GOZO

GOZO= ΠΡΧ ΑΡΧΑΙΟ ΓΗΘΩ> ΧΑΙΡΟΜΑΙ, ΠΡΧ ΓΚΕΙ, ΠΡΧ ΡΙΓΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Goya 1. ονο, Γκόγια

goya 1. α, κνμ, βραβεία που απονέμονται από την Ισπανική Ακαδημία Κινηματογράφου

goyesco, ca 1. ε, Γκογιέσκος= σχετικός, -ή, -ό με τον Γκόγια

gay 1. ε, α, γκέι

gaya 1. θ, πρχ ρι-γούλα= χρωματιστή λωρίδα, ρίγα

2. έμβλημα, διακριτικό σαν λωρίδα που δίνεται σε νικητή, σαν τα καλλιστεία

3. ορν, κίσσα

gayadura 1. θ, πρχ ρι-γατούρα= ρίγα φορέματος, de vestido

gayar 1. ρμ, πρχ ρι-γιάρω= διακοσμώ με χρωματιστές ρίγες

gayo, ya 1. ε, πρχ α-γαλλό-μενος= χαρούμενος, -η, -o

2. που τραβάει τα βλέμματα, λαμπερός, -ή, -ό

3. σνθ, λογ, gaya ciencia, χαρούμενη επιστήμη, γνώση

gozo πρχ γήθω> χαίρομαι, πρχ α-γάλλω> χαρά

1. α, ευχαρίστηση, απόλαυση, χαρά συναισθηματική,

no cabía en sí de gozo, δεν χωρούσε μέσα του απο χαρά, έσκαγε από ευτυχία

2. πρχ φλο-γώδες> γοθο = αναλαμπή απο ξερά ξύλα όταν καίγονται, φούντωμα φλόγας

3. εκφ, mi gozo en un pozo, οικ, μτφ, η χαρά μου σε ενα πηγάδι=

κι εγώ που το ήθελα τόσο πολύ

no caber en sí de gozo, σκάω από ευτυχία

ser un gozo, είναι ευχαρίστηση

saltar una persona de gozo, πηδάω απο χαρά

gozos 1. α πλ, θρη, πρχ α-γάλλω, ύμνοι προς τιμήν της Παναγίας και των Αγίων

compuso unos gozos a la patrona de su aldea,

συνέθεσε κάποιους ύμνους προς την προστάτιδα του χωριού του

gozoso, sa πρχ γηθώδης> με χαρά

1. ε, που νιώθει χαρά, χαρούμενος, -η, -o, está gozoso por haber aprobado ese examen,

είναι χαρούμενος που έχει περάσει αυτό το τέστ

2. που δίνει χαρά, ευχάριστος, -η, -o, αίσιος, -α, -o, le dieron una noticia gozosa,

ρου έδωσαν μια χαρούμενη είδηση

3. θρη, σχετικός, – ή, -ó με ύμνους προς τιμήν της Παναγίας και των Αγίων

gozar πρχ γήθω> χαίρομαι, πρχ γκέι> χαρά σεξουαλική

1. ρα, έχω σεξουαλικές επαφές με κάποιον

2. ρμ, χαίρομαι με κάτι, ευχαριστιέμαι, απολαμβάνω, goza jugando con sus hijos,

χαίρεται να παίζει με τα παιδιά του

Gozó la vista del mar, απολαμβάνω την θέα της θάλασσας

gozar haciendo algo, με ευχαριστεί να κάνω κάτι, νιώθω ευχαρίστηση κάνοντας κάτι,

goza escribiéndo poesía, τον ευχαριστεί να γράφει ποίηση

3. gozar con, γήθω με κάτι= διασκεδάζω με κάτι, απολαμβάνω,

goza con el ajedrez, διασκεδάζει με σκάκι

ή απολαμβάνω καλό φαγητό

4. μτφ, απολαμβάνω, χαίρω, τυγχάνω με την στήριξη, βοήθεια απο κάτι,

gozo con el apoyo de mi familia, χαίρω της υποστήριξης της οικογένειας μου

5. ρμ, ραντ, χαίρομαι με, goza con el éxito ajeno, χαίρεται με την επιτυχία των άλλων

se gozaba en los problemas de su rival, χαιρόταν με τα προβλήματα του αντιπάλου του

6. gozar de, χαίρω απο κάτι, απολαμβάνω απο αυτό, έχω,

goza de una buena salud, χαίρει άκρας υγείας,

goza de gran fortuna, απολαμβάνει, χαίρει μεγάλης περιουσίας

goza de una buena biblioteca, έχει μια μεγάλη βιβλιοθήκη

7. εκφ, gozarla, οικ, την γήθω= το χαίρομαι, περνάω καλά, διασκεδάζω, ξεφαντώνω,

la gozamos en el parque de atracciones, την περάσαμε ωραία στο λούνα παρκ

goce 1. α, απόλαυση, χαρά απο κάτι, sentí un goce inmenso cuando volé en globo,

ένιωσα μια χαρά αμέτρητη όταν πέταξα με το αερόστατο

2. πράξη και αποτέλεσμα του gozar

gozada 1. θ, πρχ αγαλλίαση μεγάλη, γηθ-άδα= μεγάλη χαρά, ικανοποίηση ψυχική,

¡qué gozada, por fin es viernes! τι χαρά, επιτέλους είναι παρασκευή!

2. απόλαυση, esa peli es una auténtica gozada, αυτή η ταινία είναι μια αυθεντική απόλαυση

3. εκφ, ¡es una gozada!, οικ, είναι μια απόλαυση!

¡qué gozada de…! οικ, τι υπέροχο…!

¡qué gozada de de lugar! μά τι υπέροχο μέρος!

¡qué gozada de moto! τι φοβερή μότο!

regocijo πρχ περι-αγάλλω, περι-γήθω= περι-χαίρομαι για κάτι

1. α, έντονη χαρά, αγαλλίαση, ευφροσύνη, la buena noticia nos ha llenado de regocijo,

η καλή είδηση μας έχει γεμίσει απο αγαλλίαση

con gran regocijo del público, προς μεγάλη χαρά του κοινού

regocijar 1. ρμ, ραντ, πρχ περι-γήθω= χαρο-ποιώ, αγαλλιάζω, ευφραίνω,

χαίρομαι, αγαλλιάζομαι, ευφραίνομαι,

se regocijó al verla, αγαλλίασε, χάρηκε πολύ όταν την είδε

regocijado, da 1. ε, χαρούμενος, -η, -o

2. που προκαλεί χαρά, χαρωπός, -ή, -ó

gaudeamus 1. α, οικ, πρχ γήθομαι= γλέντι, τσιμπούσι, φαγοπότι

regodearse 1. ραντ, πρχ περι-γήθομαι με κάτι= ευχαριστιέμαι, χαίρομαι, απολαμβάνω,

me regodeo cuando como pasteles, χαίρομαι όταν τρώω γλυκά

2. χαίρομαι με το κακό των άλλων, regodearse en la desgracia ajena,

χαίρομαι με τη δυστυχία των άλλων

regodeo 1. α, απόλαυση, τέρψη, ευχαρίστηση, comer con regodeo, τρώω με απόλαυση

Scroll to Top