FILIA

FILIA= ΠΡΧ ΦΙΛΙΑ, ΑΓΑΠΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

filia 1. θ, αγάπη προς κάτι, κάποιον, κλίση, συμπάθεια, filia por la lectura,

αγάπη προς την ανάγνωση

2. εκφ, filias y fobias, συμπάθειες και αντιπάθειες

tener filia por algo, έχω κλίση σε κάτι

filantropía 1. θ, φιλανθρωπία

filantrópico, ca 1. ε, φιλανθρωπικός, -ή, -ό

filantropismo 1. α, φιλανθρωπία

filántropo, pa 1. α θ, φιλάνθρωπος

filhelénico, ca 1. ε, φιλελληνικός, -ή, -ó

filhelenismo 1. α, φιλελληνισμός

filoamericano, na 1. ε, α θ, φιλοαμερικανικός, -ή, -ó, φιλοαμερικανός, -ή

filocomunista 1. ε, φιλοκομμουνιστικός, -ή, -ό

2. α θ, φιλοκομμουνιστής, -α

filomela, filomena 1. θ, λγτ, φιλομήλα

afilosofado, da 1. ε, ψευτοφιλόσοφος, αμπελοφιλόσοφος

panfilismo 1. α, οικ, παν-φιλισμός= αγαθοσύνη

panfilo, la 1. ε, οικ, παν-φιλος στο μυαλό= αγαθιάρης, -α, -ικο, χαζούλης, -α, -ικο,

es una chica bastante pánfila, είναι μια κοπέλα λίγο χαζούλα

2. υτμ, νωθρός, -ή, -ό, νωχελικός, -ή, -ό, tiene un caminar pánfilo,

έχει ένα βάδισμα νωχελικό

3. α θ, χαϊβάνι, χαζοπούλι, ese pánfilo se lo traga todo, αυτό το χαζοπούλι τα χάφτει όλα

4. υτμ, τεμπελχανάς

parafilia 1. θ, παραφιλία

Scroll to Top