GRILLO= ΠΡΧ ΓΡΥΛΛΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
grillo 1. α, εντ, γρύλλος
2. σνθ, grillo cebollero, real, ζωλ, γρυλοτάλπης, κρεμμυδοφάγος
grilla 1. θ, εντ, γρύλλος
grillotalpa 1. α, ζωλ, γρυλοτάλπης, κρεμμυδοφάγος
grillos 1. α πλ, μτφ, ηχμ κριλ-κριλ των μεταλλικών κρίκων, πρχ γκριλιο> κρίκοι σαν δεσμά=
δεσμά ποδιών για φυλακισμένους
engrillar 1. ρμ, πιάνω με δεσμά κάποιον, αλυσοδένω, μπουζουριάζω,
Un estafador engrilló a la anciana para que le diera todos sus ahorros,
Ένας απατεώνας έδεσε με δεσμά τη γριά για να του δώσει όλες τις οικονομίες της
grillera 1. θ, τρύπα όπου μαζεύονται οι γρύλλοι
2. κλουβί γρύλλων
3. οικ, μτφ, μέρος με πολύ φασαρία, τρελάδικο
grillete 1. α, δεσμά ποδιών για φυλακισμένους
2. ναυ, αγκύλιο