LECHE= ΠΡΧ ΛΑΚΤΟΖΗ> ΓΑΛΑ, ΠΡΧ ΛΕΤΣΕ> ΓΑ-ΛΑΤ(Σ)Α,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
leche πρχ λετσε> γά-λακτος, λακτόζη
1. θ, γάλα από γυναίκα, ζώο,
2. γαλάκτωμα σε κοσμητικά προϊόντα, γαλάκτωμα ενυδατικό, leche hidratante
3. γάλα από φυτό, σπόρους, καρπούς, γάλα καρύδας, leche de cocos
4. οικ, μτφ, πρχ πλατς> χαστούκι, φάπα, ¡Como vuelvas a hacerlo, te doy una leche!
Αν το ξανακάνεις αυτό, σου ρίχνω ένα χαστούκι!
5. οικ, μτφ, πρχ πλατς> γροθιά, μπουνιά, ¡Como vuelvas a hacerlo, te doy una leche!
Αν το ξανακάνεις αυτό, σου ρίχνω μια μπουνιά!
6. οικ, μτφ, πρχ πλατς> τούμπα ή τράκος, tropezó y se pegó una buena leche,
σκόνταψε και έφαγε μια καλή τούμπα,
Se dio una leche con el coche, έδωσε ένα τράκο με το αμάξι
7. οικ, πρχ λετς> μπε-λάς, αγγαρεία, ¡qué leche tener que ir a trabajar tan temprano!
τι μπελάς να πρέπει να δουλεύεις τόσο νωρίς!
8. χυδ, σπέρμα, Había una mancha de leche en la sábana,
Υπήρχε ένας λεκές από σπέρμα στο σεντόνι
9. οικ, μτφ, διάθεση, a ver de qué leche está hoy, για να δω τι διάθεση έχει σήμερα
10. σνθ, leche de apoyo, γάλα στήριξης= κατάλληλο για βρέφη
leche descremada, χωρίς κρέμα= αποβουτυρωμένο γάλα
leche desnatada, από-βουτυρωμένο γάλα
leche bronceadora, γαλάκτωμα για μαύρισμα
leche concentrada, συμπυκνωμένο γάλα
leche esterilizada, αποστειρωμένο γάλα
leche evaporada, γάλα εβαπορέ
leche maternizada, γάλα μητρικό= κατάλληλο για βρέφη
leche condensada, ζαχαρούχο γάλα
leche cuajada, πηγμένο γάλα
leche en polvo, γάλα σε σκόνη
leche entera, πλήρες γάλα
leche pasteurizada, παστεριωμένο γάλα
leche solar, αντηλιακό γαλάκτωμα
8. εκφ, estar de mala leche, οικ, είμαι με, έχω κακή διάθεση, hoy está de mala leche,
σήμερα είναι με κακή διάθεση
ή κάνω κάτι κακόβουλα, με κακή πρόθεση, me ha quitado la silla con mala leche,
μου έχει πάρει την καρέκλα με κακή πρόθεση
liarse a leches, οικ, μπλέκομαι σε γάλατα= πλακώνομαι
ser la leche, είναι το γάλα ή το λούσο= είναι και το πρώτο, δεν παίζεται
ή es la leche! αυτό είναι το άκρον άωτον! και μη χειρότερα!
ή είμαι απίστευτος, δεν υπάρχω, αρνητικό, ¡eres la leche!, ¿por qué no me llamaste antes? είσαι απίστευτος! γιατί δεν με κάλεσες νωρίτερα; Δεν υπάρχεις
¡me cago en la leche! Χέζομαι στο γάλα = χυδ, σκατά!
meterse una leche, οικ, χώνομαι σε ένα γάλα= μτφ, τρακάρω ή τρώω τα μούτρα μου
por la leche que mamé, οικ, στο γάλα που βύζαξα
a toda leche, echando leches, οικ, με όλα τα γάλατα= πολύ γρήγορα, με χίλια, σφαίρα
como una leche, σαν γάλα= πολύ τρυφερός
cortarse la leche, κόβει το γάλα
darle, pegarle una leche a alguien, οικ, δίνω ένα πρχ (πλατς)> χαστούκι σε κάποιον
de la leche, του γάλακτος= δίνει έμφαση, υπερβολικά, πολύ, hace un frío de la leche,
κάνει ψοφόκρυο
leche 1. επφ, πρχ λετσε> ελέησε> έλεος, γαμώτο, αμάν, φτού να πάρει!
Me lo podías haber dicho antes, ¡leche! Θα μπορούσες να μου το πεις νωρίτερα, έλεος!
lechecillas πρχ λετσε-θιλας> γα-λατ-ουλια
1. θ πλ, γλυκάδια μοσχαριού, σαν γαλατάκια νόστιμα
2. γλυκάδια αρνιού, σαν γαλατάκια νόστιμα
3. συκωταριά, σαν γαλατάκια νόστιμα
lechera πρχ γα-λατι-έρα
1. θ, δοχείο μεταφοράς γάλακτος
2. γαλατιέρα για σερβίρισμα
3. οικ, μτφ, περιπολικό αστυνομίας, μπατσικό, σαν όχημα γαλατά, λευκό
4. εκφ, es el cuento de la lechera, είναι το παραμύθι της γαλατιέρας=
ακόμα δεν τον είδαμε Γιάννη τόνε βγάλαμε, με τα λόγια χτίζεις ανώγια και κατώγια
lechería 1. θ, πρχ γα-λατερί= γαλακτοπωλείο
lechero, ra πρχ γα-λατ-ερό
1. ε, που περιέχει γάλα ή έχει ιδιότητες του γάλακτος, γαλακτικός, -ή, -ó
lechetrezna 1. θ, βοτ, γαλατσίδα
lechón, ona 1. α θ, γουρουνάκι γάλακτος
2. οικ, μτφ, πρχ λέτσος= γουρούνι, -α, βρωμιάρης, -α, απεριποίητος, -η
Es un lechón, είναι ένας λέτσος= βρωμιάρης
3. α, γουρούνι, χοίρος
lechona 1. θ, ζωλ, γουρούνα
lechoso, sa, 1. ε, γαλακτερός, -ή, -ó
lactario, ra 1. γαλακτερός, -ή, -ó
malaleche 1. α θ, χυδ, για άτομο, μτφ, με κακό γάλα= κακότροπος , -η, δύστροπος, -η
lecha 1. θ, ζωλ, σπερματικό υγρό ψαριού, σαν γάλα
lechada πρχ γα-λατάδα
1. θ, ασβεστόγαλα
2. κατ, ασβέστης ή ρευστοκονίαμα
3. τχν, χαρτοπολτός, σαν γάλα
lechal 1. ε, α, ζώο που ακόμα θηλάζει
2. ε, βοτ, γαλακτώδης, -ης, -ες
3. α, βοτ, λάτεξ, γάλα των φυτών
lechar 1. ε, για ζώο που θηλάζει, γάλακτος
2. που δίνει γάλα, γα-λακτοφόρος, -ος, -o, vaca lechar, γαλακτοφόρος αγελάδα
3. βοτ, γαλακτώδης, -ης, -ες
lechaza 1. θ, ζωλ, σπερματικό υγρό ψαριού
lechazo 1. α, αρνάκι γάλακτος
lactar 1. ρμ, πρχ γα-λακτίζω= θηλάζω, γαλουχώ, La madre está lactando a su bebé,
Η μητέρα θηλάζει το μωρό της
2. ρα, γα-λακτίζομαι= θηλάζομαι, βυζαίνω
lactación 1. θ, γαλακτισμός, θηλασμός
lactancia 1. θ, πρχ γα-λάκτισμα= θηλασμός, γαλούχηση, γαλουχία,
lactancia materna, μητρικός θηλασμός
2. γαλακτοφορία
3. lactancia artificial, materna τεχνητός, μητρικός θηλασμός
lactante 1. ε, πρχ γα-λακτίζων= θηλάζων, -ουσα, -ον, madre lactante, θηλάζουσα μητέρα
2. που θηλάζει, βυζαίνει
3. α θ, βρέφος, επειδή γαλακτίζεται
4. θ, θηλάζουσα μητέρα, πρχ γαλακτίζουσα
lactasa 1. θ, λακτάση
lactato 1. α, χημ, γαλακτικό άλας
lacteado, da 1. ε, γαλακτούχος, -α, -ο, γαλακτερός, -ή, -ό
lácteo, a 1. ε, γαλακτοκομικός, -ή, -ό, γαλακτερός, -ή, -ó, γαλακτώδης, -ης, -ες,
la industria láctea es muy importante en España,
η γαλακτοκομική βιομηχανία είναι πολύ σημαντική στην Ισπανία
2. γαλακτικός, -ή, -ό
3. μτφ, που μοιάζει στο γάλα, γαλακτερός, -ή, -ό, γαλακτώδης, -ης, -ες,
desprende una sustancia láctea, que es venenosa,
απελευθερώνει μια γαλακτώδη ουσία, η οποία είναι δηλητηριώδης
lácteo 1. α, γαλακτοκομικά, γαλακτερά, debe restringir el consumo de lácteos,
πρέπει να περιορίσει την κατανάλωση γαλακτοκομικών
lactescencia 1. θ, ιδιότητα του γαλακτώδους, γαλακτώδες
lactescente 1. ε, γαλακτώδης, -ης, -ες
lactina 1. θ, χημ, λακτόζη
lacticinio 1. α, γαλακτοκομικό προϊόν
láctico, ca 1. ε, χημ, γαλακτικός, -ή, -ó
lactífero, ra 1. ε, ανα, γαλακτοφόρος, -ος, -o
lactodensímetro 1. α, γαλακτο-πυκνό-μετρο
lactoflavina 1. θ, λακτο-φλαβίνη
lactómetro 1. α, γα-λακτό-μετρο
lactona 1. θ, χημ, λακτόνη
lactosa 1. θ, χημ, λακτόζη
lactumen 1. α, ιατ, βρεφική (γα-λακτο-)νινίδα
colactáneo, a 1. α θ, συ-, ομογάλακτος, -η
Galatea 1. ονο, μυθ, Γαλάτεια
galaxia 1. θ κυρ, μτφ, γαλαξίας
2. εκφ, de otra galaxia, οικ, από άλλο πλανήτη
extragaláctico, ca 1. ε, υπερ-γαλαξιακός, -ή, -ó
galáctico, ca 1. ε, γαλαξιακός, -ή, -ó
galactita, galactites 1. θ, γωλ, γαλακτίτης
galactógeno, na 1. ε, γαλακτογόνος, -ος, -α, -o,
galactógeno 1. α, γαλακτογόνο
galactómetro 1. α, γαλακτόμετρο
galactosa 1. θ, χημ, γαλακτόζη
galalita 1. α, γαλάλιθος
poligalia 1. θ, ιατ, γαλακτόρροια
intergaláctico, ca 1. ε, διαγαλαξιακός, -ή, -ό
lechuga πρχ επειδή έχει λευκό χρώμα στην βάση ή πρχ λετσ-ουγα> μαρου-λίτσα
1. θ, φυτό μαρούλι
2. εκφ, estar tan fresco como una lechuga, οικ, είμαι φρέσκος-φρέσκος σαν μαρούλι
ser más fresco que una lechuga, οικ, μτφ, είμαι πιο φρέσκος από μαρούλι=
είμαι αναιδέστατος
lechuguino 1. α, μαρουλάκι
2. φυτό μαρουλιού, el granizo destrozó los lechuguinos del pueblo,
Το χαλάζι κατέστρεψε τα φυτά μαρουλιού στο χωριό
lechuguino, na 1. α θ, υτμ, για άτομο, σαν μαρούλι φρέσκο, νεαρός, -ή
ή υπερβολικά περιποιημένος, -η σε ντύσιμο, εμφάνιση, φιγουρίνι, κοκέτα, δανδής,
Había tres hombres jóvenes vestidos a la última moda (los lechuguinos)
Υπήρχαν τρεις νεαροί άντρες ντυμένοι με την τελευταία λέξη της μόδας (οι δανδήδες)