JARABE= ΠΡΧ Χ> Σ-ΙΡΟΠΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
jarabe 1. α, σιρόπι
2. σνθ, jarabe de arce, σιρόπι σφένδαμου
jarabe de granadina, σιρόπι γρεναδίνης
jarabe para la tos, σιρόπι για τον βήχα
jarabe pectoral, σιρόπι για λοιμώξεις του θώρακα
jarabe de palo, οικ, μτφ, σιρόπι απο ρο-παλιά= κατραπακιά, φάπα
jarabe de pico, οικ, μτφ, ωραία λόγια, λόγια του αέρα
jarope 1. α, σιρόπι
2. οικ, υτμ, για ποτό, πικρό ή άνοστο, φαρμάκι
jaropear 1. ρμ, πρχ σιροπιάζω= δίνω σε κάποιον πολλά σιρόπια, φάρμακα κ.λπ.