GRAFÍA= ΠΡΧ ΓΡΑΦΗ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
grafía 1. θ, γραφή
grafiosis 1. θ, βοτ, ασθένεια φτελιάς, γραφίωση
grafema 1. α, γλγ, γράφημα
graffiti 1. α, γκράφιτι
grafismo 1. α, γραφιστική
grafista 1. α θ, γραφίστας, -ια
grafitero, ra, graffitero, ra 1. α θ, οικ, γκραφιτάς, τοιχο-γράφος, συνθηματογράφος
grafitico, ca 1. ε ορυ γραφιτικός, -ή, -ó
grafito 1. α, γκράφιτι
2. ορυ, γραφίτης
gráfica 1. θ, γραφική παράσταση για δεδομένα
gráficamente 1. επρ, γραφικώς
gráfico, ca 1. ε, για εκτύπωση, γραφή, γραφικός, -ή, -ó, artes gráficas, γραφικές τέχνες
2. παρουσιασμένο με σημεία, σχέδια, γραφικός, -ή, -ó, instrucciones gráficas,
οδηγίες γραφικές
3. με εικόνες, φωτογραφικός, -ή, -ó
4. παρουσιασμένο με σαφήνεια, παραστατικός, -ή, -ó, ζωντανός, -ή, -ó, εκφραστικός, -ή, ó
manifestó su negativa con un gesto muy gráfico,
δήλωσε την άρνηση του με μια χειρονομία πολύ εκφραστικό
5. πλφ, γραφικός, -ή, -ó
gráfico 1. α, γραφικό δεδομένων, σχήμα, γραφική παράσταση, διάγραμμα
2. σνθ, gráfico circular, κυκλικό διάγραμμα
gráfico de barras, γράφημα ράβδων
gráfico de miógrafo, μυογράφημα
gráfico de sectores, κυκλικό διάγραμμα
gráfico de tarta, γράφημα πίτας
gráfico lineal, γραμμικό γράφημα
gráficos para presentaciones, γραφήματα για παρουσιάσεις
esgrafiar 1. ρμ, τεχ, εφαρμόζω την τεχνική του (σ)γκραφίτο
esgrafito 1. α, (σ)γκραφίτο
esgrafiado 1. α, (σ)γκραφίτο
grafila, gráfila 1. θ, για νόμισμα, μπορντούρα με γραμμές, τελείες στα νομίσματα
grafología 1. θ, γραφολογία
grafológico, ca 1. ε γραφολογικός, -ή, -ó
grafólogo, ga 1. α θ, γραφολόγος
grafomanía 1. θ, γραφομανία
grafometría 1. θ, γραφομετρία
grafómetro 1. α, τχν, γραφόμετρο
grafoscopio 1. α, γραφοσκόπιο
agrafía, agrafía 1. θ, αγραφία
ágrafo, fa 1. ε, δεν μπορεί να γράψει ή δεν γνωρίζει γραφή
2. που δε διαθέτει γραφή
diágrafo 1. α, περι-μετρο-γράφος
digrafía 1. θ, εμπ, διπλογραφική εγγραφή
dígrafo 1. α, γλγ, δίγραμμα
anagrama 1. α, αναγραμματισμός
2. αρχικά γράμματα τίτλου σε εταιρία
anagramático, ca 1. ε, αναγραμματιστικός, -ή, -ό, από αναγραμματισμό
caligrafía 1. θ, τεχνική καλλιγραφίας, los copistas medievales dominaban la caligrafía,
οι αντιγράφεις του Μεσαίωνα κατείχαν την τέχνη της καλλιγραφίας
2. γραφή, γραφικός χαρακτήρας, tiene muy mala caligrafía,
έχει πολύ άσχημο γραφικό χαρακτήρα
caligrafiar 1. ρμ, καλλιγραφώ
caligráfico, ca 1. ε, για στιλ, τέχνη, estilo, arte, καλλιγραφικός, -ή, -ó
2. για σπουδές, δοκιμή, γραφολογικός, -ή, -ó
calígrafo, fa 1. α θ, καλλιγράφος
caligrama 1. α, λγτ, καλλιγράφημα
diagrama 1. α, διάγραμμα
2. diagrama arbóreo, οκν, δενδρο-διάγραμμα
diagrama circular, οκν, κυκλικό διάγραμμα
diagrama de barras, οκν, ραβδοειδές, γραμμικό διάγραμμα, ιστόγραμμα
diagrama de flujo, οκν, διάγραμμα ροής
gramófono 1. α, γραμμόφωνο
gramola 1. θ, γραμμόφωνο, φωνόγραφος σπιτιού
2. τζουκ-μποξ σε μπαρ
agramatical 1. ε, που δεν είναι σύμφωνος με τους γραμματικούς κανόνες
gramáticalidad 1. θ, γραμματικότητα
agramaticalidad 1. θ, αγραμματικότητα, ασυμφωνία με τους γραμματικούς κανόνες
gramática 1. θ, γραμματική
2. βιβλίο γραμματικής
3. σνθ, gramática parda, οικ, μτφ, γραμματική παρδαλή= ικανότητα να επιβιώνω στην ζωή, καπατσοσύνη
gramátical 1. ε, γραμματικός, -ή, -ó
gramáticalmente 1. επρ, γραμματικώς
gramático, ca 1. ε, γραμματολογικός, -ή, -ó
2. α θ, γραμματολόγος
parágrafo 1. α, παράγραφος
párrafo 1. α, παράγραφος
2. εκφ, echar un párrafo, οικ, φλυαρώ
hacer párrafo aparte, αλλάζω παράγραφο όταν γράφω
parrafear πρχ παρα-γραφο-λογώ= μιλάω πολύ σαν σε παράγραφο
1. ρα, φλυαρώ
2. κουβεντιάζω εμπιστευτικά, se fueron a otra habitación a parrafear de sus cosas,
έφυγαν στο άλλο δωμάτιο για να κουβεντιάσουν τα δικά τους
parrafeo 1. α, φλυαρία
2. κουβέντα εμπιστευτική
parrafada πρχ παρα-φλυαρία
1. θ, φλυαρία, κουβέντα, no me gusta la parrafada, δεν μου αρέσει η φλυαρία
2. εκφ, echar una parrafada con alguien, κάνω εκτενή και εμπιστευτική κουβέντα με κάποιο
soltar una parrafada, αμολάω ενα βαρετο-λόγιο, μακρηγορία
micrografía 1. θ, μικρογραφία
micrógrafo, fa 1. α θ μικρογράφος
microprograma 1. α, πλφ, μικροπρόγραμμα
microprogramación 1. θ, μικροπρογραμματισμός
monografía 1. θ, μονογραφία
monográfico, ca 1. ε, μονογραφικός, -ή, -ó
monografista 1. α θ, άτομο που γράφει μονογραφίες
monograma 1. α, μονόγραμμα
pantógrafo 1. α, παντογράφος
poligrafía 1. θ, πολυγραφία
polígrafo, fa 1. α θ, πολύγραφος
prosopografía 1. θ, προσωπογραφία
taquigrafía 1. θ, στενογραφία
taquigrafiar 1. ρμ, γράφω στενογραφικά
taquigráfico, ca 1. ε, στενογραφικός, -ή, -ó
taquígrafo, fa 1. α θ, στενογράφος
taquimecanografía 1. θ, στενοδακτυλογραφία
taquimecanógrafa, fa 1. α θ, στενοδακτυλογράφος
telautógrafo 1. α, τηλαυτόγραφο
gramil 1. α, ξυλ, πρχ γραμμικό= εργαλείο χάραξης
agramilar 1. ρμ, κατ, γραμμίζω, ισιώνω, κάνω ομοιόμορφα για τούβλο, πλακάκι,
2. βάφω τοίχο ή κατασκευή ώστε να μοιάζει με γραμμή> χτισμένος με τούβλα
crol, crawl 1. α, αθλ, στυλ κολύμβησης κρόουλ, ελεύθερο
2. εκφ, nadar a crol, κολυμπώ κρόουλ, ελεύθερο
decagramo 1. α, δεκάγραμμο
decigramo 1. α, δεκατόγραμμο, ένα δέκατο του γραμμαρίου.
gramo 1. α, γραμμάριο, he engordado unos gramos πήρα κάτι γραμμάρια
2. εκφ, un gramo de, λίγο από, ένα δράμι από
miligramo 1. α, χιλιοστογραμμάριο, μιλιγκράμ
gramaje 1. α, βάρος σε γραμμάρια
2. τυπ, βάρος χαρτιού μετρημένο σε γραμμάρια ανά τετραγωνικό μέτρο
paralelogramo 1. α, γμτ, παραλληλόγραμμο
programa 1. α, πρόγραμμα για δραστηριότητες, θέαμα, el programa del concierto,
το πρόγραμμα του κοντσέρτου
2. πρόγραμμα για οικιακή συσκευή
3. εκπομπή τηλεόρασης, πρόγραμμα
4. πλφ, πρόγραμμα
5. εκπ, πρόγραμμα
6. σνθ, programa concurso, ραδιοφωνικός διαγωνισμός
programa de ayuda, πρόγραμμα βοήθειας
programa de fiestas, εορταστικό πρόγραμμα
programa de lavado, πρόγραμμα πλυσίματος
programa de maquetación, πλφ, λογισμικό επιτραπέζιου εκδοτικού συστήματος
programa de variedades, εκπομπή ποικίλης ύλης, ψυχαγωγική εκπομπή
programa electoral, εκλογικό πρόγραμμα
programa espacial, διαστημικό πρόγραμμα
7. εκφ estar en el programa, είμαι στο πρόγραμμα
programar 1. ρμ, προγραμματίζω δραστηριότητες,
la escuela ha programado interesantes actividades infantiles,
το σχολείο έχει προγραμματίσει παιδικές δραστηριότητες ενδιαφέρουσες
2. προγραμματίζω να δείξω στην τηλεόραση, σινεμά,
suelen programar partidos por las noches,
συνήθως προγραμματίζουν να δείξουν παιχνίδια τα βράδια
3. προγραμματίζω μηχάνημα, este aparato me permite programar los electrodomésticos,
αυτή η συσκευή μου επιτρέπει να προγραμματίζω τις οικιακές συσκευές
4. πλφ, προγραμματίζω
5. προγραμματίζω, σχεδιάζω, tardó mucho en programar el viaje y se quedó sin plaza,
άργησε πολύ να προγραμματίσει το ταξίδι και έμεινε χωρίς θέση
programación 1. θ, προγραμματισμός σε δραστηριότητες, μηχάνημα,
la programación de la temporada futbolística,
o προγραμματισμός της ποδοσφαιρικού περιόδου
2. πλφ, προγραμματισμός, un experto en programación Java,
ένας ειδικός στον προγραμματισμό Java
3. πράξη και αποτέλεσμα του programar
programable 1. ε, προγραμματιζόμενος, -η, -ο
programático, ca 1. ε, προγραμματικός, -ή, -ó
programador, ra 1. ε προγραμματιστικός, -ή, -όπου προγραμματίζει
2. α θ, προγραμματιστής, ια
3. πλφ, προγραμματιστής, ια
programador 1. α, συσκευή προγραμματιστής, el programador de la calefacción,
ο προγραμματιστής της θέρμανσης
desprogramar 1. ρμ, αποπρογραμματίζω, αφαιρώ απο πρόγραμμα,
Desprogramar una emisión de televisión, Αφαιρώ απο πρόγραμμα μια εκπομπή τηλεόρασης
2. για άτομο, μτφ, αλλάζω τις συνήθειες, τα πιστεύω σε κάποιον
Desprogramar al nuevo adepto de sus creencias anteriores,
Αλλάζω τον νέο προσήλυτο απο τις προηγούμενες πεποιθήσεις του
reprogramar 1. ρμ, πλφ, επανα-προγραμματίζω,
reprogramación 1. θ, επαναπρογραμματισμός
subprograma 1. α, πλφ, υποπρόγραμμα
agramador 1. α, πρχ γ-ραματηρι> που κάνει γραμμές= θραυστήρας, κοπανιστήρι για λινάρι
ή καννάβι
agramadera 1. θ, θραυστήρας, κοπανιστήρι για λινάρι ή καννάβι
gramilla 1. θ, κόπανος
agramado 1. α, πρχ γραμμάτο= διαχωρισμός με θραυστήρα των ινών του λιναριού
ή του κανναβιού από το ξυλώδες
agramador, ra 1. ε, α θ, σχετικός. -ή, -ό με το διαχωρισμό με θραυστήρα των ινών του λιναριού ή του κανναβιού από το ξυλώδες
θρυμματιστήρας, -ια, άτομο που ασχολείται με το διαχωρισμό με θραυστήρα των ινών του λιναριού ή του κανναβιού από το ξυλώδες
agramar 1. ρμ, πρχ κάνω γραμμές> θρυμματίζω= διαχωρίζω με θραυστήρα τις ίνες του λιναριού
ή του κανναβιού από το ξυλώδες μέρος
agramiza 1. θ, ξυλώδες μέρος λιναριού ή κανναβιού