LIPOMA

LIPOMA= ΠΡΧ ΛΙΠΩΜΑ, ΛΙΠΟ-, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

sinalefa 1. θ, γρμ, συναλοιφή

adípico, ca 1. ε, χημ, αδιπικός, -ή, -ó

adiposis 1. θ, ιατ, πρχ αδιποσι> λιποση> πολλά λίπη= παχυσαρκία

adiposidad 1. θ, παχυσαρκία

adiposo, sa 1. ε, παχύσαρκος, -η, -o

lipocromo 1. α, βιο, λιπόχρωμο

lipodistrofia 1. θ, ιατ, λιποδυστροφία

lipoescultura 1. θ, λιποπλαστική

lipoide 1. α, λιποειδές

lipoideo, a 1. ε, λιποειδής, -ής, -ές

lipoma 1. α, ιατ, λίπωμα

lipomatosis 1. θ, ιατ, λιπωμάτωση

liposoluble 1. ε, λιποδιαλυτός, -ής, -ó

liposoma 1. α, βιο, χημ, λιπόσωμα

liposucción 1. θ, πρχ λιπο-σιου> (ήχος ρουφήγματος)= λιποαναρρόφηση

lipotimia 1. θ, ιατ, λιποθυμία

2. εκφ, darle a alguien una lipotimia, του δίνει σε κάποιον μια λιποθυμία= λιποθυμώ,

sufrir una lipotimia, υποφέρω μια λιποθυμία= λιποθυμώ

Scroll to Top