JARETA

JARETA= ΠΡΧ ΣΙΡΙΤΙ ΣΑΝ ΣΧΗΜΑ> ΣΤΡΙΦΩΜΑ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑ ΤΟ ΚΟΡΔΟΝΙ, ΠΡΧ Σ-ΧΑΡΑ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

jareta 1. θ, ρπτ, στρίφωμα

2. ναυ, θωράκιο, δίχτυ προστασίας

3. ναυ, σύνολο σχοινιών, στρίγγος, γρι γρι

jaretón 1. α, ρπτ, στρίφωμα πολύ φαρδύ

enjaretado 1. α, ναυ, εν-σχαρωτο= δικτυωτή σχάρα πλοίου

enjaretar 1. ρμ, για ταινία, κορδόνι, περνώ μέσα από πιέτα, στρίφωμα

2. οικ, μτφ, λέω ή κάνω κάτι γρήγορα και άτσαλα, α-χάριστα> χωρίς χάρη=

τελειώνω όπως όπως, μπουρδουκλώνω, enjaretó el sermón en cinco minutos,

είπε όπως νά ΄ναι το κήρυγμα σε 5 λεπτά

3. οικ, μτφ, πρχ α-χαριστα λέω> λέω χωρίς χάρη κάτι= ξεφουρνίζω, ξεστομίζω

4. οικ, μτφ, δίνω κάτι με τρόπο αχάριστο= φορτώνω, επιβαρύνω,

me enjaretó todo su equipaje, μου φόρτωσε όλες τις αποσκευές του

Scroll to Top