LADO= ΠΡΧ ΠΛΑΤΥ> ΠΛΕΥΡΑ, ΠΛΑΙ, ΜΕΡΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
lado πρχ λαδο> π-λάτος= πλευρά από κάτι
1. α, πλευρά σε σώμα ατόμου, ζώου, μεριά, πλευρό,
la parálisis le ha afectado el lado derecho, η παράλυση του έχει επηρεάσει την δεξιά πλευρά
me duele el lado derecho, izquierdo, με πονάει η δεξιά, αριστερή πλευρά
2. πλευρά, μεριά πράγματος, άκρη, dejé el libro en el lado izquierdo del estante,
άφησα το βιβλίο στην αριστερή πλευρά του ραφιού
déjame un lado, άσε με σε μιαν άκρη
3. κάθε μια από τις πλευρές, σε επιφάνεια, ύφασμα, νομίσματος,
este lado del disco está rayado, αυτή η πλευρά του δίσκου είναι χαραγμένη
4. πλευρά σαν όριο χώρου, los lados de la ciudad, de la piscina,
τα όρια της πόλης, πλευρές της πισίνας
5. πλευρά σαν όψη θεώρησης σε κάτι, no te lo tomes por el lado malo,
μην το πάρεις από την κακή πλευρά
6. πλευρά σαν τρόπος, μέσο, δρόμος για να πετύχω κάτι, μεριά,
creo que si vamos por otro lado llegaremos antes,
πιστεύω πως αν πάμε από την άλλη πλευρά, μεριά θα φτάσουμε πιο νωρίς
7. πλευρά σαν χώρος, la ropería está a este lado de la calle,
το ρουχάδικο είναι από αυτή την πλευρά του δρόμου
8. μτφ, πλευρά σαν οπτική, siempre ve el lado negativo de las cosas,
πάντα βλέπει την αρνητική πλευρά των πραγμάτων
9. μτφ, πλευρά, μέρος, ¡y tú ¿de qué lado estás? κι εσύ, με ποιανού το μέρος είσαι;
10. γμτ, πλευρά
11. γμτ, άκρη πολίεδρου, el lado de una pirámide, η άκρη της πυραμίδας
12. εκφ, ¡a un lado! στην άκρη! retirense a un lado para que pase el coche,
τραβηχτείτε στην άκρη για να περάσει το αμάξι
dar, dejar de lado a alguien, αφήνω στην άκρη, κατά μέρος, παραμερίζω, κάποιον,
dejar a un lado, de lado, αφήνω κατά μέρος, στην άκρη, παραμερίζω κάτι,
dejemos a un lado mis problemas, ας αφήσουμε στην άκρη τα προβλήματα μου
de un lado para otro, από την μια πλευρά στην άλλη, από δω κι από κει, πέρα δώθε
andaba todo el día de un lado para otro, βάδιζε όλη την ημέρα πέρα δώθε
llevo todo el dia corriendo de un lado a otro, έχω όλη τη μέρα να τρέχω πάνω κάτω
en otro lado, σε άλλο μέρος, αλλού, debe de estar en otro lado, μάλλον είναι αλλού hacerse, echarse a un lado, κάνω στην μπάντα, άκρη για να περάσει κάποιος
ή φεύγω από κάτι που έχω πάρει μέρος
ir, tirar cada uno por su lado, πάει, τραβά, παίρνει o καθένας το δρόμο του
ir lado a lado, πηγαίνω δίπλα-δίπλα, πλάι πλάι
mirar de lado, de medio lado, κοιτάζω από την πλευρά τον άλλο= αφ’ υψηλού
ή λοξο-κοιτάζω
poner a alguien de su lado, παίρνω κάποιον με το μέρος μου
poner algo a un lado, de un lado, βάζω κάτι στην άκρη, κατά μέρος
ponerse del lado de alguien, τίθεμαι υπέρ κάποιου, παίρνω το μέρος κάποιου, υποστηρίζω por otro lado, από την άλλη μεριά
ver de qué lado sopla el viento, βλέπω από τι μεριά φυσάει ο άνεμος
ladera 1. θ, πλαγιά βουνού, υψώματος, ladera de montaña
ladeado, da 1. ε, για κάτι που έχει το πλατύ μέρος του> πλευρά με κλίση,
κεκλιμμένος, -η, -o, γερμένος, -η, -o, στραβός, -ή, -ó,
el cuadro está ladeado, το κάδρο είναι στραβό
con la cabeza ladeada, με το κεφάλι γερμένο
ladear πρχ π-λατιάζω προς> κλίνω το π-λατύ> πλευρά σε κάτι
1. ρμ, ρα, ραντ, γέρνω, δίνω κλίση, el cuadro se ha ladeado, το κάδρο έχει κλίνει
ladear la cabeza, κλίνω το κεφάλι
el árbol ladea, το δέντρο γέρνει
El caballero ladeó el sombrero y me sonrió,
Ο κύριος έγειρε το καπέλο του και μου χαμογέλασε
2. μτφ, ξε-πλατύνω από τον ορθό δρόμο, παραστρατώ, tu hermano ladea a menudo,
Ο αδερφός σου παραστρατεί συχνά
3. μτφ, κλίνω να κάνω κάτι, se ladea a leer novelas, κλίνει προς να διαβάζει μυθιστορήματα
ή προτιμώ κάποια πλευρά, me ladeo por tu opción, πλευρίζομαι υπέρ της επιλογής σου
4. περνώ γύρω από κέντρο, εμπόδιο, περι-πλευρίζω, πάω περιμετρικά, περι-πλεύρικα,
No quiero pasar por el centro, vamos a ladear,
Δεν θέλω να περάσω από το κέντρο, πάμε περιμετρικά
5. μτφ, αποφεύγω, παρακάμπτω, σαν να πάω γύρω από το πλατύ μέρος
6. ρα, περπατώ στις πλευρές βουνού
7. ραντ, για άτομο, πρχ ξε-πλατύνω από κάποιον, απομακρύνομαι
8. ραντ, μτφ, ξε-πλατύνομαι με κάποιον, εχθρεύομαι, μανουριάζω, se ladeó con su vecino,
μανούριασε με τον γείτονα του
9. περπατώ στο πλευρό κάποιου, se ladea con su hija, περπατά στο πλευρό της κόρης του
ladeo 1. α, κλίση σε αντικείμενο
2. στράβωμα αντικειμένου, el ladeo de la rama, το στράβωμα του κλαδιού
3. πράξη και αποτέλεσμα του ladear, ladearse
lateral πρχ π-λατύ> πλευρά
1. α, πλευρά σε κάτι, πλάι, en este lateral irá la estantería,
σε αυτή την πλευρά θα πάει το ράφι
el interruptor está situado en el lateral, o διακόπτης βρίσκεται στο πλάι
sólo quedan asientos en los laterales, μόνο μένουν θέσεις στα πλάγια
2. παράπλευρη οδός δρόμου, λεωφόρου, lateral de calle, avenida
3. πλευρική λωρίδα λεωφόρου
4. θ, φων, πλευρικό
5. σνθ, lateral derecho, izquierdo, θτρ, δεξιά, αριστερή πλευρά της σκηνής
lateral 1. ε, πλάγιος, -α, -ο, πλαϊνός, -ή, -ό, πλευρικός, -ή, -ό, παράπλευρος, -η, -o,
asiento lateral, κάθισμα πλαϊνό,
pared lateral, πλευρικός τοίχος
2. μτφ, για σημασία, δευτερεύων, -ουσα, -ον, cuestión, asunto lateral,
δευτερεύον ζήτημα, θέμα
3. μτφ, πλάγιος, -α, -ο, έμμεσος, -η, -o, parentesco lateral, πλάγια συγγένεια
4. νομ, εκ πλαγίου, sucesión, linea lateral, διαδοχή, συγγένεια εκ πλαγίου
5. φων, πλευρικός, -ή, -ό
6. α θ, αθλ, πλάγιος οπισθοφύλακας, μπακ
7. σνθ, lateral derecho, izquierdo, πδφ, δεξιός οπισθοφύλακας, δεξί μπακ,
αριστερός οπισθοφύλακας, αριστερό μπακ
lateralmente 1. επρ, πλάγια, παράπλευρα, πλευρικά
lateroabdominal 1. ε, ιατ, πλαγιοκοιλιακός, -ή, -ó
laterotorsión 1. θ, ιατ, συστροφή οφθαλμικού βολβού
multilateral 1. ε, πολύ-πλευρος, -η, -ο, πολυμερής, -ής, -ές
multilateralidad 1. θ, πολυπλευρικότητα
multilatéralisme 1. α, πολυ-πλευρισμός, πολυμέρεια
plurilateral 1. ε, πολύπλευρος, -η, -ο, πολυμερής -ής, -ές, un acuerdo plurilateral,
μια πολυμερής συμφωνία
trilateral 1. ε, τρι-πλευρικός, -ή, -ό, τριμερής, -ής, -ές, acuerdo trilateral,
τριμερής συμφωνία
2. γμτ, τρίπλευρος, -η, -o
trilátero, ra 1. ε, τριμερής, -ής, -ές, τρίπλευρος, -η, -ο
unilateral 1. ε, μονό-πλευρος, -η, -o, μονομερής, -ής, -ές,
una ruptura unilateral de las conversaciones, μια μονομερής διακοπή των συνομιλιών
unilateralidad, μονο-μέρεια
unilateralmente 1. επρ, μονό-πλευρα, μονομερώς,
decidir algo unilateralmente, αποφασίζω κάτι μονομερώς
bilateral 1. ε, αμφί-πλευρος, -η, -ο, διμερής, -ής, -ές
bilateralidad 1. θ, διπλευρικότητα, αμφι-πλευρικότητα
bilateralismo 1. α, διπλευρικότητα, αμφι-πλευρικότητα
colateral 1. ε, παρά-πλευρος, -η, -o, daños colaterales, παράπλευρες απώλειες
2. πλάγιος, -α, -ο, nave colateral, πλάγια κλίτη
3. εκ πλαγίου, pariente colateral, εκ πλαγίου συγγενής
4. α θ, για άτομο με δευτερεύων, δευτερεύουσα σημασία
equilátero, ra 1. ε, γμτ, ισό-πλευρος, -η, -o
aledaños 1. α πλ, πρχ παρ-α-πλατυνα= περίχωρα, en los aledaños de la casa no hay nada,
στα περίχωρα του σπιτιού δεν υπάρχει τίποτα
dar un paseo por los aledaños de una ciudad, να πάω περίπατο δια τα περίχωρα της πόλης
aledaño, ña 1. ε, πρχ παρ-α-πλατυ-νος σε χώρο= γειτονικός, -ή, -ó, συνεχόμενος, -η, -o
la universidad se construirá en un terreno aledaño al campo de fútbol,
το πανεπιστήμιο θα χτιστεί σε έδαφος γειτονικό του γηπέδου ποδοσφαίρου