FRANCO= ΠΡΧ ΦΡΑΓΚΟΣ> ΓΑΛΛΟΣ, ΠΡΧ ΦΡΑΝΤΣΑΙΖ, ΠΡΧ ΞΕ-ΦΡΑΓΟΣ,
ΠΡΧ ΕΛΕ-ΦΘΕΡΟΣ> ΦΡΑΓΚΟΣ, ΕΝΝΟΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
francés, esa πρχ φράγκος= Γάλλος
1. ε, γαλλικός, -ή, -ó
2. α θ, Γάλλος, Γαλλίδα
3. εκφ, a la francesa, α λα γαλικά, γαλλικός, -ή, -ό, nos prepararon una comida a la francesa,
Μας ετοίμασαν ένα γαλλικό γεύμα
despedirse, marcharse a la francesa, στρίβω α λα γαλλικά, φεύγω χωρίς να πω τίποτα,
την κάνω, están molestos contigo porque te despediste a la francesa de ellos,
Είναι ενοχλημένοι μαζί σου γιατί έφυγες χωρίς να πεις τίποτα
francés 1. α, Γαλλικά, Γαλλική γλώσσα
2. α, οικ, πεολειχία, τσιμπούκι, πίπα
francesada 1. θ, οικ, υτμ, γαλλικούρα, esta película es una francesada,
αυτή η ταινία είναι σκέτη γαλλικούρα
2. ιστ, η ναπολεόντειος εισβολή της Ισπανίας το 1808
francesilla 1. θ, βοτ, φυτό, νεραγκούλα η ασιατική
2. βοτ, δαμασκηνιά
3. μπαγκέτα ψωμί
afrancesar 1. ρμ, ραντ, εκγαλλίζω, -ομαι, φραγκεύω, -ομαι
2. γαλλοφέρνω
afrancesado, da 1. ε, γαλλομαθής, -ής, -ές, γαλλόφιλος, -η,-ο
2. α θ, γαλλομαθής
afrancesamiento 1. α, γαλλισμός
franciscano, na 1. ε, α θ, θρη φραγκισκανικός, -ή, -ó, φραγκισκανός, ή
franquismo 1. α, ιστ, φρανκισμός
franquista 1. ε, α θ, ιστ, φρανκιστής, -ια
posfranquismo, postfranquismo 1. α, μετα-φρανκισμός, η μετά Φράνκο εποχή
posfranquista, postfranquista 1. ε, μετα-φρανκιστικός, -ή, -ó
Francia 1. ονο Γαλλία
francio 1. α, χημ, φράγκιο
franco 1. α, νόμισμα φράγκο, franco francés, γαλλικό φράγκο
2. γλώσσα Φραγκικά
francocanadiense 1. ε, α θ, γαλλοκαναδικός, -ή, -ό, Γαλλοκαναδός, -ή
franco, ca πρχ φρανκο> α-φρακτος> έννοια ελεύθερου, πρχ free> ελεύθερο αγγλικά
1. ε, για άτομο, μιλά ελεύθερα= ειλικρινής, -ής, -ές, si quieres que te sea franco…
αν θέλεις να είμαι ειλικρινής μαζί σου…
Si vamos a ser francos, te diré que no me gustó la comida,
Αν πρόκειται να είμαστε ειλικρινείς, θα σας πω ότι δεν μου άρεσε το φαγητό
2. χωρίς εμπόδια σε κάτι= ελεύθερος, -η, -ο, απρόσκοπτος, -η, -o
dejar el paso franco, αφήνω το πέρασμα ελεύθερο
3. εμπ, χωρίς φόρους, χωρίς τέλη, δασμούς, ατελής, -ής, -ές, αδασμολόγητος, -η, -ο,
franco a bordo, ελεύθερο επί του πλοίου
franco de todo gasto, απαλλαγμένος παντός τέλους
puerto franco, λιμάνι ελεύθερης διακίνησης
4. μτφ, μτθ, φρανκο> προ-φανής= σαφής, -ής, -ές, εμφανής, -ής, -ές,
está en franca desventaja, είναι σε εμφανές μειονέκτημα
La economía del país ha tenido una franca mejoría en el último trimestre,
Η οικονομία της χώρας παρουσίασε μια σαφή βελτίωση το τελευταίο τρίμηνο
5. ιστ, φραγκικός, -ή, -ό
6. α θ, ιστ, Φράγκος, -ισσα
francamente 1. επρ, ειλικρινά, πραγματικά
francamente, no sé qué sucedió, ειλικρινά, δεν ξέρω τι έγινε
es francamente divertido, είναι πραγματικά αστείο
francofilia 1. θ, φραγκοφιλία, γαλλοφιλία
francófilo, la 1. ε, α θ, γαλλό-φιλος, -η, -ο, γαλλόφιλο άτομο
francofobía 1. θ, γαλλοφοβία
francófobo, ba 1. ε, α θ, γαλλόφοβος, -η, -ο, γαλλόφοβο άτομο
francofonía 1. θ, γαλλοφωνία
francófono, na 1. ε, α θ, γαλλόφωνος, -η, -o, γαλλόφωνο άτομο
franchute, ta 1. ε, α θ, οικ, υτμ φραγκικός, -ή, -ó, Φράγκος, -ισσα
franchute 1. α, γλώσσα Φράγκικα
francote, ta 1. ε, οικ, φραγκο-, ελευθερό-στομος, -η, -o
francotirador, ra 1. α θ, ελεύθερος (τραβηχτής σκανδάλης)-σκοπευτής
francmasón, ona 1. α θ, φραμασόνος, μασόνος, ελευθεροτέκτονας,
francmasonería 1. θ, ελευθεροτεκτονισμός, μασονία
francmasónico, ca 1. ε, μασονικός, -ή, -ό, ελευθεροτεκτονικός, -ή, -ό
franquear πρχ ξε-φρακάρω κάτι, ελευθερώνω απο εμπόδια,
1. ρμ, ξεφράζω, ξεφρακάρω, ελευθερώνω είσοδο, ανοίγω δρόμο, πέραμα,
La policía franqueaba el paso para que el coche oficial pudiera atravesar la ciudad,
Η αστυνομία άνοιγε το πέρασμα ώστε να μπορούσε να διασχίσει το υπηρεσιακό αυτοκίνητο την πόλη
2. υπερπηδώ, ξεπερνώ εμπόδιο, Durante la carrera, los coches tenían que franquear diversos obstáculos en la carretera, Κατά τη διάρκεια του αγώνα, τα αυτοκίνητα έπρεπε να ξεπεράσουν διάφορα εμπόδια στο δρόμο
3. ξεφρακάρω πορεία μου= διασχίζω, περνάω απο μια στην άλλη πλευρά,
Tras franquear la puerta principal, el ladrón fue directo al salón,
Αφού πέρασε από την κεντρική πόρτα, ο κλέφτης πήγε κατευθείαν στο σαλόνι
4. μτφ, ξεφρακάρω απο φόρο κάποιον, απαλλάσσω
5. πληρώνω ταχυδρομικό τέλος, franquear una carta, πληρώνω ενα γράμμα
6. ραντ, μτφ, ξε-φρακάρω ψυχικά= ανοίγομαι, εξομολογούμαι, εκμυστηρεύομαι,
se franqueó conmigo, ανοίχτηκε μαζί μου
franqueo 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του franquear, franquearse
2. πληρωμή ταχυδρομικού τέλους
3. σνθ, franqueo pagado, πληρωμένο τέλος
4. εκφ, libre de franqueo, ελεύθερος ταχυδρομικών τελών
franqueamiento 1. α, πρχ ξε-φραγμα= ελευθέρωση, απελευθέρωση δρόμου, περάσματος
2. ξέφραγμα ατόμου= χειραφέτηση ατόμου
franqueado, da 1. ε, πρχ ξέφρακτο= με πληρωμένο το ταχυδρομικό τέλος
franqueadora 1. α, μηχάνημα γραμματοσήμανσης
franqueza 1. θ, ειλικρίνεια, con toda franqueza, με κάθε ειλικρίνεια
franqueable 1. ε, ξε-φρακτό= διαβατός, -ή, -ó, υπερβατός, -ή, -ó, προσπελάσιμος, -η, -ο
infranqueable 1. ε, αδιαπέραστος, -η, -o, αδιάβατος, -η, -o, ανυπέρβλητος, -η, -o
απροσπέλαστος, -η, -ο
franquía 1. θ, ναυ, πρχ άφρακτη η πορεία= απόπλους
2. εκφ, en franquía, ναυ, σε απόπλου
για πράγμα, άτομο, απελευθερωμένος, εκτός κινδύνου
franquicia 1. θ, πρχ απο-φραξη= απαλλαγή φόρων, ατέλεια, απαλλαγή από εισφορές τελών
2. εμπ, φραντσάιζινγκ, δικαιόχρηση
3. σνθ, franquicia aduanera, postal, απαλλαγή από έξοδα τελωνείου, ταχυδρομικού τέλους
franquiciar 1. ρμ, εμπ, παρέχω δικαίωμα συμμετοχής σε φραντσάιζ
franquiciado, da 1. ε, α θ, εμπ, δικαιοδόχος φραντσάιζινγκ
franquiciador, ra 1. ε, α θ, εμπ, που δίνει φραντσάιζινγκ=δικαιοπάροχος
francolín 1. α, ορν, φραγκολίνα
farruco, ca πρχ φαρούκος> φράγκος> ξε-φρακτος σε φέρσιμο, τρόπους
πρχ φραγκο-κοτα> κόκκορας, υπερόπτης
1. ε, αναιδής, -ής, -ές, θρασύς, -εία, -ύ
2. υπεροπτικός, -ή, -ό, αλαζονικός, -ή, -ό, Es un joven farruco que se cree mucho,
Είναι ένας αλαζονικός νεαρός που πιστεύει ότι είναι κάποιος
3. εκφ, ponerse farruco, πεισμώνω, ¡oye, no te pongas farruco!
άκου, μην πεισμώνεις!
panchito 1. α, οικ, πρχ παν-ψητο= ψημένο και αλατισμένο αράπικο φιστίκι
paquear 1. ρα, πρχ, μτθ, πικάρω με σφαίρες= πυροβολώ ως ελεύθερος σκοπευτής
quico 1. α, καλαμπόκι ψημένο
Quico 1. ονο, εκφ, ponerse como el Quico, οικ, πρχ κικο> σκάω, πρήζομαι στο φαί