FLAGELO

FLAGELO= ΠΡΧ ΦΡΑΓΓΕΛΙΟ> ΜΑΣΤΙΓΙΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

flagelo 1. α, μαστίγιο, Los romanos azotaban a los esclavos con flagelos,

Οι Ρωμαίοι μαστίγωσαν τους σκλάβους με μαστίγια

2. μτφ, μάστιγα, La pobreza es un flagelo en las grandes ciudades de la región,

Η φτώχεια είναι μάστιγα στις μεγάλες πόλεις της περιοχής

3. βιο, μαστίγιο

flagelar 1. ρμ, μαστιγώνω, Los guardias flagelaron al prisionero para castigarlo,

Οι φρουροί μαστίγωσαν τον κρατούμενο για να τον τιμωρήσουν

2. μτφ, επικρίνω σφοδρά, flagela el teatro porque a ella, por lo general, le aburre,

Επικρίνει το θέατρο γιατί σε αυτή, γενικά, της προκαλεί βαρεμάρα

3. ραντ, αυτομαστιγώνομαι, el monje se flagelaba como penitencia,

Ο μοναχός αυτομαστιγωνόταν ως τιμωρία

flagelación 1. θ, μαστίγωμα, μαστίγωση

2. μτφ, σφοδρή επίκριση

flagelado 1. α, βιο, μαστιγοφόρο

flagelador, ra 1. α θ, μαστιγωτής, -ια, που μαστιγώνει

flagelante 1. ε, που μαστιγώνει, μαστιγωτικός, -ή, -ό

ή αυτο-μαστιγωτικός, -ή, -ό

2. μτφ, για κάτι που μαστιγώνει σαν αρνητικό, που προξενεί πόνο, οδυνηρός, -ή, -ό, ταπεινωτικός, -ή, -ó, προσβλητικός, -ή, -ó, imagen flagelante, εικόνα οδυνηρή

3. για κριτική, σφοδρός, -ή, -ó

4. α θ, για άτομο σε τάγμα μοναχικό, αυτομαστιγωνόμενος, -νη,

flagelantes de Semana Santa, αυτομαστιγώμενοι της Μεγάλης Εβδομάδας

Scroll to Top