HEREJÍA= ΠΡΧ ΑΙΡΕΣΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
hereje 1. α, αιρετικός, -ή, Los herejes que negaban la palabra de Dios eran perseguidos,
Οι αιρετικοί που αρνούνταν τον λόγο του Θεού διωκόντουσαν
herejía 1. θ, θρη, αίρεση
2. μτφ, αίρεση, άλλη γνώμη ενάντια στις αρχές επιστήμης, τέχνης, δόγματος
3. μτφ, σαν αιρετικά λόγια προς κάποιον= ύβρις, προσβολή, ¡deja de decir herejías!
πάψε να λες προσβολές, να βρίζεις!
4. μτφ, αστοχία πράξης σαν αίρεση, ανοησία, σφάλμα που χαλάει την ομορφιά σε κάτι,
no cometas la herejía de teñirte el pelo, μην διαπράξεις την ανοησία να βάψεις το μαλλί
5. μτφ, πράξη σαν βασανιστήριο σε άτομο, ζώο, deja de hacerle herejías al gato,
σταμάτα να κάνεις βασανιστήρια στον γάτο
6. εκφ, hacerle herejías a, κάνω βασανιστήρια, βασανίζω κάποιον, ζώο
oler a herejía, οικ, μτφ, μυρίζει αίρεση κάποιος, φαίνεται αιρετικός
heresiarca 1. α, αιρεσιάρχης
herético, ca 1. ε, αιρετικός, -ή, -ó
aféresis 1. θ, γρμ, αφαίρεση
diéresis 1. θ, γρμ, διαλυτικά
2. γλγ, λγτ, ιατ, διαίρεση
sinéresis 1. θ, γρμ, συναίρεση