HUECO= ΠΡΧ ΟΥΕΚΟ> ΕΚΟ > ΗΧΩ > ΚΕΝΟ, ΠΡΧ ΕΓ-ΚΟΙΛΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
hueco πρχ ου-εκο> εκο> ηχώ> κενό ήχου= κενό
1. α, υλικό κενό, κοίλωμα σε κάτι, hay un hueco en la pared, έχει ένα κενό στον τοίχο
2. κενό= πόρτα, παράθυρο ή άλλο άνοιγμα, τρύπα σε τοίχο
El prisionero se escapó por un hueco en la regadera,
Ο κρατούμενος δραπέτευσε μέσα από μια τρύπα στο ντους
3. σημείο όχι πιασμένο, κενό, no había ni un hueco en el cine,
δεν υπήρχε ούτε ένα κενό στο σινεμά
4. κενό χρονικό, χρόνος διαθέσιμος για κάτι, a ver si tengo un hueco y te busco lo que pides,
για να δω αν έχω ένα κενό και σου ψάχνω αυτό που ζητάς
5. το κενό κλιμακοστασίου, hueco de la escalera
6. το φρεάτιο ανελκυστήρα, hueco de ascensor
7. κενή, άδεια θέση εργασίας, le buscó un hueco en su negocio,
του έψαξε μια άδεια θέση στην επιχείρηση του
8. μτφ, κενό, Pepe no consiguió llenar el hueco que dejó su primer novio,
ο Πέπε δεν κατάφερε να γεμίσει το κενό που άφησε ο πρώτος της μνηστήρας
9. ατκ, άνοιγμα
10. εκφ, abrirse hueco, ανοίγω δρόμο
hacerse, abrirse un hueco, κάνω, ανοίγω κενό σε μένα για να μπω= διεισδύω,
consiguió hacerse un hueco en el mundo de la tele,
κατάφερε να διεισδύσει στον κόσμο της τηλεόρασης
hacer un hueco, κάνω θέση σε χώρο, hazme un hueco en el sofá,
κάνε μου θέση στον καναπέ
ή κάνω, διαθέτω χρονικό κενό, te puedo hacer un hueco esta tarde,
μπορώ να βρω διαθέσιμο χρόνο σήμερα το απόγευμα
sonar a hueco, βγάζω κούφιο ήχο
hueca 1. θ, κενό= εγκοπή στην άκρη της κουβαρίστρας για να περνάει η κλωστή
hueco, ca 1. ε, κενός, -ή, -ό, κούφιος, -α, -o εσωτερικά για υλικό, πράγμα,
un tronco hueco, ενας κορμός κούφιος
esta nuez está hueca, αυτό το καρύδι είναι κενό
2. για υλικό με κενά ανάμεσα στην δομή του, σπογγώδης, -ης, -ες, αφράτος, -η, -ο,
μαλακός, -ή,-ιά, -ó, me gusta que la almohada quede hueca,
μου αρέσει το μαξιλάρι να είναι απαλό, αφράτο
bizcocho hueco, μπισκότο αφράτο
lleva el pelo muy hueco, έχει μαλλιά με πολύ όγκο
3. μτφ, χωρίς περιεχόμενο, ουσία, κενός, -ή, -ό, κούφιος, -α, -o,
un estilo hueco, κενό ύφος
su discurso era hueco, η ομιλία του ήταν κενή από ουσία
palabras huecas, κούφια λόγια
4. που δεν είναι πιασμένο, ελεύθερος, -η, -o, κενός, -ή, -ό, un sitio hueco,
μια ελεύθερη θέση
5. για ήχο, κούφιος, -α, -ο, υπόκωφος, -η, -o, una voz hueca, μια υπόκωφη φωνή
un sonido hueco, ένας κούφιος ήχος
6. μτφ, για άτομο, κενό-δοξος, -η, -ο, επηρμένος, -η, -ο, αλαζονικός, -ή, -ó,
7. για ύφασμα, φαρδύς, -ιά, -ύ, vestidos huecos, φαρδιά ρούχα
huecograbado 1. α, βαθυ-τυπία, ηλιογραφία
ahuecado, da 1. ε, για υλικό, κούφιος, -α, -o
2. για φωνή, βαρύς, -ιά, -ύ
3. για ύφασμα, φαρδύς, -ιά, -ύ
ahuecador 1. α, κρινολίνο, επειδή είναι κενό από μέσα
ahuecar πρχ κάνω κενό, κούφιο κάτι
1. ρμ, ραντ, αδειάζω εσωτερικό από κάτι, κάνω κούφιο, ahuecar una calabaza,
αδειάζω μια κολοκύθα
2. ρμ, ραντ, κάνω κοίλο κάτι, la pintura se ha ahuecado, η βαφή έχει κάνει κοίλωμα
Ahuequé las manos y las llené de agua para lavarme la cara,
Κοίλωσα τα χέρια μου και τα γέμισα με νερό για να πλύνω το πρόσωπό μου
3. αραιώνω μαλλί
4. φαρδαίνω φόρεμα
5. κάνω μαλακό, ahuecar una almohada, μαλακώνω ένα μαξιλάρι
6. βαραίνω φωνή, ahuecar la voz
7. κάνω κενά σε έδαφος, αυλακώνω
8. ρα, οικ, μτφ, κάνω κενό από την παρουσία μου= φεύγω, την κάνω, ¡ahueca de aquí!
δίνε του από ’δώ!, άδειασε μου τη γωνιά!
9. ραντ, μτφ, κενοδοξώ, γίνομαι ματαιόδοξος, επαίρομαι,
¡cómo se ahueca cuando le dicen piropos! πως επαίρεται όταν του λένε καλά λόγια
ahuecamiento 1. α, άδειασμα από υλικό εσωτερικά
2. μαλάκωμα μαξιλαριού, υλικού
3. αυλάκωση εδάφους
4. μτφ, κενο-δοξία, ματαιο-δοξία
5. πράξη και αποτέλεσμα του ahuecar, ahuecarse
oquedad 1. θ, κοιλότητα, βαθούλωμα σε έδαφος, υλικό, la oquedad de la roca,
η κοιλότητα του βράχου
2. κενότητα ουσίας λόγων, γραπτών, el público criticó la oquedad de su discurso político,
το κοινό κριτίκαρε την κενότητα του πολιτικού λόγου του
oquedal 1. α, σπερμοφυές δάσος, μόνο με δέντρα