LIMO= ΠΡΧ ΛΑ-ΣΠΩ-ΜΑ> ΛΑΣΠΗ, ΙΛΥΣ, ΠΡΧ ΛΗΣΜΟΝΙΑ, ΛΗΘΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
limo πρχ λιμο> λασ-πω-μα, ιλύς
1. α, ιλύς, βούρκος, βόρβορος, λάσπη, con la lluvia el camino quedó cubierto de limo,
Με τη βροχή ο δρόμος έμεινε καλυμμένος με λάσπη
limoso, sa 1. ε, βορβορώδης, -ης, -ες, λασπώδης, -ης, -ες, λασπωμένος, -η, -ο,
se quedaron encallados en un terreno limoso,
έμειναν κολλημένοι σε ένα λασπωμένο έδαφος
limosidad 1. θ, λασπώδες, limosidad del terreno, το λασπώδες του εδάφους
2. για δόντι, τρυγία, οδοντική πέτρα, λεμονί χρώμα
limonita 1. θ, γωλ, λειμονίτης
lemanita 1. θ, ορυ, είδος νεφρίτη
limaco 1. α, ζωλ, πρχ λιμακο> γυμνακο= γυμνοσάλιαγκας
limaza 1. θ, ζωλ, γυμνοσάλιαγκας
limbario, ria 1. ε, βοτ, ακραίος, -α, -o (επί πετάλων και σεπάλων)
linimento 1. α, πρχ λινι-μεντο> άλειμμα= αλοιφή, υγρό εντριβής
litote 1. θ, λγτ, σχήμα λιτότητας
lumaquela 1. θ, γωλ, κογχυλιούχο πέτρωμα
olvidar πρχ olvidar> ob-litar> από-λήθη> ρίχνω στην λήθη κάτι, ξεχνάω
πρχ ολβιδαρ> άληπτον ή μη ληπτέον> ξεχασμένο
πρχ ολβιδαρ> ληφθη> ρίχνω στην λήθη
1. ρμ, ξεχνώ, λησμονώ, he olvidado los nombres de los funcionarios,
ξέχασα τα ονόματα των αξιωματούχων,
Olvidé cómo llegar a tu casa. ¿Me das direcciones?
Ξέχασα πώς να φτάσω στο σπίτι σου. Μπορείς να μου δώσεις οδηγίες;
nunca te olvidaré, δε θα σε ξεχάσω ποτέ,
No olvides el paraguas. Creo que va a llover hoy,
Μην ξεχάσεις την ομπρέλα. Νομίζω ότι θα βρέξει σήμερα
olvidé las llaves en la oficina, ξέχασα τα κλειδιά στο γραφείο
2. ραντ, ξεχνώ, Me olvidé que era nuestro aniversario. ¡Perdón!
Ξέχασα ότι ήταν η επέτειος μας. Συγγνώμη!
Se olvidó la cartera y ahora no puede pagar el almuerzo,
Ξέχασε το πορτοφόλι του και τώρα δεν μπορεί να πληρώσει το μεσημεριανό,
La comida está sosa porque se me olvidó echarle sal,
Το φαγητό είναι άγευστο επειδή ξέχασα να προσθέσω αλάτι,
olvídate de lo ocurrido, ξέχνα αυτό που συνέβη,
Olvídate de salir con tus amigos mañana. Con estas calificaciones, no saldrás hasta el verano
Ξέχνα το να βγεις έξω με τους φίλους σου αύριο. Με αυτούς τους βαθμούς, δεν θα βγεις έξω μέχρι το καλοκαίρι
Se olvidó de sus hijos en cuanto se marchó para Tenerife,
Ξέχασε τα παιδιά του μόλις έφυγε για την Τενερίφη
3. ξεχνάω οικειοθελώς, ξεχνιέμαι, Aunque quiero olvidarme del asunto no puedo,
αν και θέλω να ξεχαστώ από αυτό το θέμα, δεν μπορώ
todo se olvida, όλα ξεχνιούνται
nos olvidaremos este pequeño incidente, θα ξεχάσουμε αυτό το μικρό περιστατικό
4. εκφ, ¡olvídame! οικ, ξέχασε με!, άσε με ήσυχο!
olvido 1. α, λήθη, λησμονιά, ξέχασμα, la incomunicación termina en el olvido,
η έλλειψη επικοινωνίας καταλήγει στη λήθη
el olvido de las llaves es imperdonable, Το ξέχασμα των κλειδιών είναι ασυγχώρητο
2. αμέλεια, παράλειψη, ha sido un olvido imperdonable, ήταν μια ασυγχώρητη αμέλεια
3. εκφ, enterrar en el olvido, θάβω στη λήθη
entregar al olvido, παραδίδω στη λήθη, entregó al olvido a su marido,
παρέδωσε στην λήθη τον σύζυγο της
estar en el olvido, είμαι λησμονημένος
quedar en el olvido, μένω ξεχασμένος
sacar, rescatar del olvido, ανασύρω από τη λήθη
dar, echar al, en el olvido, ρίχνω στην λήθη, ξεχνώ, echó su fracaso al olvido,
έριξε στην λήθη την αποτυχία του
dejar en el olvido, αφήνω να πέσει στη λήθη, να ξεχαστεί
caer en el olvido, πέφτω στη λήθη, una promesa más que cae en el olvido,
μια ακόμη υπόσχεση που πέφτει στην λήθη
olvidado, da 1. ε, α θ, ξεχασμένος, -η, -o, ξεχασμένο άτομο, λησμονημένος, -η, -ο,
Temo que el escribir cartas se convierte en arte olvidado,
Φοβάμαι ότι το να συγγράφεις επιστολές μετατρέπεται σε μια ξεχασμένη τέχνη
2. ξεχασιάρης, -α, -ικο, ξεχασιάρικο άτομο
3. που ξεχνά ευεργεσία, αχάριστος, -η, -ο, αχάριστο άτομο
no le gustan las personas olvidadas como tus amigοs,
δεν του αρέσουν οι αχάριστοι άνθρωποι σαν τους φίλους σου
4. μτφ, ξεχασμένος, -η, -ο, vive en un pueblo olvidado en mitad de la nada,
ζει σε ένα ξεχασμένο χωριό στη μέση του πουθενά
olvidable 1. ε, ευκολο-ξέχαστος, -η, -ο, ασήμαντος, -η, -ο,
Las viejas noticias son olvidables rápidamente,
Τα παλιά νέα είναι ευκολο-ξέχαστα γρήγορα,
Sus primeras películas fueron olvidables, pero su última obra es excelente,
Οι πρώτες του ταινίες ήταν ασήμαντες, αλλά η τελευταία του δουλειά είναι εξαιρετική
inolvidable 1. ε, αξέχαστος, -η, -ο, αλησμόνητος, -η, -ο,
la visita nos deja un recuerdo inolvidable, Η επίσκεψη μας άφησε μια αξέχαστη ανάμνηση
olvidadizo, za 1. ε, ξεχασιάρης, -α, -ικο, αμνήμων, -ων, -ον,
Mi abuelo es un poco olvidadizo, siempre pierde sus gafas,
Ο παππούς μου είναι λίγο ξεχασιάρης, χάνει πάντα τα γυαλιά του,
¡qué chico tan olvidadizo!, ¡nunca se acuerda de nada!
τι ξεχασιάρικο παιδί! ποτέ δε θυμάται τίποτα!
2. που ξεχνά ευεργεσίες= αγνώμων, -ων, -ον, αχάριστος, -η, -o,
un estadio olvidadizo con el antiguo héroe futbolístico,
ένα στάδιο αχάριστο με τον παλιό ήρωα του ποδοσφαίρου
3. εκφ, hacerse el olvidadizo, κάνω, προσποιούμαι πως δε θυμάμαι
nomeolvides 1. α, βραχιόλι
2. βοτ, μη με λησμονεί, μυοσωτίς