GAMETO= ΠΡΧ ΓΑΜΕΤΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gameto 1. α, βιο, γαμέτης
gamopétalo, la 1. ε, βοτ, συμπεταλικός, -ή, -ó
gamosépalo, la 1. ε, βοτ, με ενωμένα τα σέπαλα
bigamia 1. θ, διγαμία
bigamo, ma 1. ε, α θ, δίγαμος, -η, -ο, δίγαμος, δίγαμη
endogamia 1. θ, ενδογαμία
endogámico, ca 1. ε, ενδογαμικός, -ή, -ó
exogamia 1. θ, εξωγαμία
exogámico, ca 1. ε, εξωγαμικός, -ή, -ó
exógamo, ma 1. ε, βιο, εξώγαμος, -η, -o
fanerógama 1. θ, βοτ, φανερόγαμο
fanerogamia 1. θ, βοτ, φανερογαμία
fanerógamo, ma 1. ε, βοτ, φανερόγαμος, -η, -ο
monogamia 1. θ, μονογαμία
monogámico, a 1. ε, μονογαμικός, -ή, -o
monógamo, ma 1. ε, α θ, μονόγαμος, -η, -o, άτομο μονόγαμο
poligamia 1. θ, πολυγαμία
polígamo, ma 1. ε, α θ, πολυγαμικός, -ή, -ó, πολυγαμικό άτομο