HOMBRE= ΠΡΧ ΟΥΜΑΝΙΣΜΟΣ= ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΑΝΔΡΑΣ,
ΠΡΧ ΧΟΜΒΡΕ> ΧΩΜΑ= ΑΝΘΡΩΠΟΣ> ΑΔΑΜ ΑΠΟ ΧΩΜΑ, ΠΡΧ ΩΜΟΣ=ΑΝΔΡΙΣΜΟΣ,
ΠΡΧ ΧΟΥΜΙΛΑΡ> ΧΑΜ-ΗΛΟΣ, ΤΑΠΕΙΝΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
humano πρχ ουμανισμος= ουμάνο> άνθρωπος
1. α, άνθρωπος, el cerebro de los humanos, o εγκέφαλος των ανθρώπων
humano, na 1. ε, ανθρώπινος, -η, -o, los seres humanos, τα ανθρώπινα όντα
2. μτφ, ανθρώπινος, -η, -o, tiene un carácter muy humano,
έχει ενα χαρακτήρα πολύ ανθρώπινο
inhumano, na 1. ε, απάνθρωπος, -η, -o
extrahumano, na 1. ε, εξτρα-ουμάνο= μη ανθρώπινος, -η, -o
humanoide 1. ε, α θ, ανθρωποειδής, -ής, -ές, ανθρωποειδές
humanamente 1. επρ, ανθρώπινα, με ανθρωπιά
2. για έμφαση, ανθρωπίνως, hicimos lo humanamente posible,
κάναμε ó,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν
humanar 1. ρμ, ουμανοποιώ, εξανθρωπίζω
2. ραντ, εξ-ανθρωπίζομαι
3. θρη, για Θεό, ενανθρωπίζομαι
humanidad 1. θ, ανθρωπότητα, la historia de la humanidad, η ιστορία της ανθρωπότητας 2. μτφ, ανθρωπιά, le trató con mucha humanidad, του φέρθηκε με πολλή ανθρωπιά
3. μτφ, οικ, σωματικός όγκος, intentó levantarse, pero no pudo por su humanidad,
προσπάθησε να σηκωθεί, αλλα δεν μπόρεσε λόγω του σωματικού του όγκου
humanidades 1. θ πλ, εκπ, ανθρωπιστικές επιστήμες
estudia humanidades, σπουδάζει ανθρωπιστικές επιστήμες
inhumanidad 1. θ, απανθρωπιά
inhumanamente 1. επρ, απάνθρωπα
humanismo 1. α, ανθρωπισμός, ουμανισμός
humanista 1. ε, εκπ, ανθρωπιστικός, -ή, -ό, ουμανιστικός, -ή, -ό,
literatura humanista, ουμανιστική λογοτεχνία
2. α θ, εκπ, με σπουδές σε ανθρωπιστικές επιστήμες
3. ουμανιστής, -ια
humanístico, ca 1. ε, εκπ, ανθρωπιστικός, -ή, -ό
2. ουμανιστικός, -ή, -ό
humanitario, ria 1. ε, ανθρωπιστικός, -ή, -ó, ayuda humanitaria, ανθρωπιστική βοήθεια
2. φιλάνθρωπος, -η, -o, es una persona muy humanitaria,
είναι ένα άτομο πολύ φιλάνθρωπο
humanitarismo 1. α, ανθρωπισμός, φιλανθρωπισμός
humanizar 1. ρμ, εξανθρωπίζω
2. ραντ, εξανθρωπίζομαι
humanización 1. θ, εξανθρωπισμός
la humanización de las sociedades, o εξανθρωπισμός των κοινωνιών
deshumanizar 1. ρμ, απανθρωποποιώ
2. ραντ, απανθρωποποιούμαι
deshumanización 1. θ, απανθρωποποίηση
deshumano, na 1. ε, απάνθρωπος, -η, -o
exhumar 1. ρμ, πρχ ξε-χωματώνω= ξε-θάβω, κάνω εκταφή, exhumar el cadáver,
ξεθάβω το πτώμα
2. μτφ, ξεθάβω στην μνήμη, al ver la fotografía exhumó su infancia con nostalgia,
οταν είδε την φώτο ξέθαψε, ξαναθυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια με νοσταλγία
exhumación 1. θ, εκταφή, la exhumación del cadáver, η εκταφή του πτώματος
inhumar 1. ρμ, πρχ εν-χωματώνω= ενταφιάζω, θάβω,
inhumaron los cuerpos en una fosa común, ενταφίασαν τα σώματα σε ενα τάφο ομαδικό
inhumación 1. θ, ταφή, ενταφιασμός
infrahumano, na 1. ε, υπάνθρωπος, -η, -ο, απάνθρωπος, -η, -o, trabajo infrahumano,
δουλειά απάνθρωπη
sobrehumano, na 1. ε, υπεράνθρωπος, -η, -o
supermán 1. α, σούπερμαν, υπεράνθρωπος
trashumancia 1. θ, πρχ υστερο-χωμα= εποχιακή μετακίνηση στο έδαφος, χώμα για κοπάδι
trashumante 1. ε, εποχιακά μετακινούμενος, -η, -ο για κοπάδι
trashumar 1. ρα, μετακινούμαι εποχιακά για κοπάδι
humus 1. α, χούμος, μαυρόχωμα
hombre πρχ χώμα ή ουμάνο= άνδρας, άνθρωπος ή πρχ ώμος= ανδρισμός, ανδρεία
1. α, άντρας, el hombre y la mujer, o άντρας και η γυναίκα
2. μτφ, άντρας με θάρρος
3. άνθρωπος
4. οικ, άντρας, σύντροφος
5. στρ, άντρας, el cuerpo consta de mil hombres, το σώμα αποτελείται από χίλιους άντρες
6. σνθ, hombre orquesta, άνθρωπος ορχήστρα
hombre público, δημόσιο πρόσωπο
hombre rana, βατραχάνθρωπος.
hombre bala, άνθρωπος ρουκέτα
hombre de armas, έφιππος ένοπλος
hombre de ciencias, επιστήμονας
hombre de confianza, άνθρωπος εμπιστοσύνης
hombre de negocios, επιχειρηματίας
7. εκφ, como un solo hombre, σαν ένας άνθρωπος
de hombre a hombre, άνδρας προς άνδρα
el hombre de la calle, o απλός άνθρωπος> του δρόμου
el hombre del saco, οικ, o άνδρας του σάκου= μπαμπούλας
el hombre propone y Dios dispone, πρμ, άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει ¡hombre al agua! άνθρωπος στην θάλασσα!
ser alguien el nuestro hombre, είναι o κατάλληλος, δικός μας άνθρωπος
hombre 1. επφ, ¡sí, hombre! ναι ρε!
δηλώνει έκπληξη, βρε!, κοίτα να δεις!
σημαίνει εντάξει, hombre, no me gusta, pero… εντάξει, δεν μου αρέσει, αλλά…
hombrear 1. ρα, για νεαρό, το παίζω άντρας ή παριστάνω τον άντρα,
Cuando vienen mis amigos mi hermano menor hombrea con ellos,
Όταν έρχονται οι φίλοι μου, ο μικρότερος αδερφός μου το παίζει άντρας μαζί τους
hombrada 1. θ, πράξη με ανδρισμό, ανδραγάθημα, κατόρθωμα,
a pesar de su edad, quiso hacer la hombrada de llegar a la cima,
παρόλο την ηλικία του, θέλησε να κάνει το κατόρθωμα του να φτάσει στην κορυφή
2. παλληκαριά, λεβεντιά
3. γενναιοδωρία, μεγαλοψυχία
hombradía 1. θ, ανδρισμός, ανδροπρέπεια, ανδρεία
hombría 1. θ, ανδρεία, ανδρισμός
2. μτφ, απόκρυφα σημεία
3. εκφ, hombría de bien, εντιμότητα
ahombrado, da 1. ε, ανδροπρεπής, -ής, -ές
bonhomía 1. θ, καλοκαγαθία, προσήνεια
hombretón 1. α, οικ, άντρακλας, νταγλαράς
hombrón 1. α, οικ, άντρακλας
hombruno, na 1. ε, αρρενωπός, -ή, -ó
2. για γυναίκα, ανδροπρεπής, -ής, -ές, Isabel tiene un aspecto un poco hombruno,
η Ιζαμπέλ έχει μια όψη λίγο ανδροπρεπή
hombrecillo 1. α, οικ, ανδράκι= μισή μερίδα, μισοριξιά
hombrezuelo 1. α, οικ, μισοριξιά, ανθρωπάκι
milhombres 1. α, οικ, μτφ, μιλούνια-άνδρες = τεμπελόσκυλο, νταής
prohombre 1. α, πρχ προ-άνδρας = διαπρεπής άνθρωπος
superhombre 1. α, υπεράνθρωπος
eccehomo, ecce homo 1. α, πρχ έτσι-χώμα= Ίδε o Άνθρωπος
2. εκφ, estar hecho un eccehomo, είμαι σαν χώμα, βρίσκομαι σε οικτρή κατάσταση
homínido 1. α, ζωλ, ανθρωπίδας
homúnculo 1. α, υτμ, λγτ, ανθρωπάκι
prehomínidos 1. α πλ, προανθρωπίδες
homenaje πρχ ομεν> ονομά-τισμα, σαν φόρο τιμής ή ανάδειξη ανθρώπου
1. α, αφιέρωμα σε κάποιον, φόρος τιμής, dieron una cena de homenaje al nuevo académico,
έδωσαν ενα δείπνο ως φόρο τιμής στον νέο ακαδημαϊκό
2.εκφ, en homenaje a, de algo, alguien, ως φόρο τιμής σε κάτι, κάποιον
rendir homenaje a alguien, απότίω φόρο τιμής σε κάποιον
homenajear 1. ρμ, ονοματίζω με τιμή, κάνω αφιέρωμα, αποτίω φόρο τιμής,
homenajearon a los veteranos con una recepción oficial,
απότισαν φόρον τιμής στους βετεράνους με μια επίσημη υποδοχή
homenajeado, da 1. α θ, ονοματιζόμενο, τιμώμενο πρόσωπο
homicida 1. ε, πρχ χωμο-κτόνο= φονικός, -ή, -ό, ανθρωποκτόνος, -α, -o
el arma homicida, το φονικό όπλο
2. α θ, ανθρωποκτόνος , δολοφόνος
homicidio 1. α, ανθρωποκτονία
2. σνθ, homicidio frustrado, απόπειρα ανθρωποκτονίας
homicidio involuntario, ανθρωποκτονία εξ αμελείας
camaleón 1. α, χαμαιλέοντας
2. για άτομο, μτφ, χαμαιλέοντας
camaleónico, ca 1. ε, για άτομο, σαν χαμαιλέοντας, ευπροσάρμοστος, -η, -ο,
ευέλικτος, -η, -ο
humillar πρχ χουμιλαρ> χαμηλώνω ή χωματίζω κάποιον= ρίχνω στο χώμα το φρόνημα του
1. ρμ, ταπεινώνω κάποιον, no puedes humillarme, δεν μπορείς να με ταπεινώσεις
2. χαμηλώνω, κλίνω, γέρνω μέρος του σώματος προς το χώμα,
humilló los ojos ante su padre, χαμήλωσε τα μάτια του μπροστά στον πατέρα του
3. κάτι με ταπεινώνει, le ha humillado la derrota, τον έχει ταπεινώσει η ήττα
4. ξευτελίζω, ξεφτιλίζω, προσβάλλω, le humilló delante de todo el mundo,
τον ξεφτίλισε μπροστά σε όλους
5. ταυ, όταν χαμηλώνει, κατεβάζει ο ταύρος το κεφάλι για επίθεση ή άμυνα
6. ραντ, ταπεινώνομαι, ξεφτιλίζομαι
humillación 1. θ, ταπείνωση, fue una humillación para mí que me gritara delante de todos,
υπήρξε μια ταπείνωση για εμένα να μου φώναζε μπροστά σε όλους
humildad 1. θ, πρχ χωματότητα= ταπεινότητα, ταπεινοφροσύνη,
reconoció su error con humildad, αναγνώρισε το λάθος του με ταπεινότητα
humilde 1. ε, ταπεινός, -ή, -ό
humillado, da 1. ε, ταπεινωμένος, -η, -o
humillante 1. ε, ταπεινωτικός, -ή, -ó
humildemente 1. επρ, ταπεινά
humilladero 1. α, θρη, πρχ χαμηλο-τηριο= προσκυνητάρι