FRÍO

FRÍO= ΠΡΧ ΦΡΥΟ> ΚΡΥΟ, ΠΡΧ ΦΡΕΟΝ> ΨΥΚΤΙΚΟ, ΨΥΧΩ, ΗΧΜ ΦΡΡΡ> ΚΡΥΟ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

frío

1. α, κρύο, ¡qué frío! τι κρύο!

hace mucho frío, κάνει πολύ κρύο

2. εκφ, coger frío, αρπάζω κρύωμα

hace un frío de perros, οικ, μτφ, κάνει σκυλο> ψοφό-κρυο

hace un frío que hiela las piedras, κάνει κρύο που παγώνει πέτρες= που ξυρίζει

hace un frío que pela, οικ, μτφ, κάνει τσουχτερό κρύο, πρχ σαν σκα-μπιλα

helado de frío, παγωμένος από το κρύο

helarse de frío, παγώνω από το κρύο

no dar algo ni frío ni calor a alguien, δεν κάνει κάτι σε κάποιον ούτε κρύο ούτε ζέστη

tener frío, κρυώνω

en frío, μτφ, κάνω κάτι χωρίς προετοιμασία, ζέσταμα, στα κρύα,

le entrevistaron en frío, του πήραν συνέντευξη χωρίς προετοιμασία,

en frío, el motor falla, κρύος, o κινητήρας ρετάρει

así, en frío, no sé qué contestarle, έτσι, κρύος, δεν ξέρω τι να του απαντήσω

ή χωρίς πάθος, ψυχική ένταση= με ψυχραιμία, ψύχραιμα,

mañana, en frío, lo pensamos, αύριο, με ψυχραιμία, το σκεφτόμαστε

frío 1. επφ, μτφ, όταν ψάχνω, κρύο σαν όχι, – ¿está por aquí? – frío frío

– είναι εδώ; -κρύο, κρύο!

frío, a 1. ε, για χαμηλή θερμοκρασία, κρύος, -α, -o, el agua está muy fría,

το νερό είναι πολύ κρύο,

hoy está el día frío, σήμερα η μέρα είναι κρύα

2. μτφ, για χρώμα, ψυχρός, -ή, -ó, pintado en tonos fríos, βαμμένο σε ψυχρούς τόνους

3. για άτομο, ψυχρός, -ή, -ó, el espía era frío y calculador,

ο κατάσκοπος ήταν ψυχρός και υπολογιστικός

4. για συμπεριφορά, στάση, τρόπους, nos dieron un trato frío,

μας έδωσαν μια περιποίηση ψυχρή

un recibimiento muy frío, μια πολύ ψυχρή υποδοχή

5. για αποτέλεσμα που δεν προκαλεί ενδιαφέρον, χωρίς χάρη, ψυχρός, -ή, -ό,

una representación fría, μια παράσταση ψυχρή

6. για χειρονομία, ψυχρός, -ή, -ό una fría mirada, ένα ψυχρό βλέμμα

7. μτφ, για χώρο, ψυχρός, -ή, -ό, αφιλόξενος, -η, -ο, la habitación resulta fría,

το δωμάτιο είναι ψυχρό

8. εκφ, dejar frío a alguien, αφήνω κρύο> παγωτό= αποσβολώνω κάποιον

ή αφήνω κάποιον αδιάφορο

quedarse frío, μτφ, μένω κρύος> παγωτό, cuando le comunicaron el despido se quedó frío,

όταν του ανακοίνωσαν την απόλυση έμεινε παγωτό

calofrío 1. α, πρχ καλορ-κρύο> θερμο-κρύο= ρίγος, σύγκρυο,

Al oír el grito, sentí un calofrío, Ακούγοντας την κραυγή, ένιωσα ένα ρίγος

frialdad 1. θ, ιδιότητα του frío, κρυότητα> χαμηλή θερμοκρασία, ψύχρα, αίσθηση κρύου,

la frialdad del mármol, η κρυότητα του μάρμαρου

2. μτφ, αδιαφορία, ψυχρότητα, la frialdad de su mirada, η ψυχρότητα του βλέμματός του

el jugador fue acogido con frialdad, o παίκτης έγινε δεκτός με ψυχρότητα

3. μτφ, ψυχραιμία, la frialdad es un requisito indispensable para ser policía,

η ψυχραιμία είναι μια απαίτηση απαραίτητη για να γίνεις αστυνομικός,

examinar las cosas con frialdad, εξετάζω τα πράγματα με ψυχραιμία

friolero, ra πρχ φ-ρυο> κρυουλιάρης

1. ε, α θ, κρυουλιάρης, -α, -ικο, κρυουλιάρικο άτομο

friolera 1. θ, μτφ, πράγμα ασήμαντο, τίποτα, no llores por esa friolera,

μην κλαίς για αυτό το τίποτα

2. ειρ, οικ, μτφ, που κρυο-φέρνει, παγώνει την αίσθηση> μεγάλο ποσό σαν ειρωνεία,

ψιλά, πενταροδεκάρες, le costó la friolera de veinte millones,

του κόστισε το τίποτα, ψιλά των είκοσι εκατομμυρίων

fríamente 1. επρ, αδιάφορα, ψυχρά, fue recibido fríamente, έγινε δεκτός με ψυχρότητα

2. με ψυχραιμία ψυχικά, νοητικά, ψύχραιμα, debemos pensar el tema fríamente,

πρέπει να σκεφτούμε το θέμα ψύχραιμα

enfriar 1. ρμ, εν-κρυώνω κάτι, ψύχω, κρυώνω, το βάζω να κρυώσει, pon el vino a enfriar,

βάλε τον οίνο να κρυώσει

2. μτφ, κρυώνω την ένταση, δύναμη σε συναίσθημα, καλμάρω, πραύνω,

el paso de tiempo ha enfriado su dolor,

το πέρασμα του καιρού έχει ψυχράνει, καλμάρει τον πόνο του

ή μτφ, αποθαρρύνω, esa situación me enfría, αυτή η κατάσταση με αποθαρρύνει

3. ραντ, ψύχομαι, κρυώνω για σώμα, υλικό, ατμόσφαιρα,

Cómete los garbanzos antes de que se enfríen, Φάε τα ρεβίθια πριν κρυώσουν

Se me enfrían las manos con mucha facilidad, Τα χέρια μου κρυώνουν πολύ εύκολα

4. κρυώνω, αρπάζω κρύωμα, Mi sobrina no fue hoy al colegio porque se enfrió,

Η ανιψιά μου δεν πήγε σχολείο σήμερα γιατί κρύωσε

5. μτφ, για συναίσθημα, σχέση, ψυχραίνομαι, su amistad se fue enfriando,

η φιλία τους κρύωσε, ψύχρανε σιγα-σιγά

Terminamos porque nuestra pasión se enfrió, Τελειώσαμε γιατί το πάθος μας κρύωσε

enfriamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του enfriar, enfriarse,

ψύχρανση ατμόσφαιρας, el enfriamiento de la atmósfera

2. ψύχρανση, κρύωμα σώματος

3. ψύχρανση συναισθήματος, σχέσης

4. πάγωμα υλικού

5. κρύωμα, κρυολόγημα

6. , ψύχρανση κινητήρα

enfriador, ra 1. ε, κυρ, μτφ, που ψύχει, ψυχραίνει, ψυκτικός, -ή, -ό, ψυχραντικός, -ή, -ό

enfriador 1. α, τχν, πρχ εν-κρυωτήρι= ψύκτης

resfriado πρχ περι-κρυο

1. α, ιατ, κρύωμα, συνάχι, κρυολόγημα

2. εκφ, coger un resfriado, αρπάζω ένα κρυολόγημα

resfriar 1. ρμ, ραντ, enfriar

2. ρα, κάνει κρύο, ψυχραίνει ο καιρός, abrígate que ya resfría por las noches,

βάλε κάτι γιατί πλέον ψυχραίνει τις νύχτες

3. ραντ, κρυολογώ, συναχώνομαι

resfriadura 1. θ, κτν, ρινική καταρροή

resfriamiento 1. α, enfriamiento

2. δρόσισμα, ψύχρανση ατμόσφαιρας

resfriado, da 1. ε, κρυωμένος, -η, -ο, συναχωμένος, -η, -ο, κρυολογημένος, -η, -ο

resfriante 1. ε, κυρ, μτφ, που ψύχει, ψυχραίνει, ψυκτικός, -ή, -ό, ψυχραντικός, -ή, -ό

2. α, ψυκτικό

refrigerador πρχ περι-κρυοτηρας

1. α, ψυγείο τροφίμων

2. ψυγείο μηχανής, κινητήρα, refrigerador de máquina, motor

refrigerador, ra 1. ε, ψυκτικός, -ή, -ó

refrigerar 1. ρμ, ψύχω, καταψύχω, παγώνω τρόφιμο

2. ψύχω μηχανή, κινητήρα

3. ψύχω χώρο, κλιματίζω με κρύο, el aire acondicionado refrigera su habitación,

το κλιματιστικό ψύχει το δωμάτιο σου

4. ραντ, ψύχομαι, κλιματίζομαι για μέρος

refrigeración 1. θ, ψύξη τροφίμου

2. κρύος κλιματισμός χώρου

3. μτφ, κολατσιό, λίγο τρόφιμο, σαν ανά-ψυξη δύναμης

4. ψύξη κινητήρα

5. σνθ, refrigeración por agua, ψύξη νερού

refrigeración por aire, ψύξη αέρα

refrigerado, da 1. ε, για προϊόν, κατεψυγμένος, -η, -o

2. για χώρο, ψυχρά κλιματιζόμενος, -η, -o

3. για όχημα, ψυχόμενος, -η, -ο

refrigerante 1. ε, ψυκτικός, -ή, -ó για μηχανή, κινητήρα

2. για σώμα, δροσιστικός, -ή, -ó

3. α, ψυκτικό μέσο

refrigerio 1. α, μτφ, κολατσιό, σαν ανα-ψυκτικό δύναμης

2. ανα-ψυκτικό

frigorífico 1. α, πρχ κρυο-φιαχτο= ψυγείο

frigorífico, ca 1. ε, ψυκτικός, -ή, -ó, cámara frigorífica, ψυκτικός θάλαμος

frigorista 1. α θ, πρχ φρεο-ριστής= ψυκτικός

frigidez πρχ κρυότητα

1. θ, μτφ, για άτομο, ψυχρότητα, παγερότητα

2. μτφ, ψυχρότητα σε υποδοχή, συμπεριφορά, απάντηση

3. ψυχ, ψυχρότητα ερωτικά, fue al médico para tratar su frigidez,

Πήγε στο γιατρό για να θεραπεύσει την ψυχρότητά του

frígido, da 1. ε, μτφ, για άτομο, παγερός, -ή, -ó, ψυχρός, -ή, -ó

2. μτφ, ψυχρός, -ή, -ó σε υποδοχή, συμπεριφορά, απάντηση

frigoría 1. θ, φσκ, πρχ κρυο-ρια= αρνητική χιλιοθερμίδα

fiambre πρχ φρεον> κρυο

1. ε, για τρόφιμο, κρύος, -α, -o, una carne, un pescado fiambre, κρύο κρέας, ψάρι

2. οικ, ειρ, ληγμένος, -η, -o, μπαγιάτικος, -η, -o, una noticia fiambre, μια μπαγιάτικη είδηση 3. α, κρύο πιάτο, como entrada nos sirvieron fiambres,

για ορεκτικό μάς σέρβιραν κρύα πιάτα

4. οικ, μτφ, κουφάρι ανθρώπινο, πτώμα

5. σνθ, fiambre de pavo, ζαμπόν γαλοπούλας

fiambre de pollo, ζαμπόν κοτόπουλου

fiambres variados, κρύο πιάτο με ποικιλία αλλαντικών

6. εκφ, dejar fiambre a alguien, οικ, μτφ, αφήνω φρέον κάποιον= καθαρίζω, σκοτώνω εναν

estar (hecho) fiambre, οικ, μτφ, στέκω φρέον= τα τινάζω, πεθαίνω

fiambrera πρχ φρεο> κρυο-φόρα φαγητού

1. θ, καραβάνα μετάλλου για φαγητό

2. πλαστικό τάπερ, tupperware

Scroll to Top