GRADO

GRADO= ΠΡΧ ΓΡΑΔΟ > ΟΡΓΑΝΟ Ή ΜΟΝΑΔΑ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΥΓΡΟΥ> ΒΑΘΜΟΣ,

ΠΡΧ GRADA> ΓΚΡ-ΑΔΑ> ΚΕΡΚ-ΙΔΑ,

ΝΤΕ-ΓΚΡΑΝΤΕ= ΚΑΤΑ-ΒΑΘΜΙΣΗ, ΠΡΧ AGREDIR> ΑΓΡΕΔΙΡ> ΕΓΕΙΡΩ= ΑΓΩ ΠΡΟΣ,

CONGRESO= ΠΡΧ ΚΟΝ-ΓΚΡΕΣΟ< ΣΥΝ-ΕΓΕΡΣΗ ΑΤΟΜΩΝ, ΠΡΧ ΑΓΟΡΑ,

ΠΡΧ ΓΡΕΜΙΟ> ΣΥΝ-ΑΓΕΡΜΟΣ Ή ΑΓΕΙΡ-ΩΜΑ> ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΗ ΑΤΟΜΩΝ, ΑΓΕΛΗ, ΑΓΕΙΡΩ, ΕΓΕΙΡΩ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

grado πρχ γράδο= μονάδα μέτρησης> βαθμός για κάτι

1. α, βαθμός θερμοκρασίας, πυκνότητας σε αλκοόλ, οξύτητας σε λάδι

Hoy la temperatura es de 30 grados Celsius,

Σήμερα η θερμοκρασία είναι 30 βαθμοί Κελσίου

2. βαθμός έντασης, μεγέθους, El grado de dificultad del examen era alto,

Ο βαθμός δυσκολίας της εξέτασης ήταν υψηλός,

grado de intensidad del sonido, βαθμός έντασης ήχου,

El grado de confianza entre ellos es muy alto,

Ο βαθμός εμπιστοσύνης μεταξύ τους είναι πολύ υψηλός

3. βαθμός συγγενείας, Es mi primo de segundo grado,

Είναι ξάδελφος μου δευτέρου βαθμού

4. βαθμός σε κάτι σαν ποσοστό, δείκτης, επίπεδο, grado de ceguera, ποσοστό τύφλωσης

5. εκπ, τελικός βαθμός σε μάθηση= τίτλος, πτυχίο, Obtuvo el grado de doctor en filosofía,

Απέκτησε τον τίτλο του διδάκτορα στη φιλοσοφία

6. βαθμός μάθησης σε σχολείο= τάξη, σχολικό έτος

7. στρ, βαθμός ιεραρχίας, Fue ascendido al grado de capitán,

Προήχθη στο βαθμό του λοχαγού

8. γρμ, βαθμός σύγκρισης, positivo, comparativo y superlativo son los grados del adjetivο,

θετικός, συγκριτικός και υπερθετικός είναι οι βαθμοί του επιθέτου

9. μαθ, γμτ, γεω, βαθμός, μοίρα, Un triángulo rectángulo tiene un ángulo de 90 grados,

Ένα ορθογώνιο τρίγωνο έχει γωνία 90 μοιρών,

ecuación de segundo grado, εξίσωση 2ο βαθμού

10. νομ, βαθμός ποινής, el fiscal ha pedido la pena inferior, superior en grado,

o εισαγγελέας ζήτησε την ποινή κατώτερου, ανώτερου βαθμού

11. εκπ, στάδιο, φάση, τάξη, grado inicial, αρχικό στάδιο,

todavía está en tercer grado porque tuvo que repetir curso,

ακόμη είναι στην τρίτη τάξη διότι χρειάστηκε να επαναλάβει χρονιά

12. βαθμίδα σκάλας= σκαλοπάτι

13. grado Celsius, βαθμός Κελσίου

grado Farenheit, βαθμός Φαρενάιτ

grado geotérmico, βαθμός γεωθερμικός,

grado Kelvin, βαθμός Κέλβιν

14. εκφ, en mayor, menor grado, σε μεγαλύτερο, μικρότερο βαθμό

en tal grado que, σε τέτοιο βαθμό που, σε τέτοιο σημείο που

en grado sumo ή en sumo grado ή en grado superlativo, σε μέγιστο βαθμό,

le amaba en grado sumo, την αγάπαγε στον μέγιστο βαθμό

decigrado 1. α, πρχ δεκατο-βαθμού= ένα δέκατο ενός βαθμού

grada πρχ γραδα= βαθμίδα

1. θ, σκαλί, σκαλοπάτι, σαν βαθμίδα σκάλας

2. διάζωμα, κερκίδα σε στάδιο, θέατρο, Las gradas del estadio estaban llenas de aficionados,

Οι κερκίδες του σταδίου ήταν γεμάτες από φιλάθλους

Las gradas del anfiteatro romano están muy bien conservadas,

Οι κερκίδες του ρωμαϊκού αμφιθεάτρου είναι πολύ καλά διατηρημένες

3. κερκίδα αρένας ταύρων

4. θρη, βαθμίδα βωμού

gradas 1. θ πλ, εξωτερική κλίμακα σε κτήριο, παλάτι, σαν βαθμίδες σκάλας

gradería πρχ σύνολο απο γράδα= βαθμίδες

1. θ, σκαλιά

2. διαζώματα, κερκίδες σε στάδιο, θέατρο, gradería de un estadio

3. διαζώματα, κερκίδες σε αρένα ταύρων

4. σνθ, gradería cubierta, σκεπαστή κερκίδα

graderío 1. α, σκαλοπάτια

2. διαζώματα, κερκίδες, σε στάδιο, θέατρο

3. διαζώματα, κερκίδες σε αρένα ταύρων

4. μτφ, κοινό που είναι στις κερκίδες

5. σνθ, graderío cubierto, σκεπαστή κερκίδα

cultivo en gradería, καλλιέργεια σε αναβαθμίδα

gradiente 1. α, φσκ, μετ, κλίση σαν βαθμίδα, βαροβαθμίδα

gradilla 1. θ, φορητή σκάλα

graduar πρχ βάζω γράδο σε κάτι= βαθμ-ίζω

1. ρμ, διαβαθμίζω την ένταση σε κάτι, ρυθμίζω,

Debes graduar el volumen de la televisión para no molestar,

Πρέπει να ρυθμίσεις την ένταση της τηλεόρασης για να μην ενοχλείς

El químico graduó la solución para el experimento,

Ο χημικός ρύθμισε τη συγκέντρωση του διαλύματος για το πείραμα

Es importante graduar la presión de los neumáticos antes de un viaje,

Είναι σημαντικό να ρυθμίζεις την πίεση των ελαστικών πριν από ένα ταξίδι,

Voy a graduar la luz de la lámpara para que no sea tan intensa,

Θα ρυθμίσω το φως της λάμπας για να μην είναι τόσο έντονο

2. ρυθμίζω την όραση, Necesito graduar mis gafas porque ya no veo bien de lejos,

Χρειάζομαι να ρυθμίσω τα γυαλιά μου γιατί πλέον δεν βλέπω καλά από μακριά

3. βαθμοθετώ το αλκοόλ σε ποτό ή μετρώ βαθμό, Graduar la densidad de la leche,

μετράω την πυκνότητα του γάλακτος

ή βαθμοθετώ, Graduar un termómetro, un mapa, βαθμοθετώ ενα θερμόμετρο, χάρτη

4. εκπ, ρμ, ραντ, βαθμολογώ κάποιον= απονέμω, παίρνω πτυχίο, τίτλο, αποφοιτώ,

El estudiante se graduó con el mejor promedio de su clase,

Ο φοιτητής αποφοίτησε με τον καλύτερο μέσο όρο της τάξης του,

se graduó de abogado, πήρε πτυχίο από τη Νομική,

se graduó en historia, πήρε το πτυχίο του στην Ιστορία

5. στρ, βαθμίζω σε ιεραρχία = προάγω σε ανώτερο αξίωμα, προάγομαι,

El comandante graduó a varios soldados después de la misión,

Ο διοικητής προήγαγε αρκετούς στρατιώτες μετά την αποστολή

graduación πρχ δια-βάθμιση σε κάτι

1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του graduar

este sistema permite la graduación de la humedad,

αυτό το σύστημα επιτρέπει την ρύθμιση της υγρασίας

2. χημ, βαθμοθέτηση, περιεκτικότητα σε αλκοόλ,

la graduación del vodka es muy alta,

η περιεκτικότητα σε αλκοόλ της βότκα είναι πολύ υψηλή

3. εκπ, απόκτηση τίτλου

4. ορκωμοσία για τίτλο, αποφοίτηση

5. στρ, βαθμός ιεραρχίας

gradación 1. θ, διαβάθμιση, κλιμάκωση σε κάτι, βαθμοθέτηση, τοποθέτηση σε σειρά,

habría que establecer una gradación de los problemas que hay que solucionar,

θα έπρεπε να θέσεις μια διαβάθμιση των προβλημάτων που πρέπει να λύσεις

la gradación de colores, η κλιμάκωση των χρωμάτων

graduable 1. ε, πρχ βαθμιζόμενος= ρυθμιζόμενος, -η, -o,

persianas graduables, ρυθμιζόμενη περσιάνα

graduado, da πρχ βαθμισμένο

1. ε, διαβαθμισμένος, -η, -o για αντικείμενο

2. για άτομο, απόφοιτος, -η, -o

3. α θ, πτυχιούχος, graduado en psicología, πτυχιούχος σε ψυχολογία

4. σνθ, graduado universitario, πτυχιούχος πανεπιστημίου

graduado 1. α, εκπ, πτυχίο

graduador πρχ βαθμιστής

1. α, όργανο βάθμισης> ρύθμισης

2. μτφ, βίδα, επειδή έχει βόλτες> βαθμίδες

gradual 1. ε, βαθμιαίος, -α, -ο, σταδιακός, -ή, -ό, aumento gradual de las temperaturas,

αύξηση βαθμιαία των θερμοκρασιών

2. α, θρη, ανα-βαθμός

gradualidad 1. θ, διαβάθμιση

gradualismo 1. α, πρχ βαθμισμός σε κάτι= ιδέα των βαθμιαίων αλλαγών

gradualmente 1. επρ, βαθμιαία

graduando, da 1. α θ, εκπ, φοιτητής, -ια έτοιμος για βαθμό= πτυχίο

posgrado, postgrado 1. α, εκπ, μετα-πτυχιακά

posgraduado, da, postgraduado, da 1. ε, α θ, εκπ, μετα-πτυχιακός, ή, ό

degradé, en degradé 1. εκφ, ντεγκραντέ, με βαθμιαία αλλαγή από ένα χρώμα σε ένα άλλο

degradar πρχ ντε-γκραντέ= δια-βαθμίζω, υπο-βαθμίζω κάτι

1. ρμ, υποβαθμίζω κάποιον ηθικά, εξευτελίζω, ταπεινώνω,

sus actos le degradan, οι πράξεις του τον υποβαθμίζουν

2. υποβαθμίζω σε θέση κάποιον

3. τεχ, μτφ, χάνω τον βαθμό έντασης σε χρώμα, ποιότητα, εξασθενώ σταδιακά

4. στρ, υποβαθμίζω σε ιεραρχία, καθαιρώ, lo degradaron a sargento,

τον υποβάθμισαν σε λοχία

5. μτφ, φθείρω ποιότητα σε κάτι, κάποιον, la contaminación degrada el medio ambiente,

η ρύπανση φθείρει το μέσο περιβάλλον

la demencia senil ha degradado su memoria, η γεροντική άνοια έχει φθείρει την μνήμη του

6. ραντ, υποβαθμίζομαι, εξευτελίζομαι ηθικά, se degrada emborrachándose a diario,

ξευτιλίζεται μεθώντας καθημερινά

degradable 1. ε, πρχ υπο-βαθμίσιμος= δια-σπάσιμος, -η, -ο σε απλούστερες μορφές

degradación πρχ υπο-βάθμιση

1. θ, υποβάθμιση ηθική, εξαθλίωση, εξευτελισμός

2. στρ, υποβιβασμός

3. τεχ, ντεγκραντέ

degradado 1. α, τεχ, ντε-γκραντέ

degradador, ora 1. ε, υποβαθμιστικός, -ή, -ό, εξευτελιστικός, -ή, -ό

degradante 1. ε, υποβαθμιστικός, -ή, -ό, ταπεινωτικός, -ή, -ό

biodegradación 1. θ, βιο, βιο-διά-σπαση, σαν βιο-υπο-βάθμιση υλικού

biodegradabilidad 1. θ, βιο-διασπασιμότητα

biodegradable 1. ε, βιο-διασπώμενος, -η, -o

agredir 1. ρμ, πρχ αγείρω προς κάποιον= επιτίθεμαι, les agredió con una porra,

τους επιτέθηκε με ένα ρόπαλο

2. μτφ, επιτίθεμαι λεκτικά, προσβάλλω

agredido, da 1. ε, α θ, πρχ εγειρόμενος ενάντια από άτομο= δεχόμενος, -η, -o επίθεση

προσβαλλόμενος, -η, -ο από κάποιον

agresión πρχ έγερση προς κάποιον

1. θ, επίθεση σωματική, víctima de una agresión, θύμα επίθεσης

2. έγερση ηθική προς κάποιον= προσβολή, una agresión a su honor,

μια προσβολή στην τιμή του

3. σνθ, agresión sexual, σεξουαλική κακοποίηση

agresivamente 1. επρ, πρχ με έγερση= επιθετικά

agresividad πρχ έγερση προς κάποιον

1. θ, επιθετικότητα, βιαιότητα

2. βία στρατιωτική

3. μτφ, έγερση για κάτι, τόλμη

agresivo, va 1. ε, επιθετικός, -ή, -ó

agresor, ra 1. ε, που εγείρεται προς κάποιον= επιτιθέμενος, -η, -o

persona agresora, άτομο επιτιθέμενο

2. α θ, διώκτης, -ια, επιτιθέμενος, -η

transgredir, trasgredir 1. ρμ, πρχ παρ-εγείρω> περνάω μέσα από κάτι= παραβιάζω,

παραβαίνω νόμο, κανονισμό, transgredió la ley, παραβίασε τον νόμο

transgresión, trasgresión 1. θ, νομ, πρχ παρ-έγερση= παραβίαση, παράβαση νόμου, παράβαση κανονισμού

transgresor, ra, trasgresor, ra 1. ε, παραβατικός, -ή, -ó

2. α θ, παραβάτης, -ισσα

digresión πρχ αντ-έγερση σε κάτι

1. θ, παρέκβαση σε συζήτηση, θέμα, σαν αντ-έγερση σε άλλο θέμα,

Permítanme una digresión que servirá para aclarar lo que estoy tratando de decir

Επιτρέψτε μου μια παρέκβαση που θα βοηθήσει να διευκρινίσω τι προσπαθώ να πω

2. αστρ, εκτροπή

egresión 1. θ, νομ, πρχ εξ-έγερση= εκχώρηση περιουσίας από το ισπανικό στέμμα

ingrediente 1. α, μαγ, μτφ, πρχ εν-εγειρόμενο σε κάτι= συστατικό,

¿Qué ingredientes necesito para la masa? – Harina, agua, levadura y sal,

Τι υλικά χρειάζομαι για τη ζύμη; – Αλεύρι, νερό, μαγιά και αλάτι,

Los ingredientes necesarios para ser un buen músico son la práctica y la perseverancia,

Τα απαραίτητα συστατικά για να γίνει ένας καλός μουσικός είναι η εξάσκηση και η επιμονή

ingresar πρχ εν-εγείρω κάτι, βάζω μέσα

1. ρμ, εν-εγείρω χρήματα, καταθέτω, ingresar dinero (en el banco),

καταθέτω χρήματα στην τράπεζα

2. εν-εγείρω χρήματα σε μένα= εισπράττω, la tienda ingresa mucho dinero,

το μαγαζί εισπράττει πολύ χρήμα

3. εν-εγείρω σε χώρο κάποιον, εισάγω, κάνω εισαγωγή,

ingresar en el hospital, μπαίνω στο νοσοκομείο

ingreso πρχ εν-εγειρόμενο σε κάτι

1. α, εισαγωγή σε χώρο, οργάνωση, ingreso en el partido, εισαγωγή στο κόμμα

2. είσοδος σε μέρος, ingreso en la cine, είσοδος στο σινεμά

3. εγκλεισμός σε ίδρυμα, ingreso en el centro de ancianos, εγκλεισμός σε γηροκομείο

4. κατάθεση χρημάτων

ingresos 1. α πλ, έσοδα από κάτι, ingresos por publicidad, έσοδα από διαφήμιση

gastos e ingresos, έξοδα και έσοδα

2. σνθ, ingresos brutos, netos ακαθάριστα, καθαρά έσοδα

ingresivo, va 1. ε, πρχ που εν-εγείρει την δράση του ρήματος= γρμ, εν-αρκτικός, -ή, -ό

reingresar πρχ επ-εν-εγείρω= επαν-εισάγω

1. ρμ, επαν-εισάγω κάποιον σε δουλειά, ομάδα, επαναφέρω

2. επανεισάγω σε νοσοκομείο

3. επιστρέφω, Según un testigo, el acusado salió del restaurante a las 8.30, pero reingresó media hora más tarde, Σύμφωνα με έναν μάρτυρα, ο κατηγορούμενος έφυγε από το εστιατόριο στις 8:30, αλλά επέστρεψε μισή ώρα αργότερα

reingreso 1. α, επανεισαγωγή

2. επαναφορά

3. επιστροφή

progresar 1. ρα, πρχ προ-εγείρω για κάπου= προοδεύω,

progresa en matemáticas con facilidad asombrosa,

προοδεύει στα μαθηματικά με εκπληκτική ευκολία

progreso 1. α, πρόοδος, los progresos de la ciencia, οι πρόοδοι της επιστήμης

progresía 1. θ, οικ, προοδευτικοί, προχωρημένοι

progresión πρχ προ-έγερση

1. θ, πρόοδος, βελτίωση Se puede ver la progresión de su trabajo antes y después de estudiar pintura en Florencia, Μπορείτε να δείτε την εξέλιξη του έργου του πριν και μετά τις σπουδές ζωγραφικής στη Φλωρεντία

2. μαθ, πρόοδος

progresivamente 1. επρ, προοδευτικά

2. βαθμιαία

progresividad 1. θ, οκν, προοδευτικότητα

progresivo, va πρχ προ-εγερτικό

1. ε, προοδευτικός, -ή, -ό

2. βαθμιαίος, -α, -ο

3. γρμ, αύξων, -ουσα, -ον

progresismo 1. α, πολ, προοδευτισμός

progresista 1. ε, α θ, προοδευτικός, -ή, -ό, οπαδός του προοδευτισμού

progresista 1. ε, πολ, προοδευτικός, -ή, -ó

2. προχωρημένος, -η, -o σε απόψεις

3. α θ, προοδευτικός, -ή

regresar 1. ρα, πρχ περι-εγείρω για πίσω= επιστρέφω, γυρίζω,

regresο a casa, γυρίζω στο σπίτι

regreso πρχ ανα-έγερση προς τα πίσω

1. α, επιστροφή σε πορεία, esperamos su regreso al país,

περιμένουμε την επιστροφή του στην χώρα

2. εκφ, estar de regreso, έχω γυρίσει πίσω, έχω επιστρέψει,

se siente bien estar de regreso en casa de nuevo,

αισθάνεσαι καλά να έχεις γυρίσει πίσω στο σπίτι ξανά

regresión πρχ περι-έγερση προς τα πίσω

1. θ, οπισθοδρόμηση

2. γρμ, ανάδρομη πορεία

3. οκν, ύφεση, economía en regresión, οικονομία σε ύφεση

regresivo, va 1. ε αναδρομικός, -ή, -ό για πορεία

2. φθίνων, -ουσα, -ον για απόδοση

regresividad 1. θ, αντίστροφη προοδευτικότητα

retrogradación 1. θ, ανάδρομη κίνηση

retrogradar 1. ρα, πρχ ρετρο-εγείρω= οπισθοδρομώ

retrogresión 1. θ, οπισθοδρόμηση

retrogradismo 1. α, υτμ, οπισθο-δρομισμός, πνεύμα οπισθοδρόμησης

retrógrado, da 1. ε, α θ, οπισθο-δρομικός, -ή, -ó

retrógradamente 1. επρ, οπισθο-δρομικά

congreso πρχ συν-έγερση ατόμων

1. α, συνέδριο ατόμων, asistió al congreso de radiología,

παρακολούθησε το συνέδριο της ραδιολογίας

2. Εθνοσυνέλευση, Κοινοβούλιο, Κογκρέσο

3. κτήριο Κοινοβουλίου, Hicimos un tour en el Congreso,

Κάναμε μια ξενάγηση στο Κογκρέσο

4. σνθ, Congreso de los Diputados, συν-έγερση των βουλευτών= Βουλή

congregar 1. ρμ, πρχ συν-αγείρω άτομα, συγκεντρώνω, συναθροίζω, μαζεύω,

la fiesta congregó a muchas personas, η γιορτή συγκέντρωσε πολλά πρόσωπα

2. ραντ, συν-αγείρομαι= συναθροίζομαι, συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι,

se congregaron en la puerta del ayuntamiento,

συγκεντρώθηκαν στην πόρτα του δημαρχείου

congregación 1. θ, πρχ συν-έγερση ατόμων= συγκέντρωση, συνάθροιση

2. αδελφότητα ατόμων

congregante, ta 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό σε μέλος αδελφότητας, μέλος μιας αδελφότητας

congresista 1. α θ, σύνεδρος, μέλος σε συγκέντρωση επιστημονική, οικονομική, κ.λπ

2. μέλος του Κογκρέσου

precongresual 1. ε, πολ, προ-συνεδριακός, -ή, -ό,

la cita precongresual, η προ-συνεδριακή συνάντηση

trasgo 1. α, πρχ τράγος πάν> θεός αταξίας= αερικό, ξωτικό,

los trasgos habitan en los bosques, τα ξωτικά κατοικούν στα δάση

2. μτφ, διαβολάκος, ese trasgo de niño no para de tocarlo todo,

αυτό το παιδί ο διαβολάκος δεν σταματά να τα αγγίζει όλα

trasguear 1. ρα, πρχ τραγίζω σαν τον πάν= μιμούμαι ήχο, παιχνίδια ξωτικού, αερικού

trasguero, ra 1. α θ, πρχ τραγ-άρης= ζαβολιάρης, -α, -ο, κατεργάρικος, -η, -ο

agorafobia 1. θ, αγοραφοβία

agorafóbico, ca 1. ε, α θ, αγοραφοβικός, -ή, -ό

alegoría 1. θ, αλληγορία

alegorizar 1. ρμ, αλληγοριο-ποιώ= χρησιμοποιώ αλληγορίες

alegorización 1. θ, αλληγορο-ποίηση

alegóricamente 1. επρ, αλληγορικά, αλληγορικώς

alegórico, ca 1. ε, αλληγορικός, -ή, -ό

alegorismo 1. α, χρήση της αλληγορίας

2. αλληγορικό ύφος, αλληγορική χροιά

alegorizador, ra 1. ε, αλληγορίζων, -ουσα, -ον, που έχει τάση να αλληγορεί

categorema 1. α, φλφ, κατηγόρημα

categoremático, ca 1. ε, φλφ, κατηγορηματικός, -ή, -ó

categoría 1. θ, κατηγορία, τάξη, Hay una categoría de hombres que no quieren casarse,

Υπάρχει μια κατηγορία ανδρών που δεν θέλουν να παντρευτούν

2. κατηγορία κοινωνική ατόμων, τάξη, persona de alta categoría,

άτομο ανωτέρας (κοινωνικής) τάξης

3. κατηγορία= κλάση, ποιότητα σε κάτι, este restaurante tiene mucha categoría,

είναι ένα εστιατόριο πρώτης κατηγορίας,

un hombre con categoría, ένας άνθρωπος μεγάλης κλάσης

4. αθλ, κατηγορία που παίζει η ομάδα, ο αθλητής

5. γρμ, κατηγορία γραμματική

6. εκφ, bajar de categoría, αθλ, πέφτω κατηγορία

perder la categoría, πέφτω κατηγορία,

subir, ascender de categoría, ανεβαίνω κατηγορία

dar categoría, προσδίδω ποιότητα

de categoría, με κλάση, κατηγορία καλή, es un futbolista de gran categoría,

είναι ένας ποδοσφαιριστής κλάσης

categorizar 1. ρμ, κατηγοριοποιώ

categorización 1. θ, κατηγοριοποίηση

categórico, ca 1. ε, κατηγορηματικός, -ή, -ó

categóricamente 1. επρ, κατηγορηματικά

panegírico 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με πανηγυρικό λόγο

2. α, κήρυγμα, λόγος που εγκωμιάζει κάποιον ή κάτι σε ομιλία πανηγυρική

panegirista 1. α θ, εκφωνητής, -ια πανηγυρικού λόγου

panegirizar 1. ρμ, εκφωνώ τον πανηγυρικό λόγο, κήρυγμα

Pitágoras 1. ονο, Πυθαγόρας

2. el teorema de Pitágoras, το Πυθαγόρειο θεώρημα

La tabla de Pitágoras, o Πυθαγόρειος πίνακας

pitagórico, ca 1. ε, α θ, πυθαγόρειος, -α, -o, πυθαγόρειο

pitagorín, na 1. α θ, οικ, παιδί-Θαύμα σαν τον Πυθαγόρα

pitagorismo 1. α, πυθαγορισμός

gremio πρχ γρεμιο> αγείρ-ωμα> αγέλη= σύνολο ατόμων με κοινά στοιχεία, χαρακτηριστικά

1. α, σαν αγέλη= συντεχνία, συνάφι, σύνολο επαγγελματιών, χειροτεχνών,

el gremio de los de los carpinteros, de los panaderos, de los taxistas,

η συντεχνία των ξυλουργών, αρτοποιών, οδηγών ταξί

2. σωματείο, συνδικάτο που εκπροσωπεί την συντεχνία

3. οικ, μτφ, ομάδα ατόμων με κοινά χαρακτηριστικά, συνομοταξία, συνάφι,

el gremio de los calvos, το συνάφι των καραφλών

gremial 1. ε, συντεχνιακός, -ή, -ó, una reunión gremial, μια συντεχνιακή συγκέντρωση

2. α, επιγονάτιο καθολικού επισκόπου, επειδή καθοδηγεί το ποίμνιο> αγέλη πιστών

gremialismo 1. α, τάση για αγελισμό= συντεχνιασμός, κορπορατισμός

agremiar 1. ρμ, ραντ, συνεγείρω άτομα με κοινά στοιχεία= οργανώνω συντεχνία, συνδικάτο,

los taxistas se han agremiado, οι ταξιτζήδες έχουν οργανωθεί

agremiación 1. θ, συντεχνία, συνδικάτο

gregal 1. ε, πρχ αγελαίος, -α, -ο, κοπαδιαστός, -ή, -ό

gregario, ria 1. ε, για άτομα, ζώα, αγελαίος, -α, -ο, κοπαδιαστός, -ή, -ó

gregario 1. α, αθλ, βοηθός στην ποδηλασία

gregarismo 1. α, τάση ζώων να δημιουργούν αγέλη, αγελαίο ένστικτο

2. υτμ, για άτομα που ακολουθούν τυφλά άλλους, αγελισμός, κοπαδισμός,

Rechazamos el gregarismo y fanatismo, Απορρίπτουμε τον αγελισμό και τον φανατισμό

grey 1. θ, λγτ, αγέλη, ποίμνιο για πρόβατα, αγελάδες, κοπάδι,

grey de ovejas, vacas

2. λγτ, ποίμνιο πιστών, εκκλησίασμα

3. ομάδα ατόμων με κοινά χαρακτηριστικά

4. εκφ, la grey de Dios, το ποίμνιο του Θεού

la grey humana, το ανθρώπινο είδος

agregar πρχ α-γείρω= προσθέτω στην αγέλη, σύνολο

1. ρμ, προσθέτω, εντάσσω, άτομα, πράγματα σε κάτι, agregó un poco de sal al guiso,

πρόσθεσε λίγο αλάτι στο φαγητό

agregó al nuevo alumno a la clase, πρόσθεσε τον καινούριο μαθητή στην τάξη

2. ραντ, προστίθεμαι σε κάτι

agregable 1. ε, προσθέσιμος, -η, -ο, που μπορεί να προστεθεί

agregación 1. θ, αγείρωση= συμφυρμός, συσσωμάτωση

agregado, da 1. ε, προστιθέμενος, -η, -o

2. στην διδασκαλία, άτομο προστιθέμενο= βοηθητικός, -ή, -ó, profesor agregado, αναπληρωτής καθηγητής

3. α θ, διπλωματικός, -ή ακόλουθος, που εκπροσωπεί την αγέλη= χώρα

4. αναπληρωτής καθηγητής, -ια, προστιθέμενος στην αγέλη

5. σνθ, agregado comercial, εμπορικός ακόλουθος

agregado de prensa, ακόλουθος Τύπου

agregado diplomático, διπλωματικός ακόλουθος

agregado militar, στρατιωτικός ακόλουθος

agregado naval, ναυτικός ακόλουθος

agregado 1. α, σύνολο, άθροισμα από κάτι όμοιο

2. προσθήκη, προσάρτημα, παράρτημα

3. χημ, αγέλη στοιχείων= συσσωμάτωμα

agregaduria 1. θ, αξίωμα ακολούθου, επειδή ακολουθεί την αγέλη

2. γραφείο ακολούθου

desagregar 1. ρμ, αφαιρώ από αγέλη> απ-εγείρω= από-χωρίζω κάτι από σύνολο

2. ραντ, χωρίζομαι απο κάτι, las hojas del libro se desagregaron,

τα φύλλα του βιβλίου χωρίστηκαν

desagregación 1. θ, απο-χώριση από σύνολο

disgregar πρχ δια-αγείρω= διαλύω την αγέλη> σύνολο

1. ρμ, διασπώ, διαλύω, χωρίζω σε κομμάτια, διασκορπίζω το πλήθος, ομάδα από κάτι,

disgregaron la finca en pequeñas parcelas, χώρισαν το κτήμα σε μικρά οικόπεδα

2. διασπώ, διαλύω, αποσυνθέτω, το κράτος, αυτοκρατορία

3. γωλ αποσυνθέτω, αποδιαβρώνω.

4. ραντ, διασπώμαι, διαλύομαι, χωρίζομαι, διασκορπίζομαι , για πλήθος, ομάδα από κάτι

debido a problemas internos, se ha disgregado el grupo de trabajo,

εξαιτίας σε εσωτερικά προβλήματα, έχει διαλυθεί η ομάδα εργασίας

5. διασπώμαι, διαλύομαι, καταρρέω, αποσυντίθεμαι, για κράτος, αυτοκρατορία

6. γωλ, αποσυντίθεμαι, απόδιαβρώνομαι

disgregación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του disgregar, disgregarse

2. ψυχ, διάσπαση

disgregante 1. ε, που διαλύει την αγέλη= σύνολο, διασπαστικός, -ή, -ό, διαλυτικός, -ή, -ό,

disgregativo, va 1. ε, διασπαστικός, -ή, -ό

egregio, gia 1. ε, μτφ, εξ-εγείρων> που εγείρει την προσοχή στην αγέλη = επιφανής, -ής, -ές

segregar πρχ απ-αγείρω= χωρίζω από την αγέλη, σύνολο κάποιον ή κάτι

1. ρμ, διαχωρίζω κάποιον, κάτι, han segregado la sección de caza de la de pesca,

έχουν διαχωρίσει την σεζόν κυνηγιού απο αυτή του ψαρέματος

2. χωρίζω, κάνω διακρίσεις σε άτομα με κίνητρο πολιτικό, πολιτισμικό, κοινωνικό

segregan a los negros, διαχωρίζουν τους νέγρους

3. εκκρίνω ουσίες από ένα όργανο ή αδένα του σώματος,

las glándulas salivares segregan saliva, οι σιελογόνοι αδένες εκκρίνουν σάλιο

4. ραντ, πολ, στρ, αποσχίζομαι, unos cuantos militantes se segregaron,

μερικοί στρατιωτικοί αποσχίστηκαν

segregativo, va 1. ε, ρατσιστικός, -ή, -ó

2. εκκριτικός, -ή, -ό

3. χωριστικός, -ή, -ό

segregación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του segregar

2. σνθ, segregación educativa, εκπαιδευτικές διακρίσεις

segregación racial, φυλετικές διακρίσεις

segregacionismo 1. α, δόγμα, πρακτική των φυλετικών διακρίσεων

segregacionista 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με το δόγμα , την πρακτική των φυλετικών διακρίσεων, υποστηρικτής, -ια του δόγματος , της πρακτικής των φυλετικών διακρίσεων

Grial, Graal 1. ονο, εκφ, el santo Grial, το Άγιο Δισκοπότηρο (Γκράαλ),

πρχ σαν να εγείρει το δισκοπότηρο

Scroll to Top