FLOR

FLOR= ΠΡΧ ΦΛΟΡΑΛ, ΦΥΛΛΟ> ΛΟΥΛΟΥΔΙ, ΑΝΘΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

áfilo, la 1. ε, άφυλλος, -η, -o

filodendro 1. α, βοτ, φιλόδεντρο

filodio 1. α, βοτ, φυλλώδιο

filópodo 1. α, ζωλ, φυλλόποδο

filoxera 1. θ, φυλλοξήρα

filoxerado, da 1. ε, φυλλοξηρικός, -ή, -ό, που έχει φυλλοξήρα

filoxérico, ca 1. ε, φυλλοξηρικός, -ή, -ό

monofilo, la 1. ε, μονόφυλλος, -η, -o

flor πρχ φύλλο= λουλούδι, άνθος

1. θ, λουλούδι, άνθος, un ramo de flores, μια ανθοδέσμη, ένα μπουκέτο λουλούδια

ή μτφ, está en la flor de la juventud, είναι στο άνθος της νιότης

2. μτφ, φιλοφρόνηση, κομπλιμέντο, aquel chico echó miles de flores a la joven,

εκείνος ο νεαρός έριξε χιλιάδες φιλοφρονήσεις στην κοπέλα

3. σνθ, flor artificial, natural ψεύτικο, φυσικό λουλούδι

flor de azahar, άνθη πορτοκαλιάς

flor de azufre, άνθη θείου

flor de invernadero, άνθος θερμοκηπίου

flor de la Pasión, πασσι-φλόρα

flor de la sal, άνθος αλατιού

flor de lis, αμαρυλλίς

4. εκφ como mil, unas flores, οικ, σαν χίλια λουλούδια= χάρμα

decir, echar flores a alguien οικ, λέω, ρίχνω άνθη= κάνω φιλοφρονήσεις σε,

εκθειάζω κάποιον, πλέκω το εγκώμιο κάποιου

de flor en flor, απο λουλούδι σε λουλούδι> σαν μέλισσα= παίζω σε πολλά ταμπλό,

πηγαίνω από σχέση σε σχέση, αλλάζω εύκολα δραστηριότητα, τόπο

echarse flores, οικ, μου ρίχνω λουλούδια= καυχιέμαι, κομπάζω

en la flor de la edad, στο άνθος της ηλικίας

la flor de, το καλύτερο, en la flor de la vida, στην καλύτερη περίοδο της ζωής μου

la flor de la harina, άνθος αλεύρου

la flor y nata, η αφρό-κρεμα, ελίτ

nacer con una flor en el culo, οικ, γεννήθηκα με λουλούδι στον κώλο= τυχερός

no tener ni flores de algo, δεν έχω ούτε φύλλο= ιδέα, την παραμικρή ιδέα για κάτι

ser flor de un día, είναι φύλλο μιας ημέρας= εφήμερος

a flor de, στο φύλλο= στην επιφάνεια του, las gaviotas volaban a flor de agua,

οι γλάροι πέταγαν στην επιφάνεια του νερού

a flor de piel, στο φύλλο του δέρματος= ευαίσθητος, -η, -ο, tengo los nervios a flor de piel

έχω ευαίσθητα νεύρα, νευριάζω με το παραμικρό

coliflor 1. α, βοτ, πρχ κυκλό-φυλλο= κουνουπίδι

flora πρχ σύνολο φύλλων 1. θ, χλωρίδα

2. σνθ, flora bacteriana, intestinal, βιο, βακτηριακή, εντερική χλωρίδα

3. εκφ, la flora y fauna, η χλωρίδα και η πανίδα

Flora 1. ονο, μυθ, Χλωρίδα, Φλόρα

florar 1. ρα, πρχ φυλλο-βολώ= ανθίζω, ανθοφορώ

floración 1. θ, ανθοφορία

floral 1. ε, πρχ φλοράλ= λουλουδένιος, -α, -o, ανθοκομικός, -ή, -ó

florear 1. ρμ, στολίζω με λουλούδια, floreó la sala de su casa para la fiesta,

στόλισε με λουλούδια την σάλα του σπιτιού του για την γιορτή

2. μτφ, φιλοφρονώ, κολακεύω, λέω κομπλιμέντα, le gustaba florear a todas las jovencitas,

του άρεσε να φιλοφρονεί όλες τις κοπελίτσες

3. μσκ, διανθίζω

4. βγάζω το άνθος, κοσκινίζω αλεύρι, harina,

5. μτφ, πάλλω σπαθί, ξίφος, σαν λουλούδι

floreo 1. α, μτφ, λέω πολλά σαν διάνθισμα ή πρχ φλορεο> φλυαρία, ανούσια συζήτηση

2. περιττολογία, ανοησίες

3. αθλ, σε ξιφομαχία, κραδασμός της μύτης του ξίφους

4. μσκ, άρπισμα

5. σε χορό, αντρεσά

floreado, da πρχ φλοραλ

1. ε, λουλουδάτος, -η, -o, λουλουδιασμένος, -η, -o

camisa floreada, λουλουδάτο πουκάμισο

2. μτφ, δι-ανθισμένος, -η, -ο, με φιοριτούρες, un discurso muy floreado,

μια διανθισμένη ομιλία

floreal 1. α, ιστ, Φλορεάλ

florería 1. θ, πρχ φυλλ-ερί= ανθοπωλείο

florero 1. α, βάζο με λουλούδια

2. εκφ, estar de florero, οικ, στέκω σαν βάζο= είμαι γλάστρα, διακοσμητικό στοιχείο,

en la reunión su hermano sólo estuvo de florero,

στη σύσκεψη ο αδερφός του ήταν σαν γλάστρα

floresta 1. θ, πρχ φυλλο-στάσιο= αλσύλλιο, θαμνότοπος

florista 1. α θ, ανθοπώλης, -ισσα

2. πλανόδιος ανθοπώλης, ισσα

floristería 1. θ, ανθοπωλείο

florístico, ca 1. ε, λουλουδάτος, -η, -ο, λουλουδένιος, -α, -ο

florón 1. α, τεχ, ανθέμιο, ανθύλλιο

floridez 1. θ, διάνθιση γλώσσας, στιλ

2. πλούσια ανθοφορία σε μέρος, εποχή

florido, da 1. ε, κυρ, μτφ, ανθισμένος, -η, -o, λουλουδιασμένος, -η, -o

un terreno florido, ένας ανθισμένο έδαφος

un estilo florido, περίκομψο ύφος

2. εκφ, lo más florido de, το πιο φιοράτο, μτφ, αφρό-κρεμα, ελίτ

se reunió lo más florido de la intelectualidad,

συγκεντρώθηκε η αφρόκρεμα της διανόησης

florecer πρχ φυλλο-βολώ

1. ρα, ανθίζω, ανθοφορώ, en febrero ya empiezan a florecer los almendros,

τον Φλεβάρη ήδη αρχίζουν να ανθίζουν οι αμυγδαλιές

ή μτφ, en el siglo XX florecieron las ciencias, τον 20ό αιώνα άνθισαν οι επιστήμες

2. μτφ, ακμάζω, βρίσκομαι σε άνθιση, el negocio floreció al finalizar la crisis,

το εμπόριο άκμασε όταν τελείωσε η κρίση

3. ραντ, μτφ, μουχλιάζω, σαν φύλλο η μούχλα πάνω στον φλούδα,

la fruta se ha florecido en la nevera, το φρούτο έχει μουχλιάσει στο ψυγείο

florescencia 1. θ, βοτ, ανθοφορία

2. χημ, εξάνθιση

inflorescencia 1. θ, επάνθηση, ανθοφορία

florecido, da 1. ε, μτφ, μουχλιασμένος, -η, -o

floreciente 1. ε, ανθισμένος, -η, -o, λουλουδιασμένος, -η, -o

2. μτφ, για κάτι σε άνθιση, απόδοση= ακμάζων, -ουσα, -ον, ανθηρός, -ή, -ό

florecimiento 1. α, ανθοφορία

2. μτφ, μούχλιασμα

eflorecerse 1. ραντ, χημ, εξανθούμαι

eflorescencia 1. θ ιατ, χημ, εξάνθιση, φωσφορισμός

eflorescente 1. ε, ιατ, χημ, εξανθών, -ούσα, -ον

desflorecer 1. ρα, βοτ, πρχ ξε-φυλλιάζω= χάνω τα άνθη

2. ραντ, ξε-φυλλιάζομαι= χάνω τα άνθη

reflorecer 1. ρα, πρχ περι-φυλλο-βολώ= ξανανθίζω

reflorecimiento 1. α, νέα ανθοφορία

2. μτφ, νέα άνθηση σε κίνημα, ίδρυμα, de corriente, institución

flordelisar 1. ρμ, ερλ, πρχ φύλλο-του-λις> κρίνου= διακοσμώ με εραλδικούς κρίνους

Florencia 1. ονο, Φλωρεντία

florentino, na 1. ε, α θ, φλωρεντινός, -ή, -ó, φλωρεντίνικος, -η, -o

florete 1. α, αθλ, φλερέ, ξίφος ασκήσεως, επειδή μοιάζει σαν κλαδάκι λουλουδιού

floretazo 1. α, αθλ, σε ξιφομαχία, χτύπημα με το φλερέ

floretear 1. ρμ, στολίζω με λουλούδια

2. ρα, χειρίζομαι το φλερέ

floreteo 1. α, αθλ, χειρισμός του φλερέ

floretista 1. α θ, αθλ, ειδικευμένος, -η στο φλερέ

florícola 1. ε, πρχ φυλλο-καλλιεργητικό= ανθοκομικός, -ή, -ό

floricultor, ra 1. α θ, ανθοκόμος

floricultura 1. θ, ανθοκομία

florífero, ra 1. ε, ανθοφόρος, -ος, -o

florígero, ra 1. ε, λγτ, ανθοφόρος, -ος, -o

florilegio 1. α, πρχ ανθολογία, απάνθισμα

florín 1. α, φιορίνι, φλορίνι

floripondio 1. α, οικ, πρχ φρα-μπαλάς

2. οικ, υτμ, πρχ φλώρος σαν ομοφυλόφιλος, αδερφή

floritura 1. θ, κυρ, μτφ, φιοριτούρα, σαν κάτι με πολλές φιγούρες λουλουδιών,

un estilo cargado de fiorituras, ένα στυλ όλο φιοριτούρες

2. μσκ, φιοριτούρα

florídeas 1. θ πλ, βοτ, ροδοφύκη

flósculo 1. α, βοτ, ανθύλλιο

Florida 1. ονο, Φλόριδα, Φλόριντα

flirt 1. α, φλερτ, κόρτε, απο φύλλο, σαν να δίνω λουλούδι

flirtear 1. ρα, φλερτάρω, ερωτοτροπώ με κάποιον, le gusta flirtear con todas,

του αρέσει να φλέρταρει με όλες

2. μτφ, φλερτάρω με κάτι, το σκέφτομαι, flirteó con la idea de ser presidente,

φλέρταρε με την ιδέα να γίνει πρόεδρος

flirteo 1. α, φλερτ

aflorar 1. ρα, για μάζα ορυκτού, νερό που σαν φύλλο βγαίνει απο κάπου,

βγαίνω στην επιφάνεια του εδάφους, el agua aflora caliente, το νερό βγαίνει ζεστό

2. μτφ, για συναίσθημα που βγαίνουν σαν φύλλο, las lágrimas afloraron, τα δάκρυα βγήκαν

3. μτφ, εκδηλώνεται, los enfrentamientos afloran constantemente entre ellos,

οι αντιλογίες εκδηλώνονται διαρκώς μεταξύ τους,

su talento no afloró, το ταλέντο του δεν άνθισε

afloración 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του aflorar

afloramiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του aflorar

desflorar πρχ ξε-φυλλώνω

1. ρμ, βοτ, μαδώ τα άνθη

2. μτφ, για όψη, αφαιρώ την φρεσκάδα, προκαλώ μαρασμό

3. για γυναίκα, μτφ, διακορεύω, ξεπαρθενεύω, σαν να παίρνω το φύλλο της

4. μτφ, για θέμα, ιδέα, θίγω επιφανειακά, σαν να ξε-φυλλίζω

desfloración πρχ ξε-φύλλωση

1. θ, βοτ, ανθόρροια, απάνθιση

2. μτφ, μαρασμός εμφάνισης, φθορά

3. μτφ, για γυναίκα, διακόρευση, εκπαρθένευση

desfloramiento 1. α, desfloración

folio πρχ φύλλο

1. α, φύλλο, κόλα βιβλίου, τετραδίου, folio de libro, cuaderno

2. επικεφαλίδα σελίδας βιβλίου

3. φύλλο

4. σνθ, folio verso, vuelto, αριστερή σελίδα

5. εκφ, de a folio, οικ, σαν φύλλο που τυλίγει= τεράστιος, πολύ μεγάλος,

aquel proyecto era un disparate de a folio, εκείνο το πρότζεκτ ήταν μια χαζομάρα τεράστια

en folio, τυπ, δί-πτυχος, -η, -o, δίπτυχο

en folio mayor, menor, τυπ, μεγάλο, μικρό δίπτυχο

folíolo, folíolo 1. α, βοτ, φυλλάριο

foliáceo, a 1. ε, βοτ, φυλλώδης, -ης, -ες

foliar 1. ρμ, τυπ, πρχ φυλλ-αριθμώ, αριθμώ τα φύλλα, σελιδοποιώ βιβλίο

foliación 1. θ, φυλλοφυία, έκπτυξη πρώτων φύλλων

2. γωλ, φύλλωση

3. τυπ, σελίδωση

foliado, da 1. ε, τεχ, φυλλωτός, -ή, -ó

2. βοτ, φυλλώδης, -ης, -ες

3. τυπ, σελιδοποιημένος, -η, -ο

foliar 1. ε, βοτ, φυλλώδης, -ης, -ες, φυλλοειδής, -ής, -ές

foliatura 1. θ, τυπ, πρχ φυλλο-θεσία= αρίθμηση σελίδων, σελιδοποίηση

2. βοτ, φυλλοφυία

3. γωλ, φύλλωση

folicolario 1. α, υτμ, πρχ φυλλο-κοιλος= δημοσιογραφίσκος, φυλλαδιογράφος

cerafolio 1. α, βοτ, πρχ χαιρέ-φυλλο

defoliar 1. ρμ, βοτ, πρχ εκ-φυλλίζω= καταφυλλίζω, ρίχνω τα φύλλα

defoliación 1. θ, βοτ, φυλλόρροια

defoliante 1. ε, βοτ, φυλλοβόλος, -α, -ο

2. α, φυλλοβόλο

desfoliación 1. θ, βοτ, ξε-φύλλωση= πτώση φύλλων

infolio 1. α, πρχ εν-φυλλο= δίπτυχο βιβλίο, έκδοση μεγάλου σχήματος,

interfoliar 1. ρμ, ενδο-φυλλίζω= ενθέτω, παρεμβάλω λευκές σελίδες

exfoliar 1. ρμ, εκ-φυλλίζω κάτι= χωρίζω σε φύλλα

2. αποφλοιώνω, απολεπίζω το δέρμα

2. ραντ, ξεφλουδίζομαι, απολεπίζομαι στο δέρμα

exfoliación 1. θ, εκ-φύλλιση σε κάτι, χωρισμός σε φύλλα

2. ιατ, αποφολίδωση

3. απολέπιση δέρματος

exfoliante 1. ε, απολεπιστικός, -ή, -ó, crema exfoliante, κρέμα απολεπιστική

2. α, προϊόν απολέπισης

emperifollar 1. ρμ, οικ, πρχ εμ-περι-φυλλίζω= στολίζω έντονα κάποιον εμφανισιακά

2. ραντ, οικ, στολίζομαι, φτιάχνομαι υπερβολικά

perfoliado, da 1. ε, βοτ, περί-βλαστος, -η, -o

perifollos 1. α πλ, μτφ περί-φυλλα= μπι-χλιμπίδια

a mi mujer no le gustan los perifollos, στην γυναίκα μου δεν της αρέσουν τα μπιχλιμπίδια

prefoliación 1. θ, βοτ, πρχ προ-φύλλωση= προετοιμασία φυτού για να βγάλει φύλλα

panfleto πρχ παν-φυλλ-αδιο

1. α, λίβελος

2. φυλλάδιο, προκήρυξη

panfletario, ria 1. ε, α θ, λιβελογραφικός, -ή, -ό, λιβελογράφος

panfletista 1. α θ, λιβελογράφος

trifolio 1. α, βοτ, τριφύλλι

2. ερλ, τριφύλλι

trifoliado, da 1. ε, βοτ τρί-φυλλος, -η, -o

trébol 1. α, τριφύλλι, un campo de tréboles, ένα χωράφι με τριφύλλι

2. σπαθί τράπουλα

3. κόμβος τύπου τριφύλλι= ανισόπεδη διασταύρωση,

un atasco gigantesco en el sector del trébol de la autopista,

ένα φοβερό μποτιλιάρισμα στον τομέα του κόμβου στον αυτοκινητόδρομο

4. σνθ, trébol de cuatro hojas, τετρά-φυλλο τρι-φύλλι

tréboles 1. α πλ, σπαθιά, el as de tréboles, o άσος σπαθί

trebolado, da 1. ε, για φύλλο, τρί-λοβος, -η, -o

2. ερλ, τρι-φυλλάτος, -η, -ο, με σχήμα τριφυλλιού

trebolar 1. α, χωράφι με τριφύλλι

tresbolillo 1. εκφ, a(l) tresbolillo, σαν τρι-φύλλια= κατά τρίγωνα, κατά ρόμβους,

plantación al tresbolillo, φύτευση κατά τρίγωνα, ρόμβους

follada 1. θ, μαγ, πρχ φυλλ-άδα= γλυκό με φύλλο ζύμης

follaje πρχ φύλλωμα

1. α, φύλλωμα φυτού, δέντρου

2. μτφ, διακοσμητικά μοτίβα από φύλλα

3. μτφ, αερολογίες, περιττολογία σαν φύλλωμα

folleto 1. α, φυλλ-άδιο, folleto de propaganda, διαφημιστικό φυλλάδιο, προσπέκτους

folletín πρχ φυλλ-ίδα

1. α, δημοσίευμα, μυθιστόρημα σε συνέχειες, επιφυλλίδα

2. σαπουνόπερα, σήριαλ

3. μτφ, μακροσκελές διήγημα

folletinesco, ca 1. ε, μελοδραματικός, -ή, -ό

folletinista 1. α θ, άτομο που γράφει δημοσιεύματα, μυθιστορήματα σε συνέχειες

folletista 1. α θ, φυλλαδιογράφος

ful πρχ φόλα= κακής ποιότητας

1. ε, κακός, -ή, -ó, me ha vendido un ordenador ful, μου πούλησε έναν υπολογιστή φόλα

2. για άτομο, ψεύτικος, -η, -ο, nos presentó a un empresario ful,

μας σύστησε έναν ψεύτικο επιχειρηματία

3. λανθασμένος, -η, -ο, me dio una dirección de página ful,

μου έδωσε μια λανθασμένη διεύθυνση ιστοσελίδας

4. θ, πράγμα φόλα, κακής ποιότητας, φόλα, μάπα, la película me pareció una ful absoluta,

η ταινία μού φάνηκε εντελώς φόλα

fulastre 1. ε, οικ, πρχ φυλλόστρωτο= κάτι φτιαγμένο πρόχειρα, τσαπατσούλικος, -η, -o

fulero, ra πρχ φολ-άρικο= σαν φόλα φτιαγμένο

1. ε, οικ, τσαπατσούλικος, -η, -o, πρόχειρος, -η, -o, trabajo fulero, τσαπατσούλικη δουλειά

2. για ποιότητα, φόλα, μάπα, un reloj fulero, ένα ρολόι μάπα

3. για άτομο, φόλα στην εμπιστοσύνη, ψεύτικος, -α, -ικο

4. για άτομο, πρχ μπ-λοφαρης> που μπλοφάρει, λέει ψέματα

5. α θ, απατεώνας, -ισσα

6. ψεύτης, -α, no puedo creer lo que dice ese fulero,

δεν μπορώ να πιστέψω αυτά που λέει αυτός ο ψεύτης

fullear 1. ρα, οικ, πρχ, φολιάζω κάποιον= εξαπατώ, κάνω ζαβολιά

fullería 1. θ, οικ, φόλιασμα= απάτη, ζαβολιά σε παιχνίδι,

ganaba gracias a sus fullerías, κέρδιζε χάρη στις ζαβολιές του

2. φόλιασμα για να πετύχω κάτι, πονηριά, έξυπνο κόλπο, λαμογιά,

con sus fullerías trata de timar a cualquier,

με τις λαμογιές προσπαθεί να εξαπατήσει οποιοδήποτε

fullero, ra πρχ φουλιαρης> ζα-βολιαρης, πρχ φολιαστικό, πρχ με φουλ ψέμα

1. ε, α θ, ζαβολιάρης, -α, -ικο, ζαβολιάρης, -α

2. ψεύτικος, -η, -ο, ψεύτης, -α, απατεώνας, -ισσα

hoja πρχ folio> φύλλο> (φ)ο(λ)χα> οχα

1. θ, φύλλο φυτού, δέντρου, las hojas del jardín, τα φύλλα του κήπου

2. πέταλο, las ojas de la amapola, τα πέταλα της παπαρούνας

3. φύλλο χαρτιού, χαρτονιού, μετάλλου, hoja de papel, cartón, metal

una hoja de cartulina, ένα φύλλο χαρτόνι

4. σελίδα, las hojas del libro, οι σελίδες του βιβλίου

5. λάμα, λεπίδα σπαθιού, μαχαιριού, hoja de espada, cuchillo

6. φύλλο> πατζούρι, θυρό-φυλλο πόρτας, παραθύρου, hoja de puerta, ventana

7. αμπελόφυλλο

8. αγρ, αγροτεμάχιο

9. σνθ, hoja acicular, βελονοειδές φύλλο

hoja acorazonada, φύλλο καρδιοειδές

hoja aserrada, πριονωτό φύλλο

hoja caduca, φυλλοβόλο

hoja cambiable, αποσπώμενη λεπίδα

hoja de afeitar, λάμα ξυρίσματος

hoja de cálculo, λογιστικό φύλλο

hoja de estilos, πλφ, σελίδα μορφοποιήσεων

hoja de lata, λεπτό έλασμα σιδήρου

hoja de paga, δελτίο πληρωμής

hoja de pedido, δελτίο παραγγελίας

hoja de reclamación, δελτίο παραπόνων

hoja de movilización, στρ, χαρτί επιστράτευσης

hoja de ruta, στρ, φύλλο πορείας

hoja de servicios, στρ, φάκελος προϋπηρεσίας

ή για αθλητή= παλμαρέ

hoja de vid, αμπελόφυλλο

hoja informativa, ενημερωτικό δελτίο

hoja volandera, φεϊγ-βολάν

10. εκφ, poner a alguien como hoja de perejil, μτφ, θέτω κάποιον σαν φύλλο σέλινο=

στολίζω κάποιον με διάφορα κοσμητικά επίθετα

volver la hoja, κυρ, μτφ, γυρίζω σελίδα

hojalata 1. θ, πρχ φύλλο-πλατύ ή φυλλο-λάμα= τενεκές

hojalatería 1. θ, λαμαρινάδικο, τενεκετζίδικο, λευκοσιδηρουργείο

hojalatero, ra 1. α θ, λευκοσιδηρουργός, λαμαρινάς, τενεκετζής

milhojas 1. α, βοτ, χιλιόφυλλο

hojaldre πρχ σ-φολιάτα, φύλλο ζύμης

1. α, μαγ, σφολιάτα

2. γλυκό με φύλλο ζύμης, el hojaldre de manzana, μηλόπιτα με σφολιάτα

hojaldrar 1. ρα, μαγ, ανοίγω φύλλο ζύμης

hojaldrado, da 1. ε, μαγ, σφολιατο-ειδές, -ής, από φύλλο ζύμης, σφολιάτα

me gustan los mantecados hojaldrados, μου αρέσουν τα γλυκά από φύλλο ζύμης

hojaldrado 1. α, μαγ, άνοιγμα φύλλου ζύμης

hojarasca πρχ φυλλό-ξερα

1. θ, ξερά φύλλα, el jardín está lleno de hojarascas,

ο κήπος είναι γεμάτος απο ξερά φύλλα από τον κήπο

2. πυκνό φύλλωμα, la hojarasca del árbol, η πυκνή φυλλωσιά του δέντρου

3. μτφ, περιττο-λογία, λόγια του αέρα, σαν φύλλα πολλά

tus promesas son hojarasca, οι υποσχέσεις σου είναι λόγια του αέρα

4. ατκ, φύλλωμα

hojuela πρχ φυλλ-αράκι

1. θ, τηγανίτα, κρέπα

2. φυλλαράκι δέντρου, φυτού

3. λεπτή λάμα, λεπτό έλασμα

deshojar πρχ ξε-φυλλίζω

1. ρμ, μαδώ φύλλα σε δέντρο, φυτό

2. σχίζω σελίδες σε βιβλίο

3. ραντ, φυλλορροώ

deshoje 1. α, πτώση φύλλων

deshojadura 1. θ, πτώση φύλλων

deshojamiento 1. α, πτώση φύλλων

hojear πρχ φυλλ-ίζω

1. ρμ, ξεφυλλίζω ενα έντυπο, ρίχνω μια ματιά, διαβάζω γρήγορα,

me gusta hojear el periódico, μου αρέσει να ξεφυλλίζω την εφημερίδα

2. ξεφυλλίζω τις σελίδες σε ένα βιβλίο, τετράδιο, τις κινώ απλά,

hojeó el libro tan bruscamente que se rompió una hoja,

ξεφύλλισε το βιβλίο τόσο απότομα που έκοψε μια σελίδα

3. ρα, για μέταλλο, έχει φύλλο, λάμες

4. ρα, για φύλλα δέντρου που κινούνται, con el viento hojeaban los manzanos,

με τον άνεμο κινιόντουσαν τα φύλλα των μηλιών

malhojo πρχ μελανό-φυλλο

1. α, νεκρά, ξερά φύλλα

2. φλούδια, φλούδες λαχανικών

desmarojar 1. ρμ, πρχ ξε-μερίζω τα άχρηστα φύλλα

Scroll to Top