως πηλό
3. τεχ, εικαστικός, -ή, -ό, artes plásticas, εικαστικές τέχνες
4. μτφ, για στιλ, γλώσσα, εικόνα, πολύ εκφραστική, εκφραστικός, -ή, -ó, γραφικός, -ή, -ό,
su pintura es muy plástica, η ζωγραφική του είναι πολύ εκφραστική,
El plástico estilo del autor consigue provocar emociones únicas,
Το εκφραστικό ύφος του συγγραφέα καταφέρνει να προκαλέσει συναισθήματα μοναδικά
5. ιατ, πλαστικός, -ή, -ó, operación plástica, πλαστική εγχείρηση, επέμβαση
plástica 1. θ, εκπ, πλαστικές τέχνες
plasticidad 1. θ, πλαστικότητα, ιδιότητα του plástico
plastificar 1. ρμ, πλαστικο-ποιώ χαρτί, έγγραφο, επικαλύπτω με πλαστικό κάτι,
papeles, documentos, he plastificado mi carné de estudiante,
έχω πλαστικοποιήσει την φοιτητική κάρτα μου
plastificación 1. θ, πλαστικοποίηση
plastificado, da 1. ε, πλαστικοποιημένος, -η, -o.
plastificado 1. α, πλαστικοποίηση
plastificante 1. α, πλαστικοποιητής
plastilina 1. θ, πλαστελίνη
plastrón 1. α, πλαστρόν, προστήθιο
emplasto 1. α, φρμ, πρχ έμ-πλαστρο, επίθεμα, τσιρότο, κατάπλασμα
Este emplasto ayudará a reducir la inflamación,
Αυτό το επίθεμα θα βοηθήσει στη μείωση της φλεγμονής
2. οικ, μτφ, πράγμα σαν μάζα πλαστικού, ¿Este emplasto se supone que es arroz con leche?
Αυτό το κατάπλασμα υποτίθεται ότι είναι ρυζόγαλο;
3. μτφ, πρόχειρο μπάλωμα ή πρόχειρη διόρθωση σε επιφάνεια, πασάλειμμα, μερεμέτι,
τσαπατσουλιά, se limitó a poner un emplasto de tela para reparar el siete,
περιορίστηκε να βάλει ένα πρόχειρο μπάλωμα από ύφασμα για να διορθώσει το σκίσιμο
4. εκφ, estar alguien hecho un emplasto, είναι κάποιος καμωμένος σαν έμπλαστρο,
είναι καλυμμένος με έμπλαστρα και φάρμακα
ή μτφ, είναι πολύ αδύναμος και χωρίς δυνάμεις
emplástico, ca 1. ε, κολλώδης, -ης, -ες σαν έμπλαστρο, για ταινία, χαρτί,
cinta emplástica, papel emplástico
2. ιατ, για ουσία, μαλακτικός, -ή, -ó
emplastar πρχ εμ-πλαστρώνω
1. ρμ, βάζω έμπλαστρο, επίθεμα, El médico me dijo que me emplastara el dedo,
Ο γιατρός μου είπε να έβαζα ένα επίθεμα στο δάχτυλο μου
2. μτφ, εμποδίζω υπόθεση, δουλειά, σαν να βάζω έμπλαστρο, αποτελματώνω
3. πασαλείβω με υλικό για ίσιωμα σε επιφάνεια, ξύλο, τοίχο, σαν έμπλαστρο για να το ετοιμάσω για βάψιμο ή άλλη εργασία,
necesitarás un producto especial para emplastar la pared con un rodillo,
θα χρειαστείς ένα ειδικό προϊόν για να πασαλείψεις τον τοίχο με ρολό
4. ρμ, ραντ, μτφ, φτιασιδώνω, el peluquero emplastó a la novia el día de la boda,
Ο κομμώτης φτιασίδωσε τη νύφη την ημέρα του γάμου της
5. ραντ, μτφ, εμ-πλαστρώνομαι= λερώνομαι με κάτι κολλώδες, σαν έμπλαστρο
emplastadura 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του emplastar
2. εμ-πλάστρωμα= εφαρμογή εμπλάστρου
emplastamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του emplastar
2. εμ-πλάστρωμα= εφαρμογή εμπλάστρου
emplastecer 1. ρμ, πρχ εμ-πλαστίζω κάτι= λειαίνω επιφάνεια για να την βάψω
plasta 1. θ, μαλακή μάζα από υλικό, λάσπη, σαν πλαστή ουσία,
Extiende la plasta de cemento con la paleta hasta que la superficie quede lisa y nivelada,
Απλώστε τον τσιμεντοκονία με το μυστρί μέχρι η επιφάνεια να γίνει λεία και επίπεδη
2. πράγμα πατημένο
3. μτφ, οικ, σκατά, σαν πατημένο περίττωμα
4. μτφ, οικ, πασάλειμμα, χάλι, άμορφη μάζα, προχειροδουλειά, τσαπατσουλιά,
la fachada de este edificio es una plasta, η πρόσοψη αυτού του κτιρίου είναι ένα χάλι,
El albañil fue despedido por la plasta de trabajo que hizo,
Ο χτίστης απολύθηκε για την προχειροδουλειά που έκανε,
¿Cómo puedes llamar comida a esa plasta de papas en el plato?
Πώς μπορείς να αποκαλέσεις αυτό το πασάλειμμα με πατάτες στο πιάτο σου φαγητό;
5. α θ, μτφ, οικ, πρχ πλάστα> σ-παστικό ή βαρετό άτομο, μπελάς, βραχνάς,
Tu novio es un plasta que no te deja ni a sol ni a sombra,
Ο φίλος σου είναι ένας μπελάς που δεν σε αφήνει ήσυχη
6. ε, σπαστικός, -ή, -ó, βαρετός, -ή, -ó, este tío es un plasta, αυτός ο τύπος είναι σπαστικός
plaste 1. α, πλαστή= ουσία για στοκάρισμα
plastecer 1. ρμ, πλαστίζω= γεμίζω με πλαστή> στόκο τα κενά, τρύπες
aplastar πρχ π(λ)α(σ)τι-κώνω κάτι μέσω βάρους, πίεσης ή δύναμης, κυρ, μτφ
ή σα να περνάω πλάστη κυρ, μτφ από πάνω
1. ρμ, πατικώνω, πλακώνω, συνθλίβω, el cocinero aplastó la masa del pastel,
ο μάγειρας πατίκωσε την μάζα του γλυκού,
el elefante aplastó las ramas del árbol con su peso,
ο ελέφαντας συνέθλιψε τα κλαδιά με το βάρος του
Me da mucho asco aplastar las cucarachas con el pie,
Με προκαλεί πολύ αηδία να πατικώνω τις κατσαρίδες με το πόδι μου
2. μτφ, πλακώνω ψυχικά, καταβάλλω, no dejes que los problemas te aplasten,
μην αφήσεις τα προβλήματα να σε καταβάλλουν
3. μτφ, πλακώνω αντίπαλο σε αναμέτρηση, συντρίβω, νικώ, ταπεινώνω, ισοπεδώνω,
el equipo local aplastó a su rival, η τοπική ομάδα συνέτριψε τον αντίπαλο της
La oposición aplastó sus débiles argumentos con datos reales,
Η αντιπολίτευση συνέτριψε τα αδύναμα επιχειρήματα της με πραγματικά δεδομένα
4. μτφ, καταστέλλω, La policía aplastó las protestas contra la nueva ley,
Η αστυνομία κατέστειλε τις διαμαρτυρίες κατά του νέου νόμου
el ejército aplastó el intento de rebelión, o στρατός κατέστειλε την απόπειρα επανάστασης
5. κάτι με πλακώνει= καταπιέζω, βαραίνω, las responsabilidades del director me aplastan,
οι ευθύνες του διευθυντή με βαραίνουν
6. ραντ, κυρ, μτφ, πατικώνομαι, πλακώνομαι, πατιέμαι, συνθλίβομαι,
No pongas las latas encima de las donas que se aplastan,
Μην βάζετε τις κονσέρβες πάνω στα ντόνατς, διότι πατικώνονται
aplastamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του aplastar, -se
2. κυρ, μτφ, πλάκωμα, σύνθλιψη, συντριβή, καταστολή,
El aplastamiento de la rebelión es la prioridad número uno del régimen,
Η καταστολή της εξέγερσης είναι η νούμερο ένα προτεραιότητα του καθεστώτος
aplastado, da 1. πατικωμένος, -η, -ο, Encontró un bicho aplastado debajo de la llanta de su bici, Βρήκε ένα πατικωμένο έντομο κάτω από το λάστιχο του ποδηλάτου του
aplastador, ra πρχ πλακωτικός> που κατα-πλακώνει κάτι
1. ε, πατικωτικός, -ή, -ό, En este caso vamos a usar el producto aplastador de latas,
Σε αυτήν την περίπτωση θα χρησιμοποιήσουμε το προϊόν πατικωτικό για κονσέρβες
2. μτφ, για ένταση, συντριπτικός, -ή, -ó, hace un sol aplastador, o ήλιος είναι εξουθενωτικός
una derrota aplastadora, μια συντριπτική ήττα
3. για επιχείρημα, ακλόνητος, -η, -ο, αδιάσειστος, -η, -o,
su razonamiento es aplastador, o συλλογισμός του είναι αδιάσειστος.
aplastante πρχ που πατικώνει
1. ε, πατικωτικός, -ή, -ό, για υλικό
2. μτφ, για αναμέτρηση, συντριπτικός, -ή, -ó, ganó las elecciones por aplastante mayoría,
κέρδισε τις εκλογές με συντριπτική πλειοψηφία
victoria aplastante, νίκη συντριπτική
3. μτφ, για κάτι που ισοπεδώνει με την ισχύ του, ακλόνητος, -η, -ο, αμείλικτος, -η, -o,
su argumento es aplastante, το επιχείρημα του είναι αμείλικτο
plasma 1. α, πρχ οθόνη tv πλάσμα
2. φσκ, βιο, πλάσμα
plasmático, ca 1. ε, βιο, αιματο-πεταλιακός, -ή, -ó
plasmólisis 1. θ, βιο, πλασμόλυση
protoplasma 1. α, βιο, πρωτόπλασμα
protoplasmático, ca, protoplásmico, ca 1. ε, βιο, πρωτοπλασματικός, -ή, -ó
cataplasma 1. α, ιατ, κατάπλασμα
2. μτφ, οικ, για άτομο, μπελάς
ectoplasma 1. α, βιο, εκτόπλασμα
2. ψυχ, εκτόπλασμα
endoplasma 1. α, βιο, ενδόπλασμα
plasmar πρχ πλασμάρω κάτι> πλάθω= του δίνω σχήμα ή εκφράζω κάτι μέσω λόγου, τέχνης
1. ρμ, για υλικό, διαπλάθω, διαμορφώνω, μορφοποιώ,
plasmó una escultura en el barro, έπλασε ένα γλυπτό στην λάσπη
2. ρμ, ραντ, μτφ, πλάθω μια ιδέα, συναίσθημα σε κάτι σαν να το παρουσιάζω μέσω τέχνης,
αποτυπώνω, -ομαι, αντικατοπτρίζω, -ομαι, αντανακλώ, -ώμαι,
Sería útil plasmar tus ideas en un documento,
Θα ήταν χρήσιμο να αποτυπώσεις τις ιδέες σου σε ένα έγγραφο,
la tristeza se plasma en sus obras, η λύπη αντικατοπτρίζεται στα έργα του,
plasma la realidad, αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα
3. ραντ, μτφ, πλάθομαι> παίρνω μορφή= συγκεκριμενοποιούμαι, υλοποιούμαι,
el acuerdo se plasmó en el último momento,
η συμφωνία υλοποιήθηκε την τελευταία στιγμή
plasmación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του plasmar, -se
2. πραγματοποίηση σχεδίου, plasmación de un proyecto, πραγματοποίηση ενός σχεδίου
3. πλάσιμο ιδέας σαν παρουσίαση, αποτύπωση, αντανάκλαση, αντικατοπτρισμός,
esta ley es la plasmación de la justicia social,
αυτός o Νόμος είναι η αντανάκλαση της κοινωνικής δικαιοσύνης
plasmador, ra 1. ε, α, θρη, πλάστης, -ια, Πλάστης
piastra 1. θ, νόμισμα πιάστρα, γρόσι
metaplasmo 1. α, λγτ, μεταπλασμός
aplasia 1. θ, ιατ, απλασία
displasia 1. θ, ιατ δυσπλασία
plancton 1. α, βιο, πλαγκτόν
planctónico, ca 1. ε, βιο, πλαγκτονικός, -ή, -ó
planeta 1. αστρ, αστλ, πλανήτης
2. σνθ, planeta artificial, αστρ, τεχνητός πλανήτης
planeta inferior, interior, αστρ, εσωτερικός πλανήτης
planeta menor, αστρ, μικρότερος πλανήτης
planeta primario, πλανήτης πρωτεύων= πλανήτης
planeta secundario, πλανήτης δευτερεύων= δορυφόρος
3. εκφ, el planeta rojo, o Κόκκινος Πλανήτης, Άρης
protoplaneta 1. α, πρωτοπλανήτης
planetoide 1. α, πλανετο-ειδής= αστεροειδής
planetario, ria 1. ε, πλανητικός, -ή, -ó, el sistema planetario, το πλανητικό σύστημα
el problema es de ámbito planetario, το πρόβλημα έχει πλανητική διάσταση
movimiento planetario, κίνηση πλανητική
planetario 1. α, πλανητάριο σαν συσκευή ή κτίριο που αναπαριστά τους πλανήτες
interplanetario, ria 1. ε, διαπλανητικός, -ή, -ó
aplanético, ca 1. ε, οπτ, απλανητικός, -ή, -ó
aplanetismo 1. α, οπτ, απλανητισμός
planicie 1. θ, πρχ πλάνο έδαφος= πεδιάδα, κάμπος, El Ayuntamiento va a construir un parque de atracciones en una planicie a las afueras de la ciudad, Το Δημοτικό Συμβούλιο πρόκειται να κατασκευάσει ένα πάρκο ψυχαγωγίας σε μια πεδιάδα στα περίχωρα της πόλης
2. οροπέδιο
planimetría 1. θ, πρχ πλανο-μετρία= επιπεδομετρία, εμβαδομέτρηση
planímetro 1. α, επιπεδόμετρο, εμβαδόμετρο
planisferio 1. α, πρχ πλανο-σφαίρα= παγκόσμιος χάρτης
piano 1. α, μσκ, πιάνο
2. σνθ, piano bar, πιάνο μπαρ
piano de cola, πιάνο με ουρά
piano de manubrio, μηχανικό πιάνο
piano de media cola, πιάνο με μισή ουρά
piano diagonal, πιάνο με κοίλο σώμα
piano recto, vertical, κάθετο, όρθιο πιάνο
3. εκφ, como un piano, οικ, μτφ, για έμφαση, σαν πιάνο ή σα να το πιάνω= προφανές,
Una verdad como un piano, Μια αλήθεια οφθαλμοφανής
dijo una tontería como un piano, είπε μια βλακεία τεράστια
piano 1. ε, επρ, μσκ, πιάνο, mezzopiano, μέτζο πιάνο
2. εκφ, piano piano, σιγά-σιγά, αγάλι-αγάλι, Hay que ir piano piano en este asunto,
Πρέπει να προχωρήσουμε σιγά-σιγά σε αυτό το θέμα
pianissimo 1. επρ, μσκ, πιανίσιμο
pianoforte 1. α, μσκ, πιανο-φόρτε, πιάνο
pianola 1. θ, πιανόλα, μηχανικό πιάνο
pianillo 1. α, οργανέτο
pianino 1. α, μσκ, όρθιο πιάνο, πιανίνο
pianismo 1. α, μσκ, αρπισμός στο πιάνο
pianista 1. α θ, πιανίστας, -ια
pianístico, ca 1. ε, μσκ, πιανιστικός, -ή, -ó
aplanar πρχ πλανίζω κάτι
1. ρμ, πλανίζω επιφάνεια= ισιώνω, ισοπεδώνω, εξομαλύνω, φέρνω στο ίδιο επίπεδο,
aplanaron el camino con una apisonadora, ισοπέδωσαν τον δρόμο με ένα οδοστρωτήρα,
El repostero aplanó la superficie de la torta con una espátula,
Ο ζαχαροπλάστης ίσιωσε την επιφάνεια του κέικ με μια σπάτουλα
2. μτφ, πλανίζω> ισοπεδώνω ψυχικά κάποιον με είδηση απρόσμενη, αφήνω άναυδο,
la noticia de la boda de Luis le aplanó, η είδηση του γάμου του Λουίς τον άφησε άναυδο
3. ρμ, ραντ, κάτι με πλανίζει σωματικά ή ηθικά, καταβάλλω, -ομαι, εξουθενώνω, -ομαι,
el calor me ha aplanado, η ζέστη με έχει καταβάλλει,
se aplana con el frío, καταβάλλεται με το κρύο
4. ραντ, για κτίριο, ισοπεδώνομαι, κατεδαφίζομαι
aplanamiento 1. α, πρχ πλάνισμα επιφάνειας= ισοπέδωση
2. μτφ, πλάνισμα ψυχικό= απογοήτευση, κατάπτωση, ισοπέδωση,
su aplanamiento es consecuencia de su reciente ruptura sentimental,
η κατάπτωση του είναι συνέπεια της πρόσφατης αισθηματικής ρήξης του> χωρισμού του
aplanado, da 1.ε, πλανιστό= ισόπεδος, -η, -ο, επίπεδος, -η, -ο,
La pelota rodará mejor sobre una superficie aplanada,
Η μπάλα θα κυλήσει καλύτερα σε επίπεδη επιφάνεια
aplanadera 1. θ, κατ, πλανιστήρι= εργαλείο ισοπέδωσης
aplanador, ra 1. ε, κατ, πρχ πλανιστικό= ισοπεδωτικός, -ή, -ό,
un rodillo aplanador, ένας κύλινδρος ισοπεδωτικός, ισοπέδωσης, ένας οδοστρωτήρας
2. μτφ, ισοπεδωτικός, -ή, -ό, El gran campeón, aplanador, insuperable,
Ο μεγάλος πρωταθλητής, ισοπεδωτικός, ανυπέρβλητος
3. μτφ, για ψυχική, σωματική ισοπέδωση, εξουθενωτικός, -ή, -ó,
un sol aplanador, ένας εξουθενωτικός ήλιος
3. α θ, οδοστρωτήρας
explanar πρχ εκ-πλανίζω κάτι
1. ρμ, ισοπεδώνω έδαφος, Explanaron la carretera usando un bulldozer y una apisonadora,
Ισοπέδωσαν τον δρόμο χρησιμοποιώντας μπουλντόζα και οδοστρωτήρα
2. επμ, εκ-πλανίζω το νόημα σε κείμενο, γεγονός, εκθέτω, εξηγώ, αποσαφηνίζω,
me explanó sus intenciones para conseguir ese trabajo,
Μου εξήγησε τις προθέσεις του για να πάρει αυτή τη δουλειά
explanación 1. θ, πρχ εκ-πλάνιση= ισοπέδωση, ίσιωμα, στάθμιση εδάφους,
La explanación de un terreno requiere maquinaria especial, como apisonadoras y bulldozers,
Η ισοπέδωση εδάφους απαιτεί ειδικά μηχανήματα, όπως οδοστρωτήρες και μπουλντόζες
2. λογ, επεξήγηση κειμένου, νοήματος, γεγονότος, αποσαφήνιση
La explanación de un texto jurídico de tal complejidad debe ser llevada a cabo por un experto en derecho y en lingüística, Η εξήγηση ενός νομικού κειμένου τέτοιας πολυπλοκότητας πρέπει να έρχεται εις πέρας από ειδικό στο δίκαιο και τη γλωσσολογία
explanada 1. θ, έδαφος πλατυσμένο, πλατεία, πλάτωμα, προαύλιο
2. στρ, πρανές, κλιτύς, τμήμα των επάλξεων παλαιών οχυρώσεων
aeroplano 1. α, αεροπλάνο
monoplano 1. α, μονοπλάνο
biplano 1. α, πρχ αμφι-πλανο= αεροπλάνο διπλάνο
triplano 1. α, τριπλάνο
sesquiplano 1. α, διπλάνο με μικρότερο κατώτερο πτερύγιο
planocóncavo, va 1. ε, γμτ, επιπεδόκοιλος, -η, -o
planoconvexo, xa 1. ε, γμτ, επιπεδόκοιλος, -η, -o
plano-secuencia 1. α, κνμ, επόμενο πλάνο, πλάνο-σεκάνς
sobreplán 1. α, ναυ, πρχ υπερ-πλανο= νομέας
coplanario, a 1. ε, μαθ, συνεπίπεδος, -η, -ο
extraplano, na 1. ε, υπερ-επίπεδος, -η, -o, pantalla extraplana, υπερ-επίπεδη οθόνη
2. με λεπτό πλάνο= λεπτότατος, -η, -ο, compresa extraplana, έξτρα λεπτή σερβιέτα,
utiliza una calculadora extraplana, χρησιμοποιεί μια λεπτότατη αριθμομηχανή
planning 1. α, σχεδιασμός
plan πρχ πλάνο
1. α, πλάνο, σχέδιο για να κάνω κάτι, los presos idearon un plan de fuga,
οι κρατούμενοι σκέφτηκαν ένα πλάνο απόδρασης
el plan de la obra, το σχέδιο του έργου
2. πλάνο σαν πρόθεση να κάνω κάτι, nuestro plan era ir al cine,
η πρόθεση μας ήταν να πάμε στο σινεμά
3. πλάνο σαν πρόγραμμα, un plan de ayuda a los países pobres,
ένα πρόγραμμα βοήθειας για τις φτωχές χώρες
El plan incluye cuatro años de contabilidad,
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τέσσερα χρόνια λογιστικής
4. οικ, μτφ, πλάνο ερωτικό= φλερτ, ειδύλλιο ή αρπαχτή, ξεπέτα, επιπόλαιη σχέση,
tiene un plan con una compañera de trabajo, έχει ένα φλερτ με μια συνάδελφος
Pablo no es mi novio ni nada. Fue solo un plan,
Ο Πάμπλο δεν είναι το αγόρι μου ή ούτε τίποτα. Ήταν απλώς μια ξεπέτα
5. ναυ, το χαμηλότερο σημείο του σκάφους
6. δίαιτα, διαιτολόγιο, διατροφή, El plan que sigo incluye más pescado que carnes rojas,
Η δίαιτα που ακολουθώ περιλαμβάνει περισσότερο ψάρι παρά κόκκινο κρέας διαιτολόγιο
7. ορυ, το σύνολο των εργασιών που γίνονται στο ίδιο βάθος
8. επίπεδο, El plan más profundo se encuentra a 570 metros por debajo de la superficie,
Το βαθύτερο επίπεδο βρίσκεται 570 μέτρα κάτω από την επιφάνεια
9. ύψος, ¿En qué plan se encuentra el radar? Σε ποιο ύψος είναι το ραντάρ;
10. σνθ, plan contable, οκν, λογιστικό σχέδιο
plan de ataque, σχέδιο επίθεσης
plan de escape, σχέδιο διαφυγής σε πυρκαγιά
plan de estudios, πρόγραμμα σπουδών
plan de financiación, οκν, σχέδιο χρηματοδότησης
plan de inversión, οκν, επενδυτικό πρόγραμμα
plan de jubilación, πρόγραμμα συνταξιοδότησης
plan de paz, ειρηνευτικό σχέδιο
plan de pensiones, οκν, συνταξιοδοτικό πρόγραμμα
plan de trabajo, πρόγραμμα εργασίας
plan de una noche, σχέση μιας βραδιάς
11. εκφ, a todo plan, οικ, με όλα τα μέσα, χωρίς να λυπηθώ τα έξοδα,
se ha montado su casa a todo plan, έχει στήσει το σπίτι του με όλα τα μέσα
desmantelar los planes, πρχ ξε-μαντηλιάζω= διαλύω τα σχέδια
en plan, οικ, σε πλάνο= με τρόπο, lo dijo en plan serio, το είπε στα σοβαρά
si te pones en ese plan… αν το παίρνεις έτσι…
no te pongas en plan borde, μη γίνεσαι θρασύς
en plan de, με σκοπό, πρόθεση, en plan de broma, για πλάκα,
vino en plan de armar bronca, ήρθε με σκοπό να στήσει καυγά,
en plan de descanso, για διάλειμμα
vamos a Grecia en plan de turismo, πάμε στην Ελλάδα για τουρισμό
fijar un plan, καθορίζω ένα σχέδιο
¡menudo plan!, οικ, σιγά το πρόγραμμα!
no ser plan algo, οικ, δεν είναι σωστό κάτι, βολικό, ευχάριστο, ικανοποιητικό,
no es plan que trabaje sólo yo, no, δεν είναι σωστό να δουλεύω μόνο εγώ, έτσι
salirle un plan a alguien, οικ, του βγαίνει ένα πλάνο σε κάποιον> μου κάνουν καμάκι
hacer planes, κάνω σχέδια
tener planes, έχω σχέδια ή ραντεβού ερωτικό, ¿qué planes tienes? τι σχέδια έχεις;
Esta noche tengo un plan con Nadia, Απόψε έχω ένα ραντεβού με την Νάντια
plana 1. θ, πρχ πλάνα= φύλλο χαρτιού, σελίδα, La respuesta está en la otra plana de la hoja,
Η απάντηση βρίσκεται στην άλλη πλευρά του φύλλου
2. πλάνο έδαφος= κάμπος, πεδιάδα, El pueblo se encuentra sobre una plana,
Το χωριό βρίσκεται σε μια πεδιάδα
3. εκπ, κόλλα διαγωνίσματος
ή άσκηση, Los niños de preescolar hacen planas para practicar caligrafía,
Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας κάνουν ασκήσεις για να εξασκηθούν στην καλλιγραφία
4. μυστρί, Los albañiles usan planas para allanar el yeso,
Οι χτίστες χρησιμοποιούν μυστρί για να λειάνουν το σοβά
5. σνθ, plana mayor, στρ, γενικό επιτελείο
ή σε εταιρεία, οργάνωση, γενική διοίκηση, γενικό επιτελείο
6. εκφ, a plana y renglón, τυπ, ακριβές αντίγραφο
ή μτφ, σύμφωνα με το πλάνο= τέλεια, ακριβώς ή κουτί, όπως ακριβώς ήθελα,
El tiempo me vino a plana y renglón, Ο καιρός μου ήρθε κουτί
a toda plana (en), ολο-σέλιδα
corregir, enmendar la plana, διορθώνω, τροποποιώ το σχέδιο ή διορθώνω κάποιον
en primera plana, τυπ, σε πρώτο πλάνο, στην πρώτη σελίδα, σε πρωτοσέλιδο
estar en la primera plana de la actualidad, είμαι στην πρώτη σελίδα της επικαιρότητας
plano 1. α, πρχ πλάνο= χάρτης, el plano de la ciudad, o χάρτης της πόλης
2. ατκ, γμτ, σχέδιο, Según el plano, el baño estará al lado de la cocina,
Σύμφωνα με το σχέδιο, το μπάνιο θα βρίσκεται δίπλα στην κουζίνα
3. γμτ, επίπεδο
4. κνμ, πλάνο, La escena entera consiste de un solo plano,
Όλη η σκηνή αποτελείται από ένα μόνο πλάνο
5. μτφ, οπτική γωνία, la obra puede analizarse desde distintos planos,
Το έργο μπορεί να αναλυθεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες
6. σνθ, primer plano, κνμ, πρώτο πλάνο
plano americano, κνμ, αμερικάνικο πλάνο
plano de fondo, τεχ, δεύτερο πλάνο, φόντο
plano de tiro, σχέδιο βολής
plano general, largo, de conjunto, γενικό, συνολικό σχέδιο
plano inclinado, κεκλιμένο επίπεδο
plano meridiano, γμτ, μεσημβρινό επίπεδο
7. εκφ, caer de plano, κάθομαι πλάνος= πέφτω, σωριάζομαι φαρδύς-πλατύς
dar de plano, ο ήλιος, πέφτω κάθετα, el sol daba de plano, ο ήλιος έπεφτε κάθετα
ή πέφτω κάθετα πάνω σε κάτι αιχμηρό
de plano, μτφ, κάθετα, ξεκάθαρα, εντελώς, te equivocas de plano, κάνεις λάθος ξεκάθαρα rechazó de plano la oferta, απέρριψε εντελώς την προσφορά
en el plano…σε επίπεδο… en el plano político, σε πολιτικό επίπεδο
plano, na 1. για επιφάνεια, πλάνος= λείος, -α, -ο, ίσιος, -α, -ο, επίπεδος, -η, -ο,
un terreno plano, ένα επίπεδο έδαφος
lleva zapatos planos, φοράει ίσια παπούτσια
2. μτφ, ανούσιος, -α, -ο, αδιάφορος, -η, -ο, un discurso plano, μια ομιλία ανούσια
3. για χρώμα, χωρίς αποχρώσεις, μονόχρωμος, -η, -ο
4. μαθ, επίπεδος, -η, -o, una superficie plana, μια επίπεδη επιφάνεια
5. σνθ, geometría plana, επιπεδομετρία
planador 1. α, τχν, πρχ πλανο-τήρας= στιλβωτής
planear 1. ρμ, πρχ κάνω πλάνο για ένα έργο
2. κάνω πλάνα ή σχεδιάζω κάτι, planear una fuga, σχεδιάζω μια απόδραση
Estamos planeando una fiesta de sorpresa para su cumpleaños,
Σχεδιάζουμε ένα πάρτι-έκπληξη για τα γενέθλιά του
3. προετοιμάζω, planeó todos los detalles, προετοίμασε όλες τις λεπτομέρειες
4. κάνω πλάνα, σχέδια, ¿qué habéis planeado para el fin de semana?
τι έχετε σχεδιάσει για το τέλος της εβδομάδας
5. ρα, πλανώμαι στον αέρα, για αεροπλάνο, αντικείμενο, πετάω, παίρνω τροχιά προσγείωσης, κλίση καθόδου χωρίς μηχανές, γλιστράω,
el avión planea, το αεροπλάνο πετάει,
La inercia mantuvo el avión planeando sobre la pista,
Η αδράνεια κράτησε το αεροπλάνο να γλιστράει στον διάδρομο προσγείωσης
Solté hilo y vi planear la cometa en el cielo,
Άφησα καλούμπα και παρακολούθησα τον χαρταετό να πλανάται στον ουρανό
6. για πτηνό, πλανάται χωρίς κίνηση πτερών, υπερίπταμαι,
el águila planea, o αετός πλανάται, υπερίπταται
7. μτφ, planear sobre, πλανάται πάνω από κάτι ή σχετικά με κάτι,
la incertidumbre que planea sobre nuestro futuro,
η αβεβαιότητα που πλανάται σχετικά με το μέλλον μας
planeo 1. α, για αεροπλάνο, πτήση καθόδου χωρίς μηχανές
2. για πτηνό, πέταγμα χωρίς να κουνά τα πτερά
planeamiento 1. α, κάνω πλάνο, σχεδιασμός, εκπόνηση, προγραμματισμός σχεδίου,
El planeamiento de este ambicioso programa, que tenía el nombre clave de Fall Gelbe,
Ο σχεδιασμός αυτού του φιλόδοξου προγράμματος, με την κωδική ονομασία Fall Gelbe
planeador 1. α, ανεμοπλάνο, ανεμόπτερο
planeadora 1. θ, ναυ, πλοιάριο που αναπτύσσει μεγάλη ταχύτητα στο κύμα
planificar 1. ρμ, πρχ πλανο-φιάχνω = κάνω πλάνο για κάτι, σχεδιάζω,
Tenemos que planificar detenidamente las actividades para el congreso,
Πρέπει να σχεδιάσουμε προσεκτικά τις δραστηριότητες του συνεδρίου
2. κάνω πλάνα για κάτι, προγραμματίζω, σχεδιάζω,
planificación 1. θ, φτιάξιμο πλάνου για κάτι, προγραμματισμός, σχεδιασμός,
Mi madre siempre se encarga de la planificación de nuestros viajes anuales,
Η μητέρα μου πάντα επωμίζεται τον προγραμματισμό για τα ετήσια ταξίδια μας
2. σνθ, planificación del, εργασιακός προγραμματισμός
planificación económica, οικονομικός προγραμματισμός
planificación familiar, οικογενειακός προγραμματισμός
planificación urbanística, πολεοδομικός σχεδιασμός
planificador, ra 1. ε, α θ, σχεδιαστικός, -η, -ο, σχετικός, -ή, -ό με σχεδιασμό, προγραμματισμό, προγραμματιστικός, -ή, -ό, προγραμματιστής, -ια,
El proceso planificador facilita la implementación del sistema,
Η σχεδιαστική διαδικασία διευκολύνει την εφαρμογή του συστήματος
llano 1. α, πρχ αλάνα ή πλάνο έδαφος, πεδιάδα, Construimos la casa en un llano,
Χτίσαμε το σπίτι σε μια πεδιάδα
llano, na πρχ πλάνο ή σαν αλάνα
1. ε, επίπεδος, -η, -o, ίσιος, -ια, -o για επιφάνεια, έδαφος, terreno llano,
Nos tumbamos a descansar en una zona llana,
Ξαπλώσαμε για να ξεκουραστούμε σε μια επίπεδη περιοχή
La pared se ha hinchado y ya no está llana,
Ο τοίχος έχει φουσκώσει και δεν είναι πλέον ίσιος
2. μτφ, για άτομο, συμπεριφορά, απλοϊκός, -ή, -ó, απλός, -ή, -ó,
Me gustan las personas llanas porque son sinceras,
Μου αρέσουν οι απλοί άνθρωποι επειδή είναι ειλικρινείς,
La gente de los pueblos suele ser muy llana,
Οι άνθρωποι των χωριών συνηθίζουν να είναι πολύ απλοϊκοί
3. μτφ, απλοϊκός, -ή, -ó, απλός, -ή, -ó, εύκολος, -η, -ο νοηματικά,
Cariño, habla al niño con vocabulario llano para que te entienda,
Αγάπη μου, μίλα στο παιδί με λεξιλόγιο απλό για να σε καταλάβει
El profesor explicó el concepto con ejemplos muy llanos,
Ο δάσκαλος εξήγησε την έννοια με πολύ απλά παραδείγματα
4. γρμ, για τονισμό λέξης, πλάνο> σαν σε μέση λέξης, παροξύτονος-η, -o
la palabra “casa” es llana, η λέξη σπίτι είναι παροξύτονη
llana 1. θ, πρχ πλάνα= τετράγωνο μυστρί για χτίστη
El albañil alisó el cemento con una llana, Ο χτίστης λείανε το τσιμέντο με μυστρί
2. πεδιάδα, Los colonos cruzaron la extensa llana a caballo,
Οι άποικοι διέσχισαν την απέραντη πεδιάδα με άλογα
3. σελίδα, los artículos no pueden ocupar más de diez llanas,
τα άρθρα δεν μπορούν να καταλαμβάνουν περισσότερες από δέκα σελίδες
4. γρμ, παροξύτονη λέξη, “Silla” es una llana, Σίγια είναι μια παροξύτονη λέξη
llanura πρχ πλαν-ούρα> ιδιότητα πλάνας> επίπεδης επιφάνειας, εδάφους
1. θ, πεδιάδα, Los perros corrieron sobre la llanura,
Τα σκυλιά έτρεξαν πάνω στην πεδιάδα
2. ιδιότητα επίπεδης επιφάνειας, φλατ, επίπεδο, επιπεδότητα,
El estado de Dakota del Norte es conocido por la llanura de sus paisajes,
Η πολιτεία της Βόρειας Ντακότα είναι γνωστή για την επιπεδότητα των τοπίων της
3. λεία υφή, ομαλότητα, Pasamos horas puliendo la madera para lograr una llanura perfecta,
Περάσαμε ώρες λειαίνοντας το ξύλο για να πετύχουμε τέλεια ομαλότητα
penillanura 1. θ, σχεδόν πεδιάδα, με λίγες ανωμαλίες εδάφους
llanero, ra 1. α θ, πρχ πλανο-μερής= που ζει στον κάμπο, καμπίσιος, κάτοικος πεδιάδας,
κατωμερίτης, κατωμερίτισσα, La mayoría de los llaneros trabajan como granjeros,
Οι περισσότεροι από τους καμπίσιους εργάζονται ως αγρότες
llaneza 1. θ, απλότητα, la llaneza de sus explicaciones es increíble,
η απλότητα των εξηγήσεων της είναι απίστευτη
2. μτφ, απλότητα σε τρόπους, ειλικρίνεια, φυσικότητα, οικειότητα με κάποιον,
Admiro a la princesa y su llaneza en el trato,
Θαυμάζω την πριγκίπισσα και την απλότητα της στις συναναστροφές της
Nadie diría que son ricos, a juzgar por la llaneza de su indumentaria,
Κανείς δεν θα έλεγε ότι είναι πλούσιοι, κρίνοντας από την απλότητα των ρούχων τους
Ilanear 1. ρα, για ποδηλάτη, κινούμαι σε πλάνο> επίπεδο έδαφος
2. για εκδρομέα, βαδίζω σε επίπεδο έδαφος
3. για ποτάμι, ρέω σε επίπεδη επιφάνεια εδάφους
4. είμαι σε επίπεδο δρόμο
llanamente 1. επρ, απλά, ειλικρινά, Solo dime llanamente qué piensas de esta idea,
Πες μου απλά τι πιστεύεις για αυτή την ιδέα
El médico nos dio el diagnóstico llanamente, Ο γιατρός μας έδωσε τη διάγνωση ειλικρινά
2. χωρίς επίδειξη= απλά, απλοϊκά, vestirse llanamente es lo mejor,
να ντύνεσαι απλοϊκά είναι το καλύτερο
allanar πρχ πλανάρω κάτι ή κάνω σαν αλάνα κάτι
1. ρμ, στρώνω, ισιώνω, οριζοντιώνω, ισοπεδώνω, για έδαφος, επιφάνεια,
El operario se subió a la aplanadora y allanó el suelo,
Ο εργάτης ανέβηκε στον οδοστρωτήρα και ισοπέδωσε το έδαφος
2. μτφ, κάνω πλάνο το έδαφος, ανοίγω δρόμο, εξομαλύνω, διευθετώ, ξεπερνώ,
El cantante allanó el camino a los artistas provenientes de los barrios bajos,
Ο τραγουδιστής άνοιξε το δρόμο για καλλιτέχνες από τις φτωχογειτονιές
Αna allanó todos los problemas, y logró que le otorgaran el préstamo,
Η Άννα ξεπέρασε όλα τα προβλήματα, και κατάφερε να της χορηγήσουν το δάνειο
3. μτφ, παραβιάζω, Anoche alguien allanó mi casa y se llevó el televisor de plasma,
Χθες το βράδυ κάποιος παραβίασε την οικία μου και πήρε την τηλεόραση πλάσμα
4. ραντ, για έδαφος, επιφάνεια, ισοπεδώνομαι, στρώνομαι, ισιώνομαι,
ή γίνομαι επίπεδο, ισιώνω, el terreno empieza a allanarse más allá,
το έδαφος αρχίζει να ισιώνει πιο πέρα,
ή για κτίριο, πέφτω κάτω, κατεδαφίζομαι, el edificio se allanó por el terremoto,
το κτίριο έπεσε κάτω από τον σεισμό
5. μτφ, είμαι στο ίδιο πλάνο= συγκατατίθεμαι, ενδίδω, συμμορφώνομαι με, συμφωνώ με,
Luis intentó convencer a su madre, pero ella no se allanó a sus caprichos,
Ο Λουίς προσπάθησε να πείσει τη μητέρα του, αλλά εκείνη δεν ενέδωσε στα καπρίτσια του
Los acreedores se allanaron a nuestra propuesta de pago,
Οι πιστωτές συμφώνησαν με την πρόταση πληρωμής μας
6. μτφ, κατεβαίνω σε συναναστροφή στο ίδιο επίπεδο με κάποιον χαμηλότερου επιπέδου,
εξομοιώνομαι, εξισώνομαι, era un tío increíble, se allanaba a cualquier tipo de gente,
ήταν ένας τύπος απίστευτος, εξισωνόταν με κάθε είδους ανθρώπους
allanamiento πρχ πλανάρισμα
1. α, πράξη και αποτέλεσμα του allanar, allanarse, ισοπέδωμα, ίσιωμα εδάφους,
El operario se subió a la aplanadora y comenzó con el allanamiento,
Ο εργάτης ανέβηκε στον οδοστρωτήρα και άρχισε με το ισοπέδωμα
2. μτφ, ξεπέρασμα, διευθέτηση, εξομάλυνση προβλημάτων, δυσκολιών
3. νομ, συμμόρφωση
4. σνθ, allanamiento de morada, νομ, παράνομη είσοδος ή παραμονή σε κατοικία
allanador, ra 1. ε, που πράττει το ρήμα allanar, ισοπεδωτικός, -ή, -ό,
la aplanadora es una máquina allanadora, ο οδοστρωτήρας είναι μια μηχανή ισοπεδωτική
arrellanarse πρχ περι-πλανάρομαι
1. ραντ, μτφ, ξαπλώνω, απλώνομαι, κάθομαι άνετα, αράζω, στρογγυλοκάθομαι,
se arrellanó en el sofá, ξάπλωσε στον καναπέ,
Todos los domingos por la mañana, mi papá se arrellana en su sillón a leer el periódico,
Κάθε Κυριακή πρωί, ο μπαμπάς μου κάθεται άνετα στην πολυθρόνα του για να διαβάσει την εφημερίδα
2. μτφ, βολεύομαι σε χώρο, δραστηριότητα, εξοικειώνομαι, είμαι άνετος,
La mamá de Ana esperaba que su hija pronto se arrellanara en su primer puesto,
Η μητέρα της Άννας ήλπιζε ότι η κόρη της σύντομα θα βολευόταν στην πρώτη της δουλειά
rellano 1. α, πρχ περι-πλανο> πλατύσκαλο για σκάλα
2. πεζούλα για έδαφος
rellanar πρχ περι> ανα-πλαναρω
1. ρμ, ισοπεδώνω ξανά ή ισιώνω, κάνω επίπεδο το έδαφος ξανά,
tuvieron que rellanar el terreno para edificarlo,
χρειάστηκε να ισιώσουν ξανά το έδαφος για να το οικοδομήσουν
2. ραντ, περι-πλανάρομαι= στρογγυλοκάθομαι σε πολυθρόνα, καναπέ,
rellanarse en el sillon, στρογγυλοκάθομαι στην πολυθρόνα
palma πρχ παλάμη και οι μεταφορές της
1. θ, παλάμη χεριού, En la feria, una adivina me leyó las líneas de las palmas de mis manos,
Στην γιορτή, μια μάντισσα μου διάβασε τις γραμμές στις παλάμες των χεριών μου
2. βοτ, δέντρο φοίνικας, φοινικιά, φοινικόδεντρο, σαν παλάμη χεριού τα φύλλα
En el jardín hay dos palmas, Στον κήπο έχει δύο φοίνικες
3. βοτ, χουρμαδιά
4. βοτ, κλάδος φοίνικα, βάγια, Construyeron una choza y usaron palmas para hacer el techo,
Έφτιαξαν μια καλύβα και χρησιμοποίησαν κλάδους φοίνικα για να φτιάξουν τη στέγη
5. μτφ, θρίαμβος, σαν κούνημα βάγιας
6. ιππ, πρχ πέλμα οπλής
7. σνθ, palma datilera, παλάμη σα δάκτυλα= χουρμαδιά
palma indiana, βοτ, παλάμη ινδιάνικη= κοκοφοίνικας
8. εκφ, como la palma de la mano, σαν την παλάμη μου> επίπεδος, -η, -ο, ίσιος, -α, -ο,
conocer algo como la palma de la mano, οικ, ξέρω κάτι σαν την παλάμη μου,
llevarse la palma, παίρνω την κλάδο φοίνικα= είμαι πρώτος, παίρνω το βραβείο,
se lleva la palma de la estupidez, παίρνει το βραβείο βλακείας
llevar ή traer en palmas a una persona, έχω σε βάγια> έχω στα όπα-όπα κάποιον,
su marido siempre la ha llevado en palmas, ο σύζυγός της την έχει στα όπα-όπα
palmas 1. θ πλ, πρχ παλάμες= παλαμάκια, χειροκροτήματα,
Las palmas de la audiencia, Τα χειροκροτήματα του ακροατηρίου
2. σνθ, palmas de tango, ρυθμικά παλαμάκια
3. εκφ, batir las palmas, χτυπάω παλαμάκια, χειροκροτώ
dar palmas, δίνω παλαμάκια= χειροκροτώ
Palma de Mallorca 1. ονο, Πάλμα ντε Μαγιόρκα
palmacristi 1. θ, βοτ, πρχ παλαμη-Χριστού= ρετσινολαδιά, ρίκινος
palmada 1. θ, πρχ παλαμιά= ελαφρό χτύπημα, χάδι με την παλάμη,
Mario le dio una palmada en la espalda a Juan a modo de saludo,
Ο Μάριο του έδωσε μια με την παλάμη στην πλάτη στον Χουάν ως χαιρετισμό
2. ήχος, κρότος, κλαπ από παλαμάκι, Me gustaría poder apagar las luces con una palmada,
Θα μου άρεσε να μπορούσα να σβήσω τα φώτα με ένα παλαμάκι
3. εκφ, darse una palmada en la frente, δίνω μια με την παλάμη στο μέτωπο
dar una palmada, δίνω μια με την παλάμη
palmadas 1. θ πλ, παλαμάκια, χειροκροτήματα ή ήχοι, κλαπ από παλαμάκια
2. εκφ, dar palmadas, χτυπάω παλαμάκια, χειροκροτώ
palmadita 1. θ, πρχ παλαμίτσα= χαστουκάκι
2. εκφ, dar una palmadita, palmaditas en el hombro, χτυπάω φιλικά στον ώμο
palmar 1. ρα, οικ, μτφ, τα τινάζω, σαν να μένω σαν παλάμη ανοιχτή το σώμα
El conductor palmó en la ambulancia, camino al hospital,
Ο οδηγός τα τίναξε μέσα στο ασθενοφόρο καθ’ οδόν προς το νοσοκομείο
2. μτφ, ανοίγω παλάμη> χάνω χρήματα σε τζόγο, Palmamos 1,000 euros en Monte Carlo,
Χάσαμε 1.000 ευρώ στο Μόντε Κάρλο
3. εκφ, μτφ, palmarla, τα τινάζω, la palmó ayer, τα τίναξε εχθές
palmar 1. ε, από φύλλα φοινικόδεντρου, φοινικωτός, -ή, -ό
2. σα παλάμη χεριού, παλαμιαίος, -α, -o, παλαμικός, -ή, -ó
3. α, πρχ παλαμ-άριο= φοινικώνας, φοινικό-δασος, Fuimos al palmar a recoger cocos,
Πήγαμε στο φοινικόδασος για να μαζέψουμε καρύδες
4. τχν, λανάρι, λανάρα, επειδή παλαμίζει το μαλλί
5. εκφ, más viejo que un palmar, οικ, μτφ, πιο γέρος κι από ένα φοίνικα= μαθουσάλας
palmado, da 1. ε, παλαμιαίος, -α, -o, παλαμικός, -ή, -ó
despalmar πρχ ξε-παλαμίζω
1. ναυ, Παλαμίζω βάρκα, καλαφατίζω το πέλμα του πλεούμενου
2. ξυλ, λοξοτομώ, κόβω λοξά, σαν να χαλάω την ευθεία παλάμη> επιφάνεια
3. κτν, για άλογο, αφαιρώ πέλμα οπλής, εξονυχίζω
4. ξεριζώνω χλόη, χορτάρι, επειδή το τραβάω με την παλάμη
despalme πρχ ξε-παλάμισμα
1. α, κτν, εξονυχισμός αλόγου
2. κόψιμο, εντομή δέντρου για να το ρίξω
despalmador πρχ ξε-παλαμο-τήρ
1. α, ναυ, καρνάγιο, επειδή παλαμίζει, καλαφατίζει πλεούμενα
2. κτν, μαχαίρι αφαίρεσης της οπλής του αλόγου
despalmadura 1. θ, κτν, υπόλειμμα οπλής αλόγου
empalme 1. πρχ εμ-παλαμισμα= σαν ένωση δυο παλαμών, ένωση, σύνδεση σε κάτι
πρχ εμ-πόλισμα= σαν να κάνω πόλο, ένωση
α, σύνδεσμος για σωλήνες, El agua está goteando justo en la parte del empalme entre las dos cañerías,
Το νερό στάζει ακριβώς στην ένωση μεταξύ των δύο σωλήνων
2. για καλώδια, ηλεκτρικά, de cables, σύνδεση, συνένωση, συναρμογή, μάτιση
Si el empalme entre los dos cables está mal hecho, puede causar un incendio
Εάν η σύνδεση μεταξύ των δύο καλωδίων είναι κακοφτιαγμένο, μπορεί να προκληθεί πυρκαγιά
3. ρακόρ
4. για σιδηρόδρομο, διακλάδωση, συμβολή, Se va a construir una estación en el empalme de la línea nueva con la red existente,
Ένας σταθμός θα κατασκευαστεί στη συμβολή της νέας γραμμής με το υπάρχον δίκτυο
5. κόμβος για λεωφόρους
6. διακλάδωση, συμβολή, ανταπόκριση για επικοινωνίες
7. σημείο σύνδεσης
8. πδφ, σουτ χωρίς κοντρόλ, απευθείας, πρχ ε-μπάλισμα με την μία
9. τχν, σύνδεση, συναρμογή
10. ξυλ, συναρμογή, μάτισμα, σύνδεση
empalmadura 1. θ, empalme
empalmar 1. ρμ, εμ-πολίζω> φτιάχνω πόλο> ένωση, σύνδεση, ενώνω, συνδέω,
Primero pelé los cables, después los empalmé y por último los recubrí con goma,
Πρώτα έγδυσα τα καλώδια, μετά τα ένωσα και τέλος τα κάλυψα με λάστιχο
El fontanero empalmó las tuberías de plástico con un adhesivo especial,
Ο υδραυλικός ένωσε τους πλαστικούς σωλήνες με μια ειδική κόλλα
2. ρα, συνδέομαι, Este tren empalma con el siguiente para que los viajeros no tengan que esperar,
Αυτό το τρένο συνδέεται με το επόμενο ώστε οι επιβάτες να μην χρειάζεται να περιμένουν
3. μτφ, συμπέφτω, La charla sobre buena conducta empalmó con una clase de Civismo,
Η ομιλία για την καλή διαγωγή συνέπεσε με ένα μάθημα Πολιτικής Αγωγής
4. ραντ, χυδ, πρχ σα παλαμάρι= καυλώνω
desempalmar 1. ρμ, αντίθετo του empalmar, απ-εμπολίζω= απο-συνδέω
palmo 1. πρχ μέτρηση μιας παλάμης
α, σπιθαμή, Juan crece rápido. El año pasado era casi un palmo más bajo,
Ο Χουάν μεγαλώνει γρήγορα. Πέρυσι ήταν σχεδόν μια σπιθαμή πιο κοντός
2. εκφ, con un palmo de lengua fuera, οικ, με μια παλάμη γλώσσα έξω> με τη γλώσσα έξω
dejar a alguien con un, dos palmo(s) de narices, οικ, αφήνω κάποιον στα κρύα του λουτρού
quedarse con un palmo, dos palmos de narices, μένω στα κρύα του λουτρού
no levantar un palmo del suelo, μτφ, δεν σηκώνω μια παλάμη από το έδαφος=
είμαι πολύ κοντός> στούμπος, κοντοπίθαρος
palmo a palmo, εξονυχιστικά> σπιθαμή προς σπιθαμή,
revisó la casa palmo a palmo, έψαξε το σπίτι σπιθαμή προς σπιθαμή
ή εντελώς> σπιθαμή προς σπιθαμή, απ’ άκρη σ’ άκρη,
él conoce Αtenas palmo a palmo, αυτός ξέρει την Αθήνα σπιθαμή προς σπιθαμή
un palmo de, μια σπιθαμή από, no cederé ni un palmo de terreno,
δεν θα παραχωρήσω ούτε μία σπιθαμή εδάφους
a un palmo de distancia, στα δύο βήματα απόσταση
palmotear 1. ρα, πρχ παλαματίζω= χτυπάω παλαμάκια, χειροκροτώ
2. δίνω ελαφριά χτυπήματα με την παλάμη στην πλάτη
palmoteo 1. α, παλαμάκια, χειροκρότημα
2. ελαφρύ χτύπημα στην πλάτη με παλάμη
palmeta 1. θ, αρχ, πρχ παλαμ-ιτσα= χάρακας, επειδή χτύπαγε με τιμωρία την παλάμη
2. αρχ, χτύπημα με το χάρακα
3. αγρ, παλμέτα
4. εκφ, ganar la palmeta, κερδίζω την παλαμίτσα= για παιδί που έφτανε στο σχολείο και κέρδιζε το προνόμιο να εφαρμόζει την τιμωρία με τον χάρακα στην παλάμη
ή μτφ, φτάνω πιο νωρίς σε μέρος πριν από άλλον
ή μτφ, προλαβαίνω κάποιον σε εκτέλεση ενέργειας
palmetazo 1. α, χτύπημα με το χάρακα, Se prohibieron los palmetazos en las escuelas,
Απαγορεύτηκαν τα χτυπήματα με χάρακα στα σχολεία
2. μτφ, διόρθωση με αγένεια σε κάποιον, χώσιμο, κατσάδα
palmita 1. θ, φοίνικας, φοινικιά, φοινικόδεντρο
2. εκφ, en palmitas, οικ, μτφ, σε φοίνικες, βάγια= στα όπα-όπα,
traer, tener a alguien en palmitas, έχω κάποιον στα όπα-όπα
palmito 1. α, βοτ, φοινικόδεντρο νάνος
2. μαγ, μτφ, καρδιά φοίνικα, Hice una ensalada de palmitos, aguacate y tomate,
Έφτιαξα μια σαλάτα με καρδιές φοινίκων, αβοκάντο και ντομάτα
3. οικ, μτφ, μουτράκι, προσωπάκι, sus rasgos orientales le dan belleza a su palmito,
τα ανατολίτικα χαρακτηριστικά του του προσδίδουν ομορφιά στο προσωπάκι του
ή εμφάνιση, σώμα, σιλουέτα
4. σνθ, buen palmito, όμορφο προσωπάκι, μουτράκι ή εμφάνιση, σώμα
5. εκφ, lucir el palmito, οικ, επιδεικνύω τα κάλλη μου, σώμα μου
Aunque hacía frío, Lucas se quitó la camiseta para lucir el palmito,
Αν και έκανε κρύο, ο Λούκας έβγαλε την μπλούζα του για να επιδείξει τα κάλλη του
tener un buen palmito, οικ, μτφ, είμαι νόστιμη
como un palmito, μτφ, μπιμπελό, κουκέτα, προσεγμένο άτομο εμφανισιακά
palmares 1. α, πρχ παλμαρέ, κατάλογος επιτυχιών, διακρίσεων ή βραβείων,
tiene 5 medallas en su palmares, έχει 5 μετάλλια στο παλμαρέ του
palmario, ria 1. ε, πρχ παλαμάριος= φανερό σαν να βλέπω την παλάμη μου,
φανερός, -ή, -ό, ολοφάνερος, -η, -ο, προφανής, -ής, -ές, ξεκάθαρος, -η, -ο, πρόδηλος, -η, -ο el error es palmario, το λάθος είναι προφανές
palmatoria πρχ παλαμα-ταρια= πράγμα που πιάνω με την παλάμη
1. θ, κηροπήγιο
2. αρχ, χάρακας δασκάλου που χτύπαγε την παλάμη
palmeño, ña 1. ε, από την Πάλμα των Κανάριων Νησιών
2. α θ, γηγενής, κάτοικος της Πάλμα
palmiche, palmicho 1. α, βοτ, βασιλικός φοίνικας
2. καρπός του βασιλικού φοίνικα
palmatífido, da 1. ε, βοτ, παλαμο(το)-ειδής, -ής, -ές
palmífido, da 1. ε, βοτ, παλαμο-σχιδής, -ής, ές
palmilobulado, da 1. ε, βοτ, παλαμό-λοβος, -η, -ο
palmipartido, da 1. ε, βοτ, παλαμο-διαίρετος, -η, -ο
palmisecado, da 1. ε, βοτ, παλαμη-σκιστο= παλαμό-τμητος, -η, -ο
palmípedo, da 1. θ, ζωλ, πρχ παλαμο-ποδο= υμενόποδο, στεγανόπεδο
palmitina 1. θ, χημ, παλμιτίνη
palmitato 1. α, χημ, άλας ή εστέρας του παλμιτικού οξέος
palmítico, ca 1. ε, χημ, παλμιτικός, -ή, -ó
palmera πρχ παλαμ-αριά
1. θ, φοίνικας, φοινικιά, φοινικόδεντρο
2. μτφ, είδος γλυκού σε σχήμα καρδιάς
3. σνθ, palmera datilera, χουρμαδιά, σαν δάκτυλα ο καρπός της
palmeral 1. α, φοινικώνας, φοινικόδασος
palmero, ra 1. ε, από την Πάλμα
2. α θ, γηγενής, κάτοικος της Πάλμα
3. μουσικός που κρατάει ρυθμό χτυπώντας παλαμάκια στο φλαμένκο
palmero 1. α, πρχ παλαμ-άρης= χατζής, προσκυνητής στους Αγίους Τόπους,
επειδή κρατάει φοινικιά
2. εργάτης σε φοινικώνα
palmesano, na 1. ε, από την Πάλμα ντε Μαγιόρκα
2. α θ, γηγενής, κάτοικος της Πάλμα ντε Μαγιόρκα
palmear 1. ρμ, πρχ παλαμίζω= χτυπάω με την παλάμη ή δίνω χτύπημα με παλάμη,
Mario me palmeó el hombro y me dijo: “No pasa nada”,
Ο Μάριο με χτύπησε ελαφρά στον ώμο και μου είπε: «Δεν έγινε κάτι»
2. ρα, βαράω παλαμάκια, χειροκροτώ
3. αθλ, στο μπάσκετ, καρφώνω
4. ναυ, χρησιμοποιώ παλαμάρι> σκοινί, καλά στερεωμένο από τις δύο όχθες,
για να μετακινηθώ με πλωτό μέσο ή τραβώντας με τις παλάμες το σχοινί
palmeo 1. α, παλαμάκια, χτύπημα των χεριών μεταξύ τους
2. παλαμάκια ρυθμού σε φλαμένκο
3. μέτρηση μήκους σε σπιθαμές, σαν παλάμισμα
4. αθλ, φόλοου σε μπάσκετ, σαν παλάμισμα στην μπάλα
palmeado, da 1. ε, ζωλ, πρχ παλαμο-ποδος, -η, -ο, που έχει νηκτική μεμβράνη
pelma πρχ με πέλμα βραδύ, πρχ πελ-μα> πολύ-μαλ-ακος στο μυαλό
1. ε, α θ, μτφ, σπαστικός, -ή, -ό, βαρετός, -ή, -ό, κουραστικός, -ή, -ό,
tu hermano es pelma, ο αδερφός σου είναι βαρετός,
¡No me aguanto a Laura! Es bien pelma, Δεν αντέχω τη Λάουρα! Είναι πολύ σπαστική
2. με πέλμα βραδύ= αργός, -ή, -ό, eres muy pelma haciendo el trabajo,
είσαι πολύ αργός κάνοντας τη δουλειά
pelmazo, za 1. ε, α θ, σπαστικότατος, -η, -ο, πολύ βαρετός, -ή, -ό, κουραστικός, -ή, -ό,
Que niña tan pelmaza es Crissy, ¡no me la aguanto!
Η Κρίσι είναι τόσο βαρετή κοπέλα, δεν την αντέχω!
2. πολύ αργός, -ή, -ό στις πράξεις του
apelmazar πρχ παλαμίζω> πατικώνω ή απελ-μασαρ> σα μπολ-ιασμα, σβόλιασμα υλικού
1. ρμ, πατικώνω μαλλί, Marina apelmazó el pelo de su hija con tanto gel,
Η Μαρίνα πατίκωσε τα μαλλιά της κόρης της με τόσο τζελ
2. σβολιάζω, Creo que apelmacé el pastel porque le puse demasiada harina,
Νομίζω ότι σβόλιασα το κέικ γιατί του έβαλα πολύ αλεύρι
3. ραντ, πήζομαι, σβολιάζομαι, μαζεύω, el jersey se apelmazó al lavarlo en frío,
το πουλόβερ μάζεψε όταν το έπλυνε σε κρύο νερό
apelmazamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του apelmazar
propalar 1. ρμ, λογ, πρχ προ-παλαμίζω ή σα προπέλα διαδίδω είδηση, πληροφορία = διαδίδω, διαρρέω κάτι κρυφό, propaló la noticia por todo el vecindario,
Διέδωσε το νέο σε όλη τη γειτονιά
propalación 1. θ, λογ, διάδοση νέων, διασπορά
propalador, ra 1. ε, διαδίδων, -ουσα, -ον, που διαδίδει, διασπείρει νέο, είδηση
empelechar 1. ρμ, εμ> επι-πλατύ-ζω κάτι= για τοίχο, κολώνα, επενδύω, διακοσμώ με μάρμαρο, σαν να το πλαταίνω στην επιφάνεια
2. για πλάκες μαρμάρινες, ενώνω
chaira 1. θ, πρχ μα-χαίρα= μαχαίρι για το κόψιμο της σόλας του υποδηματοποιού
2. μασάτι για ακόνισμα μαχαιριού
3. οικ, σουγιάς
chinela 1. θ, πρχ πλα-τ(σ)υν-ούλα= παντόφλα