HONGO= ΠΡΧ ΟΝΓΚΟ> ΣΑΝ Σ-ΦΟΓΓΟΣ > ΣΦΟΥΓΓΑΡΙ ΤΟ ΣΧΗΜΑ > ΜΥΚΗΤΑΣ, ΜΑΝΙΤΑΡΙ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
hongo 1. α, βιο, ιατ, μύκητας
ή α πλ, los hongos, μύκητες, μόλυνση δερματική από μύκητα
2. μανιτάρι
3. μτφ, καπέλο μπομπέ
4. σνθ, hongo atómico, πυρηνικό μανιτάρι
hongo venenoso, δηλητηριώδες μανιτάρι
hongo yesero, φόμης ο εύφλεκτος
hongo yesquero, φόμης ο εύφλεκτος
5. εκφ, como un hongo, οικ, μτφ, σαν ενα μανιτάρι> για να δείξει μοναξιά ή βαρεμάρα,
Vive solo como un hongo, ζει μόνος σαν μανιτάρι
ή Se aburre como un hongo, βαριέται σαν ένα μανιτάρι
como hongos, μτφ, σαν μανιτάρια> πάρα πολύ, Se reproducen como hongos,
αναπαράγονται πάρα πολύ
fungicida 1. ε, α, πρχ σ-φουγγο-κτονα= μυκητοκτόνος, -ος, -ο, μυκητοκτόνο
fungiforme 1. ε, σφουγγο-φορμος= σε σχήμα μύκητα, μυκητόμορφος , -η -ο
fungoso, sa 1. ε, ιατ, μυκητώδης, -ης, -ες
fungosidad 1. θ, ιατ, μυκητοειδής ιστός που σχηματίζεται σε πληγή και εμποδίζει την επούλωσή της