FIJAR= ΦΙΧΑΡ> ΦΙΞΑΡΩ, ΜΠΗΓΩ, ΦΙΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
fija 1. θ, κατ, φις
fijo, ja πρχ φιξ-αριστό, η, μπ-ηχτό, -ή = στερεό
1. ε, για υλικό, καρφωμένος, -η, -ο, στερεωμένος, -ή, -ό, la estantería estaba fija a la pared,
η ραφιέρα ήταν στερεωμένη στον τοίχο
2. μόνιμος, -η, -ο, residencia fija, κατοικία μόνιμη
3. καθορισμένος, -η, -ο, No hay una fecha fija para el comienzo de las clases este año,
Δεν υπάρχει καθορισμένη ημερομηνία έναρξης των μαθημάτων φέτος
4. ακίνητος, -η, -ο, για θέση, este circo es fijo, no ambulante,
αυτό το τσίρκο είναι ακίνητο, όχι περιοδεύων
5. για σύμβαση εργασίας, μόνιμος, -η, -ο, está fijo en la empresa, είναι μόνιμος στην εταιρία
6. σταθερός, -ή, -ó, στέρεος, -η, -o, ασφαλής, -ές, -ή,
Prefiero una hipoteca de tasa fija, Προτιμώ ένα στεγαστικό δάνειο με σταθερό επιτόκιο
las normas sociales no son fijas, τα κοινωνικά πρότυπα δεν είναι σταθερά
7. καρφωμένος, -η, -ο, επίμονος, -η, -ο, προσηλωμένος, -η, -ο, για βλέμμα, ματιά,
Tengo miedo, ese hombre ha tenido la mirada fija en mí desde que llegamos
Φοβάμαι, αυτός ο άντρας έχει το βλέμμα του καρφωμένο πάνω μου από τότε που φτάσαμε
fijo 1. α, μισθός φίξ = προκαθορισμένη αμοιβή
2. σταθερό τηλέφωνο, Mejor llámame al fijo, καλύτερα κάλεσε με στο σταθερό
3. επρ, οικ, με σιγουριά, φιξαρισμένα, fijo que viene, σίγουρα ο, τι έρχεται
επίμονα, mirar fijo, κοιτάω επίμονα
4. εκφ, de fijo, σίγουρα, sé de fijo que miente, ξέρω σίγουρα πως ψεύδεται
hacer fijo a alguien, μονιμοποιώ κάποιον σε δουλειά
fijeza πρχ που είναι φιξ
1. θ, μτφ, επιμονή, la fijeza de una mirada, η επιμονή μιας ματιάς
2. μτφ, σιγουριά, toma las decisiones con fijeza, παίρνει τις αποφάσεις με σιγουριά
3. εκφ, con fijeza, με φιξάρισμα= προσεκτικά
ή με σιγουριά, στέρεα, σίγουρα, no lo sé con fijeza, pero creo que dice la verdad,
Δεν το ξέρω με σιγουριά, αλλά νομίζω ότι λέει την αλήθεια
ή με επιμονή, επίμονα, la miraba con fijeza, sin apartar la vista de ella,
Την κοίταζε επίμονα, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από πάνω της
fijamente 1. ε, προσεκτικά, examinó fijamente la prueba,
εξέτασε προσεκτικά την απόδειξη
2. σίγουρα, σταθερά, στέρεα, una estantería fijamente montado,
μια ραφιέρα καλά στερεωμένη
cables fijamente unidos, καλώδια σταθερά συνδεδεμένα
3. επίμονα, miraba fijamente las aguas del puerto, κοιτούσε επίμονα τα νερά του λιμανιού mírame fijamente a los ojos, κοίτα με καλά στα μάτια
fijar πρχ φιξ-άρω
1. ρμ, φιξάρω υλικό, στερεώνω, ha fijado el espejo a la pared,
έχει στερεώσει τον καθρέπτη στον τοίχο
2. φιξάρω κατοικία, εγκαθιστώ, σταθεροποιώ, ha fijado su oficina en el centro,
έχει σταθεροποιήσει το γραφείο του στο κέντρο
3. καθορίζω, θέτω κάτι ακριβώς, ya han fijado el nuevo horario,
ήδη έχουν καθορίσει το νέο ωράριο
Antes de decidirnos por una estrategia, debemos fijar nuestros objetivos,
Πριν αποφασίσουμε για μια στρατηγική, πρέπει να θέσουμε τους στόχους μας
4. φιξάρω βλέμμα, προσοχή, εστιάζω, στρέφω, στερεώνω, καρφώνω,
συγκεντρώνω, fijó sus ojos en la pantalla, στερέωσε τα μάτια του στην οθόνη
Para no perder el equilibrio, fija la mirada en un punto de la pared,
Για να μην χάσετε την ισορροπία σας, καρφώστε το βλέμμα σας σε ένα σημείο στον τοίχο
5. φωτ, στερεώνω, fija las imágenes en su laboratorio fotográfico,
στερεώνει τις εικόνες του στο φωτογραφικό εργαστήριο του
6. ραντ, φιξάρομαι σε κάτι, εστιάζομαι σε αυτό, προσέχω,
No me había fijado en el escalón y casi me caigo,
δεν είχα προσέξει το σκαλοπάτι και παραλίγο να πέσω
fíjate en el lunar que tiene en la barbilla, εστιάσου στο φεγγαράκι που έχει στο σαγόνι
7. φιξάρομαι σε γνώμη, εμμένω, κολλάω, se fijó en su opinión y no cambia de parecer,
Κόλλησε στην άποψη του και δεν αλλάζει γνώμη
fijación πρχ φιξάρισμα
1. θ, στερέωση αντικειμένου
2. στερέωμα μαλλιού
3. καθορισμός ημερομηνίας, τιμής, στόχων
4. εμμονή σε κάτι, κάποιον, κόλλημα
5. στερέωση, κόλλημα πινακίδας
6. φωτ, στερέωση
7. γρμ, στερέωση
8. αθλ, σε σκι, δέστρα
9. εργαλείο, βίδα ρύθμισης φρένων σε ποδηλασία
10. βιο, χημ, σταθεροποίηση
11. εκφ, tener una fijación con, έχω εμμονή με
fijado 1. α, φωτ, στερεωτής
fijador, ra 1. ε, στερεωτικός, -ή, -ó
fijador πρχ φιξαριστής
1. α, ζελέ για τα μαλλιά
2. φωτ, στερεωτής
3. τεχ, φιξατίφ, στερεωτικό
4. αθλ, δέστρα σκι
fijapelo 1. α, πρχ φιξ-μαλλί= ζελέ για τα μαλλιά ή λακ
fijasellos 1. α, πρχ φιξ-σφραγις= προσκολλητική βάση στα φιλοτελικά φυλλαράκια
fijante 1. ε, στρ, βολή από υψηλότερο σημείο, βολή καμπύλης τροχιάς π.χ. όλμου
fijativo, va 1. ε, πρχ φιξαριστικό= στερεωτικός, -ή, -ó, barniz fijativo, στερεωτικό βερνίκι
fijativo 1. α, φωτ, στερεωτικό, στερεωτική ουσία
2. τεχ, φιξατίφ, στερεωτικό
antefija 1. θ, ατκ, ακροκέραμο
sofito 1. α, ατκ, το κάτω μέρος της προεξοχής του γείσου
afijo 1. α, γρμ, πρόσφυμα, παράθημα
afijo, ja 1. ε, γρμ, προσφυματικός, -ή, -ó, παραθηματικός, -ή, -ó
infijo 1. α, γλγ, πρχ επένθημα
interfijo 1. α, γλγ, ενδο-θημα= συνθετικό στο μέσο θέματος λέξης, επένθέση
posfijo, postfijo 1. α, γλγ, επίθημα
prefijo 1. α, πρόθεμα για τηλέφωνο
2. γρμ, πρόθεμα
3. σνθ, prefijo telefónico, τηλεφωνικό πρόθεμα
prefijo, ja 1. ε, γρμ, προθεματικός, -ή, -ó
prefijar πρχ προ-φιξάρω
1. ρμ, προκαθορίζω απο πριν κάτι, no hubo acuerdo para prefijar la sede del congreso,
δεν υπήρξε συμφωνία για να προκαθορίσουν την έδρα του συμβουλίου
2. γρμ, προθεματίζω λέξεις
prefijación 1. θ, γρμ, σχηματισμός λέξεων με προθέματα
prefijal 1. ε, γρμ, προθεματικός, -ή, -ό
prefijado, da 1. ε, προκαθορισμένος, -η, -ο
2. γρμ, προθεματισμένος, -η, -ο
sufijo 1. α, γλγ, επίθημα
sufijar 1. ρμ, γρμ, επιθεματίζω
sufijación 1. θ, γρν, επιθεμάτιση λέξης
sufijo, ja 1. ε, γλγ, επιθηματικός, -ή, -ó
transfijo, ja, trasfijo, ja 1. ε, διαπερασμένος, -η, -o με όπλο ή αιχμηρό πράγμα
transfixión, trasfixión πρχ μετα-φιξάρισμα
1. θ, ιατ, νύγμα
2. θρη, διαλογχισμός
afiche, affiche 1. α, αφίσα
ficha πρχ α-φίσα= κάρτα για κάποια χρήση
1. θ, κάρτα, δελτίο, καρτέλα απο χαρτί, καρτούλα, la ficha de un libro, η κάρτα ενός βιβλίου
Usa fichas para anotar los datos bibliográficos, Χρησιμοποιεί κάρτες για να καταγράφει βιβλιογραφικά δεδομένα
2. μάρκα, εισιτήριο για γκαρνταρόμπα, πάρκινγκ, ficha de guardarropa, aparcamiento
3. μάρκα, κέρμα για τηλέφωνο, ρουλέτα
4. πιόνι σε παιχνίδι, ficha de juego
5. αθλ, δελτίο, αμοιβή παίκτη, han hecho una ficha millonaria a esta jugadora,
έχουν κάνει ένα συμβόλαιο εκατομμυρίων σε αυτή την παίκτρια
6. σνθ, ficha de asistencia, δελτίο παρουσίας
ficha de traspaso, αθλ, δελτίο μετεγγραφής, μπλε κάρτα
ficha perforada, πλφ, διάτρητο (μηχανογραφικό) δελτίο
ficha técnica για προιόν, κάρτα με τεχνικές προδιαγραφές
fichaje πρχ α-φίσα= κάρτα, δελτίο
1. α, αθλ, μετεγγραφή, συμβόλαιο, El delantero posó para la prensa con su camiseta del Real Madrid luego de su fichaje, Ο φόργουορντ πόζαρε στον Τύπο με τη φανέλα του στη Ρεάλ Μαδρίτης μετά την μετεγγραφή του
2. ποσό, αμοιβή παίκτη, El club pagó un fichaje de €200,000 por el defensor brasileño,
Ο σύλλογος πλήρωσε ένα ποσό 200.000 ευρώ για τον Βραζιλιάνο αμυντικό
fichar πρχ αφισ-ώνω= βάζω σε κάρτα, δελτίο
1. ρμ, αφισο-θετώ= αρχειοθετώ πράγματα, fichar un libro para la biblioteca,
αρχειοθετώ ένα βιβλίο για την βιβλιοθήκη
2. για άτομο, φακελώνω, le ha fichado la policía, τον έχει φακελώσει η αστυνομία
3. προσλαμβάνω, han fichado a un nuevo experto, προσέλαβαν έναν νέο ειδικό
4. οικ, μτφ, φακελώνω κάποιον, τον έχω τσεκαρισμένο, τον επιβλέπω με υποψία,
su jefe le está fichando todo el día, ο προϊστάμενος του τον τσεκάρει όλη την ημέρα
el profesor los fichó ya a todos el primer día,
o καθηγητής τούς τσέκαρε όλους από την πρώτη ημέρα
5. ρα, χτυπώ κάρτα στην δουλειά, los empleados fichan cada día al entrar y al salir,
οι υπάλληλοι χτυπούν κάρτα κάθε μέρα κατά την είσοδο και έξοδο
6. fichar por, υπογράφω συμβόλαιο, ha fichado por un club extranjero,
πήρε μετεγγραφή για ομάδα του εξωτερικού
fichó por un banco, προσλήφθηκε από μια τράπεζα
7. εκφ, estar fichado (por la policía), είμαι φακελωμένος (από την αστυνομία)
tener a alguien fichado, οικ, έχω κάποιον στο μάτι
fichero 1. α, πρχ αφισ-άριο= αρχείο, αρχειοθήκη
microficha 1. θ, πλφ, μικρο-φίς, μικρο-διαφάνεια με υλικό φωτογραφικό από σελίδες, έγγραφα
fisgar πρχ fijar> fisgar, πρχ φισγαρ> μπήγω
1. ρμ, οικ, μτφ, μπήγω την μύτη μου σε ξένα πράγματα, υποθέσεις, ψαχουλεύω, ψάχνω,
le pillé fisgando en mi correspondencia, τον έπιασα να ψάχνει την αλληλογραφία μου
2. οσμίζομαι κάτι, σαν να μπήγω την μύτη μου μυρίζοντας
3. καμακώνω, ψαρεύω με καμάκι
4. ρα, ραντ, μτφ, κοροϊδεύω, πειράζω κάποιον, σαν τον μπήγω
se fisga de todos y nadie se entera, κοροιδεύει τους πάντες και κανείς δεν παίρνει γραμμή
fisga 1. θ, πρχ μπήγω= τρικράνι, τρίαινα, καμάκι για ψάρεμα
2. κοροϊδία, σαρκασμός, σαν μπήξιμο λόγων
fisgonear 1. ρμ, μπήγω= χώνω τη μύτη μου σε ξένες υποθέσεις, κατασκοπεύω, ψάχνω,
La vecina de al lado anda siempre fisgoneando y se entera de todo,
Η γειτόνισσα της διπλανής πόρτας πάντα κατασκοπεύει και τα ανακαλύπτει όλα
fisgoneo 1. α, αδιακρισία, me molesta el fisgoneo de la vecina,
με ενοχλεί η αδιακρισία της γειτόνισσας
fisgón, ona 1. ε, α θ, οικ, μτφ, που μπήγεται στα ξένα, φιλοπερίεργος, -η, -o,
αδιάκριτος, -η, -o, no seas tan fisgona y preocúpate más de tu vida,
Μην είσαι τόσο αδιάκριτη και ανησύχησε περισσότερο για τη ζωή σου
2. πρχ που μπήγει με αστεία, περιπαιχτικός, -ή, -ó, σαρκαστικός, -ή, -ό
3. πειραχτήρι με αστεία
hito πρχ φιξ> μπηχτό ή θετό, κάτι μπηχτό στο έδαφος για κάποιο λόγο
1. α, πινακίδα ή πέτρα θετή στο έδαφος για απόσταση, κατεύθυνση,
varios hitos señalan el camino para llegar a la cueva,
πολλές πινακίδες δείχνουν το δρόμο για την σπηλιά
2. μτφ, γεγονός σαν σημείο αναφοράς, ορόσημο,
la invención de la imprenta es un hito cultural,
η εφεύρεση της τυπογραφίας είναι ένα ορόσημο πολιτιστικό,
un hecho que será un hito en la historia,
ένα γεγονός που θα αποτελέσει ιστορικό ορόσημο
3. εκφ, mirar de hito en hito, για άτομο, κοιτάω με προσοχή κάποιον
ή για πράγμα, κοιτάω επίμονα, εστιάζω
hitón 1. α, ορυ, πρχ θετόν καρφί= μεγάλο τετραγωνισμένο καρφί χωρίς κεφάλι
ahitar 1. ρμ, πρχ οριο-θετώ με μπηχτά παλούκια, ahitar una finca, οριοθετώ ένα κτήμα
2. ρμ, ραντ, πρχ αχιταρ> μπ-ουχτίζω απο φαί, δυσπεπτώ, el cordero asado me ahíta,
το αρνί ψητό με μπουχτίζει
ahitarse de caramelos, μπουκώνομαι με καραμέλες
ahitamiento 1. α, μπούχτισμα, δυσπεψία
2. οριοθέτηση με παλούκια
ahíto, ta 1. ε, πρχ μπουχτισμένος, -η, -o, se quedó ahíto después de una comilona
έμεινε μπουχτισμένος μετά από το φαγοπότι
2. μτφ, μτφ, μπουχτισμένος, -η, -o, κορεσμένος, -η, -o από κάτι,
estar ahíto de dinero, placer, μπ-ουχτισμένος= κολυμπάει στο χρήμα,
ζει μέσα στις απολαύσεις
hincar πρχ fijar> hincar
1. ρμ, μπήγω, καρφώνω παλούκι, μαχαίρι, καρφί,
El caballero le clavó una lanza en la espalda al enemigo,
Ο ιππότης του κάρφωσε μια λόγχη στην πλάτη του εχθρού
le hincó los dientes en la carne, έμπηξε τα δόντια στο κρέας
2. στηρίζω μέρος του σώματος με δύναμη σε κάτι, ακουμπάω γερά,
hincó los pies para sostenerse, ακούμπησε τα πόδια του για να κρατηθεί
3. ραντ, φιξάρω τα γόνατα, γονατίζω, se hincó ante él para pedir clemencia,
γονάτισε μπροστά του για να ζητήσει επιείκεια
hincadura 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του hincar
ahincar πρχ α-ιν-καρ> εν-κά-θομαι σε κάτι, πρχ fijar> ahincar
1. ρμ, επιμένω σε κάτι, πιέζω κάποιον,
los padres de Ana la ahincaron a aceptar la propuesta de matrimonio
Οι γονείς της Άνα την πίεσαν να δεχτεί την πρόταση γάμου
2. ραντ, κάνω γρήγορα, βιάζομαι
ahínco 1. α, επιμονή, El ahínco con que Juan estudió para el examen es admirable,
Η επιμονή με την οποία ο Χουάν μελέτησε για τις εξετάσεις είναι αξιοθαύμαστη
2. εκφ, con ahínco, με επιμονή, επίμονα
trabaja con ahínco, δουλεύει με επιμονή
ahincado, da 1. ε, πρχ που σε εν-καθίζει= αποτελεσματικός, -ή, -ό
2. πρχ δια-καής, -ής, -ές, φλογερός, -ή, -ό, Dio un discurso ahincado,
Έδωσε έναν φλογερό λόγο
ahincadamente 1. επρ, επίμονα, επιμελώς
deshincar 1. ρμ, ξε-φιξάρω= ξεκαρφώνω κάτι
hincapié 1. α, πρχ εν-καρφώνω το πόδι ή φιξάρω πόδι= στερέωση ποδιού, πατάω καλά για στερέωμα ή για πίεση
2. εκφ, hacer hincapié en algo, μτφ, δίνω έμφαση, τονίζω,
hizo mucho hincapié en ese asunto, έδωσε μεγάλη έμφαση σε αυτό το ζήτημα
finca πρχ φιξάρισμα στο έδαφος= κτήμα
1. θ, κτήμα, αγρόκτημα, αγροτεμάχιο, posee una finca de 100 hectáreas,
είναι κάτοχος ενός κτήματος 100 εκταρίων
2. ακίνητο στην πόλη, la finca está situada en el centro,
το ακίνητο βρίσκεται στο κέντρο
3. σνθ, finca de campo, αγροικία, αγρόκτημα
finca rústica, αγροτικό ακίνητο
finca urbana, ακίνητο αστικό, πόλης
fincar 1. ρα, αγοράζω ακίνητα, comprar fincas, αγοράζω ακίνητα
afincar 1. ρα, αποκτώ φυτεία
2. ραντ, πρχ φιξάρομαι= εγκαθίσταμαι, se afincó en Atenas,
εγκαταστάθηκε στη Αθήνα
hebilla πρχ ε-μπιγια> μπηγ-ούλα
1. θ, πόρπη, αγκράφα για ζώνη, παπούτσι, hebilla de cinturón, zapato,
2. εκφ, abrochar una hebilla, θηλυκώνω, κουμπώνω μία πόρπη
desabrochar, soltar una hebilla, ξεκουμπώνω μία πόρπη
hebillero, ra 1. α θ, κατασκευαστής, ια πορπών
2. πωλητής, -ια πορπών
deshebiliar 1. ρμ, ξε-μπήγω= ξεθηλυκώνω
hebijón 1. α, καρφί περόνης
fíbula 1. θ, περόνη για ρούχο
2. ανα, περόνη
dique πρχ ντούκι
1. α, κυματοθραύστης, φράγμα σε ποτάμι, θάλασσα
2. ντούκι σαν μικρή αποβάθρα, μώλος, προβλήτα
3. μτφ, φράγμα, όριο, no pongáis diques a su creatividad,
μη θέτετε όρια στην δημιουργικότητα του
4. γωλ, ανάχωμα
5. σνθ, dique de carena, τχν, μόνιμη δεξαμενή
dique de contención, υδροταμιευτήρας, δεξαμενή περισυλλογής
dique de marea, δεξαμενή παλίρροιας
dique flotante, πλωτή δεξαμενή, αποβάθρα
dique seco, ναυ, καρνάγιο
6. εκφ, estar en el dique seco, μτφ, είμαι εκτός δράσης
poner diques a algo, φέρνω εμπόδια, βάζω φραγμούς
poner diques al mar, θέτω ντούκια σε θάλασσα= προσπαθώ να εμποδίσω το αναπόφευκτο
contradique 1. α, κοντρα-ντούκι, ενισχυτικό ανάχωμα